Αυτή η νύχτα έμοιαζε να μην θέλει να τελειώσει. Μπήκες στο σπίτι χωρίς να πάρεις την άδεια κανενός. Μια εισβολή άνευ προηγουμένου. Σε έβλεπα να τριγυρνάς όπου βρισκόμουν. Ψιθύριζες ακατάληπτα πράγματα και προσπαθούσα να καταλάβω τι μου έλεγες. Δεν έβγαζα νόημα. Ερχόσουν δίπλα μου και προσπαθούσες να με αγγίξεις κι εγώ σε έδιωχνα μακριά. Αντιστεκόμουν σθεναρά σε αυτή την ανεξήγητη, λυσσαλέα επίθεσή σου πάνω στο σώμα μου. Επέμενες. Μου ήταν απολύτως ξεκάθαρο τι ζητούσες από μένα αυτή τη νύχτα, αλλά δεν ήθελα να ενδώσω με τίποτα. Όχι έτσι. Όχι μαζί σου. Για λίγο σταμάτησες να μου μιλάς. Σε έψαξα τριγύρω αλλά δεν ήσουν πουθενά. Μια ανάσα ανακούφισης βγήκε από τα στεγνά μου χείλη. Επιτέλους. Έφυγε.

Τόσα ήξερα. Δεν ξέρω που είχες κρυφτεί και δεν σε κατάλαβα. Γλύστρισες στο κρεβάτι μου μέσα στα σεντόνια και άρχισες το ίδιο τροπάρι. Να μου ψιθυρίζεις ακατανόητα πράγματα στο αυτί. Η ανάσα σου διαπερνάει το είναι μου και το άγγιγμά σου αφήνει σημάδια σε όλο το κορμί μου. Ξέρω πως το πρωί θα έχεις εξαφανιστεί πάλι και δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνεις όλο αυτό. Περνούν οι ώρες και η κούραση με παραλύει. Κλείνω τα μάτια μου να κοιμηθώ αλλά με μιλήματα και αγγίγματα παντού το καθιστάς αδύνατο. Σε ικετεύω. Μη με βασανίζεις. Δεν θέλω.

Όλη νύχτα στριφογυρνάω στα ιδρωμένα σεντόνια και εκλιπαρώ για έλεος. Και όσο πλησιάζω στην έκρηξη εσύ διεκδικείς περισσότερο αυτό που πιστεύεις ότι σου ανήκει. Ο θυμός και η αγανάκτηση αρχίζουν να με κατακλύζουν. Σφίγγω με τα νύχια μου το μαξιλάρι και περιμένω. Κάποια στιγμή θα σταματήσεις. Κάποια στιγμή από την έντονη προσπάθεια να διεισδύσεις σε κάθε σημείο του ταλαιπωρημένου κορμιού μου θα καταρρεύσεις. Δεν μπορεί! Και τότε θα τελειώσουν όλα οριστικά μεταξύ μας. Ξέρω ότι θα έρθουν κι άλλοι σαν κι εσένα. Ξέρω ότι αν γλιτώσεις από τα χέρια μου που πλέον παίρνουν θέση από πάνω σου θα πας αλλού. Έτσι είσαι. Δεν θα σε αλλάξω εγώ όμως. Εγώ σε προειδοποίησα να φύγεις. Με χίλιους τρόπους. Εσύ δεν ήθελες να καταλάβεις.

Κοντεύει να χαράξει. Επιτέλους κοιμάσαι. Καταραμένο πλάσμα. Σε ζηλεύω που μπορείς να κοιμάσαι χωρίς τύψεις για όσα πέρασα όλο το βράδυ στα αδηφάγα χέρια σου. Τράβηξα το σεντόνι σιγά σιγά για να μην ξυπνήσεις. Σηκώθηκα και πλησίασα όσο γίνεται κοντά σου. Θα πεθάνεις σήμερα. Σήμερα είναι το τελευταίο σου χάραμα και, τι χαρά! Δεν θα ζεις πια για να το δεις. Απλώνω τα χέρια μου και ήρεμα για να μην ξυπνήσεις σε κλείνω σφιχτά ανάμεσα στις παλάμες μου. Νιώθω το αίμα σου πάνω στο δέρμα μου και η χαρά της εξόντωσής σου με κάνει να χαμογελάω με ανακούφιση. Αφήνω το κουφάρι σου να πέσει άψυχο στο πάτωμα και πάω να πλύνω τα χέρια μου. Βάζω το ξυπνητήρι μία ώρα αργότερα και ξαναπέφτω ήσυχη πια στο κρεβάτι. Στο δωμάτιο δεν ακούγεται πια τίποτα. Επιτέλους. Αντίο για πάντα, μικρέ μου τύραννε. Αντίο για πάντα, το μόνο που θα σε θυμίζει το πρωί θα είναι η φαγούρα και το φενιστίλ πάνω στο κομοδίνο.