Με ρωτάει πάλι η μάνα μου γιατί δεν της πάω τα παιδιά. Κάποιες φορές που δεν έχω κάποιον να τα κρατήσει για να πάω για μεροκάματο, της λέω να έρχεται σπίτι. Παίρνει 2 συγκοινωνίες και έχει και περπάτημα η αλήθεια είναι, εγώ μένω κέντρο Αθήνα εκείνη Ωρωπό. Θα μπορούσα να της πήγαινα τα παιδιά με το αυτοκίνητο από το βράδυ, να έκανα τις δουλειές μου με την ησυχία μου και να τα έπαιρνα με το αυτοκίνητο την επόμενη μέρα. Μου πληρώνει και τις βενζίνες. Αλλά εγώ δε θέλω. Φοβάμαι. Αλλά δεν το λέω αυτό. Δεν μπορώ να της το πω αυτό. Κάποια στιγμή πριν πεθάνει εκείνη ή πριν πεθάνω εγώ αν έτσι είναι το γραφτό μου και προλάβω, θα της το πω. Αλλά τώρα δε μπορώ. Όσο είναι αυτός εκεί. Τον φοβάμαι. Ακόμα. Κι ας είναι γέρος και με αρχές Αλτσχάιμερ. Τον φοβάμαι.

Έφευγε η μάνα μου από το σπίτι και μας άφηνε σ’ αυτόν. Δε θέλαμε, της το λέγαμε. Λέγαμε να πάμε στην θεία ή στη γειτόνισσα, έλεγε όχι – να μείνουμε μαζί του, για να μην έχει υποχρέωση σε άλλους. Νόμιζε ότι κάνουμε νάζια που κλαίγαμε και κρεμόμασταν από τη φούστα της να μη φύγει. Μα εμείς φοβόμασταν.

Κάθε μα κάθε φορά, αυτός έβρισκε δικαιολογία να μας βαράει. Έβγαζε τη ζωστήρα και μας σάπιζε. Μας κατέβαζε τα ρούχα και μας έβαζε να ξαπλώσουμε στον καναπέ και έβαζε μια πετσέτα για να μην αφήσει σημάδια, δαγκώναμε τα μαξιλάρια άμα κάναμε θόρυβο τρώγαμε πιο πολλές. Μετά μας πείραζε με το χέρι του, κάτω στα σημεία μας, και τον αδερφό μου όχι μόνο εμένα και τη μικρή. Του δάγκωσε ο αδερφός μου το χέρι μια φορά και τότε τον χτύπησε με μπουνιές στο στόμα, του έσπασε τα δόντια. Είπε στη μάνα μου την αλήθεια πως τον βάρεσε επειδή τον δάγκωσε, αλλά δεν είπε γιατί το έκανε ο αδερφός μου, ότι του έσφιγγε τα γεννητικά όργανα για να τον τιμωρήσει επειδή βγήκε να κάνει ποδήλατο στην αυλή χωρίς να τον ρωτήσει. Η μάνα μου τσακώθηκε μαζί του, σε μας είπε “να τον σέβεστε, σας αγαπάει”. Η αδερφή μου ήταν μωρό, 2 χρονών. Της έβγαζε την πάνα για να την αλλάξει και την βασάνιζε, σπάραζε το μωρό, εμείς κλείναμε τ’αυτιά μας με μπαμπάκια και βάζαμε και τα χέρια μας και πάλι το ακούγαμε το μωρό. Φοβόμασταν και κάναμε και μεις τσίσα πάνω μας και ας ήμασταν πιο μεγάλοι, μέναμε με τα βρεγμένα μην το καταλάβει. Φοβόμασταν.

11 χρονών σκοτώθηκε ο αδερφός μου, έμεινα εγώ με τη μικρή. Έκαναν άλλο ένα αγοράκι μετά. Η μάνα μου λόγω του μωρού δεν έφευγε πια συχνά από το σπίτι, γλιτώσαμε. Μας έβριζε πολύ, μα δε μπορούσε να μας πειράξει, μα η μικρή είχε πάθει ήδη ζημιά. Ήταν μωρό, 2 χρονών όταν της έκανε κακό αυτός και μετά δε μιλούσε. Ήταν αυτιστική είπε η μάνα μου. Εγώ δεν πιστεύω πως το παιδί γεννήθηκε έτσι, αυτός το έκανε. Πήγα κάνα δυο φορές να της πω αλλά μου λέει “θες να με χωρίσεις από τον άνθρωπο μου!” Ήμουν μικρή, έλεγα μήπως τα φαντάστηκα όλα, μήπως τα είδα στην τηλεόραση. Μα μέσα μου ήξερα την αλήθεια. Αλλά φοβόμουν.

Τώρα μένουν σπίτι οι 2 τους. Η μάνα μου και αυτός. Η αδερφή μου είναι σε ίδρυμα εδώ και χρόνια. Πάω κάθε τόσο. Της ζητάω συγνώμη και κλαίω, τι να έκανα και γω μικρό παιδί ήμουν. Ο αδερφός μου ο μικρός έφυγε Αμερική, μόνο εμένα έχουν. Αυτόν δεν τον βλέπουμε πια, γιατί δεν πάμε ποτέ σπίτι τους. Η μάνα μου μόνο έρχεται στο δικό μου σπίτι. Αλλά αυτός δε μπορεί να μείνει μόνος του πια, τα έχει χαμένα. Ο άντρας μου μου λέει να τα πάμε καμιά φορά τα παιδιά. Ποτέ! Φοβάμαι.

Συγγνώμη αδερφή μου. Φοβόμουν.

Μπορεί και να μην έγιναν αυτά. Μπορεί να τα είδα στη τηλεόραση. Συγγνώμη. Φοβάμαι.

 

Χ.