Είναι κάποιες φορές που την σκέφτομαι δεν έχω πολλές εικόνες από εκείνη γιατί έμενε στο χωριό. Από τον παππού μου δεν έχω καθόλου μνήμες ήμουν πολύ μικρή όταν τον χάσαμε. Σκληρή γυναίκα και αγέλαστη αλλά ακούραστη στις δουλειές. Το σπίτι το Πάσχα στο χωριό μας περίμενε πάντα καθαρό με την αυλή ασβεστωμένη. Δεν ήταν ιδιαίτερα στοργική απέναντι μου ίσως να φταίει το γεγονός ότι ήμουν πολύ ζωηρή και γλωσσού όπως με αποκαλούσε. Εκεί που την απολάμβανα όμως ήταν όταν μας έλεγε παραμύθια στα τουρκικά και μετά μας τα μετέφραζε.

Γιατί γιαγιά μιλάς τουρκικά;
– Γιατί είναι η πρώτη γλώσσα που έμαθα
, μας απαντούσε και τότε ξεκίναγε την ιστορία που τόσο μου άρεσε να ακούω.

Ήταν το πρώτο παιδί του Γιώργου και της Ελένης Δημητριάδη, ευκατάστατου κτηματία της Σμύρνης με πολλά πρόβατα και εξέχουσα θέση στην κοινωνία. Οι Τούρκοι τον φώναζαν Αγά και μετέπειτα το επίθετο του μετατράπηκε σε Κεχαγιάς, ζούσαν καλά με οικονομική άνεση και η ζωή τους κυλούσε όμορφα. Το 1920 περίπου απέκτησαν ένα ακόμη κορίτσι ενώ στο ενδιάμεσο είχαν χάσει ένα. Η Σοφία έγινε μεγάλη αδερφή και μέχρι τότε όλη της η έννοια ήταν η μικρή της αδερφή. Τα προβλήματα είχαν ήδη αρχίσει αλλά κανείς δεν φανταζόταν ότι δύο χρόνια μετά θα έπρεπε με βάναυσο τρόπο θα εγκατέλειπαν την πόλη που μεγάλωσαν και αγάπησαν τόσο πολύ.

Την προηγούμενη μέρα της μεγάλης καταστροφής της Σμύρνης είχαν φτάσει εκεί με ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν από την περιουσία τους. Ο πατέρας της είχε προβλέψει τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν σαν πρόσφυγες και τις προηγούμενες μέρες είχε φτιάξει διπλό πάτο στις μπότες του και είχε κρύψει μέσα όσα πεντόλιρα μπορούσε καθώς και μερικά στα φασκιά της μικρής του κόρης Μετά τις έραψε με μαεστρία και κάνεις δεν κατάλαβε τίποτα. Οι Τούρκοι εκείνο το βράδυ τους ενημέρωσαν πως όσοι έχουν χρήματα και μπουν σε ξενοδοχεία δεν θα τους πειράξουν, όσοι μείνουν από έξω θα σφαχτούν χωρίς διάκριση αν ήταν γέρος γυναίκα ή παιδί.

Από τα παράθυρα του ξενοδοχείου όλο το βράδυ μέχρι το ξημέρωμα άκουγαν κραυγές απόγνωσης και απελπισίας, η μυρωδιά του θανάτου είχε πλημμυρίσει την ατμόσφαιρα. Φωτιές κραυγές και απροσδιόριστοι ήχοι έκαναν την πεντάχρονη Σοφία να κρύβεται στην αγκαλιά της μητέρας που θήλαζε την μικρή Μαρία για να την ηρεμήσει. Ο πατέρας της σαν ανήμερο θηρίο πήγαινε πάνω κάτω στο δωμάτιο ρίχνοντας κλέφτες ματιές στο δρόμο, γεγονός που έκανε την μορφή του να αλλοιώνεται και το βλέμμα του να σκοτεινιάζει. Μέσα του παρακαλούσε και ήλπιζε να κρατούσαν τον λόγο τους και να τους άφηναν να επιβιβαστούν στα πλοία που περίμεναν στο λιμάνι. Το ξημέρωμα τους βρήκε όλους ξύπνιους και αμίλητους με ζωγραφισμένη την κούραση και την απελπισία στα πρόσωπα τους.

Σοφία ότι και να δεις εκεί έξω σε παρακαλώ θέλω να είσαι δυνατή μείνε δίπλα μας και όλα θα πάνε καλά. Το θέαμα όμως που αντίκρισαν δεν μπορούσε να το αντέξει και να το συλλάβει κανένας ανθρώπινος νους. Πτώματα διαμελισμένα ανθρώπινα άκρα σε όλο το μήκος του δρόμου, ποτάμια από αίμα σε άλλα σημεία νωπό και σε άλλα μαύρο και ξεραμένο. Βρέφη σφαγμένα στην αγκαλιά της μάνας τους, μεγάλοι και παιδιά κατακρεουργημένοι. Ήταν αδύνατον να περπατούσε πάνω σε αυτό το ανθρώπινο χαλί από πτώματα η Σοφία, ο πατέρας της την ανέβασε στους ώμους του και στο στιβαρό του μπράτσο στερέωσε το χέρι της γυναίκας του και όλοι μαζί έγιναν μια μάζα και προχώρησαν. Η προβλήτα ήταν λίγα μέτρα μακριά από το ξενοδοχείο αλλά το όλο σκηνικό δυσκόλευε πολύ την πρόσβαση τους. Κατά μήκος της προβλήτας υπήρχαν Τούρκοι στρατιώτες που με τα σπαθιά τους έκοβαν τον δρόμο και δεν δίσταζαν να σε σφάξουν επιτόπου αν δεν τους έδινες μια λίρα.

Το πλοίο τους υποδέχτηκε τρομαγμένους και ανακουφισμένους, δεν πίστευαν ότι τα είχαν καταφέρει. Το θωρηκτό Αβέρωφ που επιβιβάστηκαν ξεκίναγε για ένα ταξίδι που τους έπαιρνε μακριά από την πατρίδα τους, ότι δηλαδή είχε απομείνει από αυτή, και τους μετέφερε στην Ελλάδα για μια νέα αρχή.

Δυστυχώς τα πράγματα ήταν δύσκολα τα πρώτα χρόνια γιατί μπορεί στην Τουρκία να ήταν Έλληνες, όμως στην Ελλάδα τους θεωρούσαν Τούρκους. Εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο έχοντας κάποιους συγγενείς εκεί και σιγά σιγά με τις λίρες που είχε καταφέρει να κρύψει έστησε ένα μικρό μπακάλικο. Ήταν πολύ εργατικός το μπακάλικο άρχισε να του αποφέρει καλά κέρδη και σύντομα άρχισε να κάνει ένα καλό κομπόδεμα στην τράπεζα. Η οικογένεια μεγάλωνε και άλλα τρία παιδιά προστέθηκαν σε αυτήν, όμως δυστυχώς για άλλη μια φορά ο πόλεμος χτύπησε την πόρτα τους και αυτό ήταν κάτι που δεν το άντεξε. Το 1943 χάνοντας όλες τις καταθέσεις τους και το χρυσό από τις τράπεζες, τον χτύπησε εγκεφαλικό και πέθανε. Για άλλη μια φορά η οικογένεια έπρεπε να μαζέψει τα κομμάτια της και μέσα από την φτώχεια και τις κακουχίες να ανακάμψει.

Όπως όλοι οι Έλληνες άρχισαν να χτίζουν μια νέα ζωή μετά τον πόλεμο έτσι και η γιαγιά Σοφία​ μεγάλωσε παντρεύτηκε έκανε τα δικά της παιδιά και εγγόνια και έφυγε χτυπημένη από τον Καρκίνο στα 75 της χρόνια έναν Σεπτέμβρη του 1990, συμπτωματικά κοντά στην ημερομηνία του Σεπτέμβρη του 1922 – τότε που άφησε πίσω την πατρίδα που γεννήθηκε, την Σμύρνη, που πάντοτε έλαμπε όταν μιλούσε για αυτήν.