Από την αρχή μου φαινόταν ύποπτο που ο Τάσος δεν ήθελε να μου γνωρίσει την μητέρα του. Όχι ότι κι εγώ έκοβα φλέβα βέβαια, ποια άλλωστε θέλει να γνωρίσει τη μανούλα του γκόμενού της, αλλά μου έκανε εντύπωση το πώς απέφευγε έστω να την δω κι από μακριά. Συνέχεια έβρισκε φτηνές δικαιολογίες κι εγώ έκανα ότι τις πιστεύω για να δω πόσο θα το τραβήξει.
Όταν κλείσαμε έναν χρόνο του είπα ότι δεν πάει άλλο, αν ήθελε να προχωρήσουμε έπρεπε να σταματήσει να μου κρύβει κάτι τόσο σοβαρό. Τον πίεσα, του μούτρωσα, τελικά υπέκυψε. Πρέπει να ήμουν η μόνη που την είχε πιάσει τέτοια σκορδοκαΐλα να γνωρίσω την – ίσως – μέλλουσα πεθερά μου. Σπίτι της δεν γινόταν να πάμε μου ‘λεγε, ήταν ακατάστατο, σε φάση μετακόμισης και χίλια δυο τέτοια χαζά. Για να μην τσακωθούμε πάλι, δέχθηκα να την τραπεζώσουμε εμείς.
Είχα ετοιμάσει τα πάντα στην εντέλεια. Μοσχάρι κοκκινιστό με πουρέ, μία ελαφριά σαλάτα κι ένα σπιτικό τιραμισού. Το καλό τραπεζομάντηλο, το ασημένιο μου σερβίτσιο, το σπίτι πεντακάθαρο. Κι όταν εμφανίστηκε στο κατώφλι, έβγαλα μία κραυγή κι ήμουν έτοιμη να εγκαταλείψω Τάσο, σπίτι, ακόμα και την χώρα την ίδια.
Η κυρά Φροσύνη ήταν κοντή, άσχημη, με καμπούρα και μαλλιά που είχαν μπλεχτεί σε κόμπους. Μαζί της είχε φέρει και δύο κλουβιά με δύο κακάσχημα κοράκια μέσα. Δε με χαιρέτισε καν, μπήκε στο σπίτι, παράτησε τα βρωμοκλούβια της στον καναπέ πάνω κι απαίτησε να της φέρουμε τροφή να τα ταΐσει. Ο Τάσος μπροστά της, δούλος.
«Ναι μητέρα, ό,τι πείτε μητέρα, μισό λεπτό μητέρα». Ο άνδρας ο πολλά βαρύς, είχε γίνει πρώτης τάξεως μούλικο σε δευτερόλεπτα. Αφού τάισε τα κωλόπουλά της, με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και μου είπε «Εγκρίνεσαι».
Την καριόλα! Άκου, εγκρίνομαι! Λες κι ήμουν σφαχτάρι για την Βαρβάκειο. Έκανα υπομονή, έκανα πολλή υπομονή, μέχρι που ήμουν έτοιμη να εκραγώ σαν ηφαίστειο. Στο τραπέζι, δεν έβγαλε μιλιά. Κοίταγε περίεργα το σπίτι, έψαχνε στις γωνίες λες κι είχαμε καμία τεράστια αράχνη να κρέμεται, τσιμπολογούσε το φαί. Για το τιραμισού, ούτε λόγος. Ήθελα να της το φέρω κεφάλι. Όταν τελειώσαμε, σηκώθηκε, πήρε τα κλουβιά της, μας κοίταξε με μία αδιαφορία κι αναφώνησε «Όταν αποφασίσετε πότε θα γίνει ο γάμος, ενημερώστε με».
Περιττό να σας πω τι έγινε με το που έκλεισε την πόρτα κι απομακρύνθηκε.
«Ρε, Τάσο, τι ήταν αυτό το πράγμα; Σε μεγάλωσε αυτή η σκύλα; Μήπως με κοροϊδεύεις, στον δρόμο τη βρήκες;»
«Στο είπα, αγάπη μου. Δεν υπήρχε λόγος να γνωρίσεις τη μητέρα μου. Σε παρακαλώ, αγνόησέ την. Δε θα μας ενοχλήσει ποτέ ξανά».
«Μα τι λες, εδώ περιμένει τον γάμο μας!»

«Εμείς θα κάνουμε ό,τι θέλουμε κι όπου θέλουμε. Εμπιστέψου με. Σε λατρεύω».

Και τον εμπιστεύτηκα η ηλίθια. Η αλήθεια είναι ότι για τα επόμενα δύο χρόνια δε μας ενόχλησε ποτέ ξανά. Μέχρι που ξέχασα και την ύπαρξή της. Την οποία, δυστυχώς, θυμήθηκα στον γάμο μας.
Ήρθε τελείως αλλαγμένη. Με ένα μακρύ, μοβ φόρεμα, με φτιαγμένα μαλλιά, μακιγιαρισμένη, έμοιαζε είκοσι χρόνια νεότερη. Χωρίς κλουβιά, χωρίς τίποτα. Ευγενική και καλοσυνάτη με όλους. Το σόι μου την κατασυμπάθησε. Ήμουν απόλυτα σίγουρη ότι δεν ήταν η ίδια γυναίκα κι ότι ο Τάσος, τότε μου είχε κάνει μία κακόγουστη πλάκα.
Αφέθηκα τελείως, απόλαυσα τον γάμο μου και μάλιστα χόρεψα και με την ίδια. Μου είχε πιάσει το χέρι απαλά, με κοιτούσε στα μάτια και χαμογελούσε.
«Την καλύτερη νύφη του κόσμου έχω», μου έλεγε κάθε τόσο. Κάποιες φορές την έπιασα να κοιτάει πάλι τις γωνιές του μαγαζιού αλλά είχα πιει την μισή κάβα και δεν έδωσα σημασία.

Μέχρι που επιστρέψαμε από το ταξίδι του μέλιτος…
Στο σπίτι μας (το τονίζω αυτό), μας περίμενε η γνωστή παλιά, κακιασμένη και σατανική πεθερά μου. Είχε αυτοπροσκληθεί, είχε φέρει τα βρωμερά κλουβιά με τα πουλιά της κι είχε μπαστακωθεί στον ξενώνα.
«Για λίγες μερούλες μόνο, γλυκιά μου. Μέχρι να επισκευάσουν τον σπασμένο σωλήνα στο σπίτι μου».
Οι μερούλες όμως έγιναν βδομάδες, κι οι βδομάδες μήνες. Περίεργα πράγματα άρχισαν να συμβαίνουν στο σπίτι μου. Έβρισκα τα ρούχα μου βρώμικα ενώ τα είχα πλύνει μόλις χθες. Φαγητά έλειπαν από το ψυγείο ή ήταν μέσα μουχλιασμένα. Ζωύφια άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλές γωνιές του σπιτιού παρ’ όλο που το καθάριζα όσο πιο συχνά μπορούσα.
Στους δύο μήνες δεν άντεξα, έπιασα τον Τάσο και του είπα το γνωστό και μη εξαιρετέο:
«Ή εγώ, ή αυτή».
Ο Τάσος έμοιαζε σαν άβουλο πλάσμα, ένα υποχείριο της σατανικής αυτής γυναίκας. Μου είπε ότι δε μπορεί να τη διώξει και καλύτερα να ηρεμήσω μέχρι να μπορέσει να φύγει με τη θέλησή της. Δεν άντεχα άλλο, τον αγαπούσα, ήθελα να κάνω οικογένεια μαζί του, αλλά η μάνα του έπρεπε να φύγει από την εξίσωση. Έτσι ένα βράδυ, το πήρα απόφαση, ετοίμασα μία βαλίτσα κι ειδοποίησα τη μάνα μου ότι θα πήγαινα εκεί για λίγες μέρες.
Η πεθερά μου με περίμενε στην πόρτα. Ήταν ντυμένη όπως τότε στον γάμο μου, με τη μόνη διαφορά ότι τα πάντα που φορούσε ήταν μαύρα. Δύο μεγάλα κεριά έκαιγαν στο κέντρο του σαλονιού κι ο Τάσος ήταν δεμένος χειροπόδαρα σε μία γωνία και με ένα μαντήλι στα μάτια. Πάγωσα, κοκάλωσα, προσπάθησα να βγάλω μία κραυγή αλλά μου είχε κοπεί η ανάσα. Δίπλα της, στέκονταν δύο ψηλοί, πανέμορφοι άνδρες οι οποίοι είχαν πρόσωπο που θύμιζε πτηνό. Πούπουλα πεταγόντουσαν από το σώμα τους κι ήταν ολόγυμνοι.
«Είσαι έτοιμη επιτέλους, καλή μου. Ο σπόρος πρέπει να μεταφερθεί. Να δυναμώσει. Να θρέψει την επόμενη γενιά. Μην ανησυχείς, ο Τασούλης μου θα σε φροντίσει όσο χρειαστεί μέχρι να γεννήσεις. Μετά, θα είναι η ευθύνη σου να συνεχίσεις την κληρονομιά μας».
Δεν κατάφερα να αρθρώσω λέξη. Ούτε όταν ο ένας άντρας ακινητοποίησε το σώμα μου κι ο άλλος, χωρίς κανένα έλεος, με πέταξε στο πάτωμα και με βίασε.
Δε θυμάμαι για πόσο καιρό έκλαιγα. Ούτε για πόσο καιρό ήθελα να αυτοκτονήσω.
Το μόνο που ήξερα ήταν ότι κάποια στιγμή θα τους εκδικιόμουν. Αυτήν και τους άνδρες πουλιά!

Τα χρόνια πέρασαν, τα δίδυμά μου αγοράκια μεγάλωσαν κι είχε φτάσει η στιγμή να μου γνωρίσουν τις μέλλουσες νύφες μου. Κι εγώ το μόνο που σκέφτομαι, καθώς ετοιμάζομαι για να τις υποδεχτώ, είναι ποια από τα μικρά μου κοράκια να ετοιμάσω για τους επερχόμενους γάμους…

 

Monster in-law