– Πόσο ζυγίζει μία ψυχή;
– Ποιος αποφασίζει ποια ζωή αξίζει να σωθεί και ποια όχι;
– Τα κιλά μας, το ύψος μας, το χρώμα μας, το φύλο μας, το ΕΙΔΟΣ μας, είναι ενδεικτικό της αξίας μας απέναντι στο σύμπαν;
– Αν ένα χέρι αποφασίζει να δώσει θάνατο, οφείλει ένα άλλο χέρι να δώσει ευκαιρία για ζωή;
– Ποιο χέρι από τα δύο, διαλέγεις να είσαι και για ποιον λόγο;

Ζώα συνέχεια στο διάβα σου. Σκυλιά, γατιά, χελώνες, μέχρι και ψάρια. Ψυχές πληγωμένες, παρατημένες , που δεν θέλει κανείς, ζώα πεταμένα σε κάδους σκουπιδιών για να τα λιώσει ζωντανά το απορριμματοφόρο, ζώα που μονίμως βρίσκουν καταφύγιο κάτω από το αμάξι σου όπου κι αν παρκάρεις, ζώα που σε παίρνουν από πίσω λες και κρατάς τον μαγικό αυλό, ζώα που άλλοι πετάνε στην αυλή σου επειδή άκουσαν/έμαθαν/είδαν πως δεν θα τα εγκαταλείψεις στο έλεος της πείνας.

Λες “όχι άλλο” και “ποτέ ξανά!” επειδή δεν αντέχεις το οικονομικό βάρος όλων αυτών των ψυχών που θρέφεις, μα πιο πολύ λες όχι άλλο επειδή δεν αντέχεις τον πόνο όταν αυτά υποφέρουν και όταν πεθαίνουν. Κάθε φορά λες, “έκανα ότι μπορούσα” και κάθε φορά κλαις. Κάθε φορά προβλέπεις πως κάποιο θα πεθάνει και λες “ε, δε θα σκάσω κιόλας” και κάθε φορά σκας.

Γιατί το κάνεις;

Προσπαθείς να προφυλάξεις τον εαυτό σου, μα είσαι σκουληκιάρης άνθρωπος – σε τρώει το σκουλήκι και δε μπορείς να κλείσεις τα μάτια και τα αυτιά. Λες “δεν θα κάνω τίποτα, θα φύγει/ψοφήσει σύντομα, μέχρι το πρωί θα έχει τελειώσει και το δικό του μαρτύριο και το δικό μου”. Και πας για ύπνο. Μαύρο ύπνο. Καίγεσαι, τσιτσιρίζεσαι.

Και ξημερώνει. Και είναι ακόμα εκεί. Σε περιμένει. Να του δώσεις μια ευκαιρία. Δεν ξέρεις αν χαίρεσαι ή αν λυπάσαι. Το έχεις ζήσει αυτό τόσες πολλές φορές! Να παλεύεις να κρατήσεις μια ζωή ζωντανή και να μην τα καταφέρνεις. Έχεις ζήσει πολλές φορές και το να τα καταφέρνει. Για λίγο. Ή για πολύ.

Έχει προαποφασιστεί από καιρό, ποιο χέρι θα είσαι. Αυτό που δίνει ευκαιρία για επιβίωση ή εκείνο που καταδικάζει σε θάνατο.

Γιατί το κάνεις;

Κοιτάς βαθιά μέσα σου, καθώς ετοιμάζεις το μπιμπερό με το ειδικό γάλα. Και θες να νιώσεις φιλεύσπλαχνος και ανώτερος άνθρωπος και να πεις πως το κάνεις επειδή είσαι καλός και γουάου και μπράβο σου.

Όμως μεταξύ μας τώρα. Ένας εγωιστάκος είσαι, ένας παρτάκιας. Για σένα το κάνεις. Για τη σωτηρία της δικής σου της ψυχής. Και επειδή φοβάσαι πως κάποια στιγμή, θα πετάξουν και το δικό σου ημιθανές καυκί σε ένα κάδο σκουπιδιών. Πεινασμένο, διψασμένο, φοβισμένο. Και θα κοιτάξεις ψηλά, με επιθανάτια αγωνία και με τον τελευταίο βρόγχο σου θα φωνάξεις ΒΟΗΘΕΙΑ!!

Και ίσως, όλες οι ψυχές που έχεις σώσει μέχρι τότε, γίνουν ένα ΤΕΡΑΣΤΙΟ χέρι που θα σε βγάλει από τα σκατά, θα σου καθαρίσει τις πληγές, θα σου βάλει στο στόμα ένα κομμάτι ψωμί και σε δροσίσει με 2 σταγόνες νερό.

Κατάλαβες τώρα γιατί ταΐζω τα αδέσποτα, γιατί δεν κλωτσάω τα άρρωστα, γιατί υιοθετώ τα ορφανά;

Για μένα το κάνω, φίλε!