Την είχα πρωτοδεί σε παιχνιδάδικο της Κυψέλης, σε ένα από εκείνα τα παιχνιδάδικα που, δυστυχώς για τα παιδιά μας, πλέον δεν υπάρχουν. Βιτρίνα εντυπωσιακή που μαγνήτιζε τα παιδικά βλέμματα και που ήταν αδύνατον να μην κολλήσεις τις παλάμες και τη μυτούλα σου πάνω της, ανοίγοντας ορθάνοιχτα τα μάτια από θαυμασμό και δέος μαζί. Τα ράφια του ήταν γεμάτα ξύλινα παιχνίδια, κούκλες ακριβές, κούκλες φτηνές, κούκλες ντυμένες με παραδοσιακές στολές, αρκουδάκια, πολύχρωμα αμαξάκια, τόπια χρωματιστά, μουσικά κουτιά με μπαλαρίνες, καρουζέλ, τρενάκια, ποδοσφαιράκια, αλογάκια που σέρνανε άμαξες, κουκλόσπιτα, παιχνίδια που περίμεναν υπομονετικά μικρούς και μεγάλους να τα κάνουν δικά τους. Ένα παιχνιδάδικο που μπορεί σήμερα να μοιάζει με ασπρόμαυρο φωτογραφικό άλμπουμ μιας άλλης εποχής, αλλά που τότε η βόλτα στους διαδρόμους του ήταν μια περιπλάνηση στη μαγεία, στο παραμύθι.

Σε εκείνο το παραμύθι της Κυψέλης, συνάντησα για πρώτη φορά την Τάνια. Σαν την είδα πάνω στο ράφι, ντυμένη με το ροζ ασημοκεντημένο πουά φόρεμά της, βίωσα την «αποτύπωση», για όποιον έχει δει το «Twilight». Επί δύο εβδομάδες, κάθε μα κάθε μέρα ξυπνούσα και κοιμόμουν με τη σκέψη της Τάνιας. Μα όσο κι αν την ήθελα και κάθε μέρα έλεγα στη μαμά μου πως την Τάνια θα ζητούσα ως δώρο από τον Άγιο Βασίλη, η απάντηση ήταν η ίδια: «Ο Άγιος Βασίλης δεν φέρνει τόσο ακριβά δώρα».

Μπορείτε, λοιπόν, να φανταστείτε πόσο μα πόσο χάρηκα, όταν ανήμερα των Χριστουγέννων ανοίγοντας το τυλιγμένο με κόκκινο μεταλιζέ χαρτί κουτί, δώρο του θείου, είδα να ξεπροβάλλει η Τάνια με τις χρυσές μπουκλίτσες της, τα ροδαλά μάγουλά της και τα γαλανά της πελώρια μάτια, που νόμιζε κανείς πως είναι αληθινά. Ήταν από εκείνες τις κούκλες, που όχι μόνο έλαμπαν από ομορφιά, αλλά που περπατούσαν και τραγουδούσαν, και που στην πλάτη τους έβαζες σε μια ειδική υποδοχή ένα δισκάκι κι αυτή τραγουδούσε το «Μια ωραία πεταλούδα» και το «Πόσο μου αρέσουν οι καραμελίτσες». Υποτίθεται ότι γυρνώντας το δισκάκι από την άλλη πλευρά, μιλούσε και έλεγε και διάφορα άλλα λογάκια, αλλά η Τάνια μου ήταν μάλλον ελαττωματική κι έτσι δεν είχα τη χαρά να ακούσω ό,τι άλλο ήταν προορισμένη να πει. Δεν με πείραξε αυτό όμως ποτέ. Εγώ την αγάπησα από την πρώτη στιγμή και το όποιο ελάττωμά της δεν ήταν ικανό να μετριάσει την αγάπη μου, μια αγάπη που λίγες εβδομάδες μετά με ώθησε στην πρώτη μου επανάσταση, με τεράστια επιτυχία θα έλεγα.

Πόση χαρά μπορεί να νιώσει ένα παιδί σαν ξετυλίγει το όνειρό του, όταν το ακουμπά και το παίρνει αγκαλιά. Και πόση μα πόση δυστυχία μπορεί να νιώσει σαν το παίρνουν μακριά του και το τοποθετούν ψηλά στη βιβλιοθήκη…. Όπως σας είπα και παραπάνω, οι κούκλες αυτής της κατηγορίας ήταν πανάκριβες. Για να τις αποκτήσεις έπρεπε να ξοδέψεις μια μικρή περιουσία. Και κάπου εδώ έγινε το μπέρδεμα. Η μαμά μου με τη δικαιολογία ότι μπορεί να χαλάσω την καινούρια μου πανάκριβη κούκλα, την τοποθέτησε ψηλά στη βιβλιοθήκη, κατεβάζοντάς την κάθε Σάββατο για να την ξεσκονίσει μη και χάσει τη λάμψη της… Και οι μέρες περνούσαν και η Τάνια, με το ροζ πουά φόρεμα, έμενε εκεί πάνω, μέσα στο κίτρινο κουτί της, να με κοιτά. Μόνο που τα μάτια της ήταν πλέον θλιμμένα και τα μάγουλά της είχαν χάσει το ζωηρό τους χρώμα.
– Μαμά να δείξω την Τάνια στην Εύη;
– Όχι αγάπη μου, θα τη χαλάσετε.
– Μα δεν θα τη βγάλουμε από το κουτί της.
– Κρίμα να τη χαλάσετε και να στενοχωρηθεί ο θείος σου.

Πόσες φορές η ίδια στιχομυθία για την κούκλα με τα χρυσά μαλλιά. Πόσες φορές η ίδια απογοήτευση όταν η κούκλα που προορίζονταν για μένα, για τα δικά μου χέρια, για τη δική μου αγκαλιά, γινόταν αντικείμενο θαυμασμού του κάθε επισκέπτη την ώρα που έπινε λικέρ και έτρωγε γλυκό σταφύλι. Πόσες φορές το ίδιο βουβό κύμα θυμού… Μα η κούκλα ήταν δική μου. Για να παίζω. Δεν ήθελα να τη χαλάσω. Να παίξω ήθελα μαζί της. Να της πως τα μυστικά μου και να κοιμηθούμε αγκαλιά το βράδυ…

Κι έτσι απλά, χωρίς να το έχω προσχεδιάσει, ένα μεσημέρι, που όλοι είχαν πέσει για ύπνο έκανα αυτό που ως τότε έμοιαζε αδιανόητο. Ανέβηκα στην καρέκλα, σκαρφάλωσα στα ράφια της βιβλιοθήκης, και την έπιασα. Έπιασα το όνειρο και το βύθισα στο νερό με όλη μου τη δύναμη για να το κάνω πραγματικότητα, για να δώσω στην άψυχη ως τότε κούκλα ζωή. Οξύμωρο, το ξέρω, αλλά αυτό έγινε εκείνο το μεσημέρι. Κατέβασα την κούκλα από τη βιβλιοθήκη, και την έβαλα μέσα στη μπανιέρα, σε μια προσπάθεια να την κάνω δική μου. Ολόδική μου. Και μάρτυς μου ο Θεός, θα το ξαναέκανα. Και δεν με νοιάζει αν με χαρακτηρίσετε αχάριστη κι αλήτισσα, που μέσα σε λίγα λεπτά «κατέστρεψα» μια μικρή περιουσία. Με νοιάζει που επιτέλους κρατούσα στα χέρια μου το πολύτιμο απόκτημά μου, και που πλέον δεν θα μαράζωνε στη λησμονιά.

Η Τάνια δεν ξαναπερπάτησε, δεν ξανατραγούδησε. Το φουστάνι της τσαλακώθηκε, οι ασημένιες κλωστές ξέφτισαν και τα ξανθά της μαλλιά αγρίεψαν. Αλλά και δεν ξανακάθισε στη βιβλιοθήκη, παρέα με την σκονισμένη εγκυκλοπαίδεια. Η Τάνια επιτέλους βρέθηκε στη θέση που της άξιζε, τη θέση για την οποία είχε φτιαχτεί. Από εκείνη τη μέρα γίναμε αχώριστες. Είχα αυτό που λαχταρούσα. Την Τάνια. Κι ας μην τραγουδούσε, ας μην περπατούσε. Μπορούσα όμως εγώ να της μιλάω, να τη χτενίζω, να της εκμυστηρεύομαι τα μυστικά μου, να τη στολίζω, να της αλλάζω το ροζ φόρεμα με άλλα που είχε φτιάξει η γιαγιά μου, κι ας μην ήταν τόσο ωραία σαν αυτό που είχε ραφτεί ειδικά για εκείνη. Και αλήθεια για μένα συνέχιζε να είναι πανέμορφη, κι ας ήταν λίγο ταλαιπωρημένη. Γιατί απλά για όποιον σε αγαπά είσαι όμορφη. Κι εγώ την αγαπούσα, με όλες της τις ατέλειες. Μη σας πω ότι την αγάπησα και περισσότερο, μιας και φάνταζε στα μάτια μου πιο αληθινή, πιο σαν κι εμένα, που απείχα και απέχω από την κλασσική κούκλα με τις τεράστιες βλεφαρίδες, το αψεγάδιαστο πρόσωπο και τα τέλεια σμιλευμένα χαρακτηριστικά.

Τα παιχνίδια δεν είναι για να τα βλέπουμε. Γι΄ αυτό αν έχετε σκοπό ναι μεν να πάρετε στα βλαστάρια σας τα παιχνίδια που προσδοκούν σε μια προσπάθεια προσωπικής επιβεβαίωσης, αλλά μετά το πέρας των γιορτών σκοπεύετε να τα αποσύρετε, σας θερμοπαρακαλώ μην το κάνετε. Τα παιχνίδια είναι για να παίζουμε μαζί τους. Ποιος ο λόγος να έχεις ένα τρενάκι, ολόκληρη αμαξοστοιχία, όταν δεν μπορείς να παίζεις μαζί του κάθε μέρα, επειδή είναι εκνευριστικός ο θόρυβος της μηχανής; Ποιος ο λόγος να έχεις playmobil και lego αν είναι να στα καταχωνιάζουν στην αποθήκη, γιατί να μην είναι παντού σκορπισμένα ή γιατί δεν υπάρχει χώρος για να τα έχεις μονίμως στημένα; Ποιος ο λόγος να σου φέρει ο Άγιος Βασίλης το ντραμς που τόσο καιρό ζητάς, αν είναι να ξαναμπεί στο κουτί του γιατί προκαλεί πονοκέφαλο; Ακριβό ή φτηνό παιχνίδι δεν έχει σημασία. Τα παιδιά, ιδίως τα μικρά δεν ξέρουν από μάρκες και αγοραστική αξία. Τα παιχνίδια τα παίρνουμε για να παίξουμε, για να τα ευχαριστηθούμε. Όχι για να γεμίζουν σκόνη στο πατάρι. Μ’ άλλα λόγια, μην χαρίζετε παιχνίδια για λίγες στιγμές χαράς. Χαρίστε παιχνίδια και παίξτε κι εσείς μαζί τους. Κι ας τα χαλάσουν. Κι ας γεμίζει το σαλόνι με παιχνίδια. Τώρα θα παίξουν που είναι παιδιά. Σε λίγα χρόνια το σπίτι θα αδειάσει από παιχνίδια κι ανέμελες παιδικές φωνούλες ενθουσιασμού.

Το πιο ανεκτίμητο δώρο για μένα, το καλύτερο που μου έχουν χαρίσει ως τώρα, ήταν εκείνη η κούκλα. Όχι γιατί ήταν όμορφη, τουλάχιστον στην αρχή, αλλά γιατί μοιράστηκα μαζί της την ψυχή μου. Γιατί εκεί, κάτω από το νερό, η Τάνια και η σκανταλιά που για χάρη της έκανα, η αναγεννημένη Τάνια και οι χωρίς σκοπό και στόχο «κουβέντες» μου μαζί της, έγιναν κομμάτι από το παζλ των παιδικών μου χρόνων. Έγιναν κομμάτι από τα Χριστούγεννα που δεκαετίες μετά αναπολώ. Γιατί βρε παιδιά η νοσταλγία των παιδικών μας χρόνων δεν μπορεί παρά να χτίζεται και με τα παιχνίδια που ποθήσαμε, που περάσαμε ώρες μαζί τους εκεί στο πάτωμα, κοντά στη μαμά και στον μπαμπά…