Ο Πέτρος κατάπιε λαίμαργα τις τελευταίες σταγόνες από τη βότκα. Πέταξε το μπουκάλι στο άδειο κάθισμα του συνοδηγού. Αυτή τη φορά δεν τον ένοιαξε αν λέρωσε τίποτα. Έβηξε και γέλασε. Άδειο κάθισμα… Δεν έπρεπε να είναι άδειο. Έπρεπε να είχε τη γκόμενά του, με μίνι φούστα, χωρίς καλτσόν, και μπλούζα see through –ίσως χωρίς σουτιέν από κάτω. Γαμώτο, ήταν ένας όμορφος νέος με πολλά φράγκα και εκείνη, η Στέλλα, τον παράτησε. Τον παράτησε. Και καλά δεν τον ήθελε για τα λεφτά και δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο τα χαστούκια που της είχε δώσει μια δυο φορές –ή μήπως ήταν έξι; Τι σημασία είχε, καμιά δεν είχε παρατήσει τον Πέτρο. Ποτέ.
«Γαμημένη σκύλα», έβρισε στο άδειο αμάξι. «Όλες είστε γαμημένες σκύλες». Το δέρμα του ανατρίχιασε, παρότι είχε τη θέρμανση στο φουλ. Η μηχανή έβγαζε ένα βαθύ μουγκρητό, σαν ροντβάιλερ που απειλεί τον διαρρήκτη. Απέξω, ένας άλλος κόσμος, γνωστός, αλλά και άγνωστος ταυτόχρονα. Μια μεγάλη πόλη και ο έναστρος ουρανός να την περιβάλλει.
Ένιωσε τα πάντα να γυρίζουν και το στομάχι του να κλαίει. Τις τελευταίες τρεις μέρες είχε φάει ελάχιστα και έπινε πολύ. Οι γονείς του είχαν χωρίσει και δεν του έδιναν σημασία. Δηλαδή, έμεναν όλοι κάτω από την ίδια πολυτελή στέγη, αλλά αλλού κοιμόταν ο μπαμπάς και αλλού η μαμά, σε διαφορετικά δωμάτια. Είχαν τη ζωή τους και καθόλου χρόνο για το τρίτο και μικρότερο παιδί της οικογένειας. Μάλλον επειδή δεν ήταν πετυχημένος πτυχιούχος, όπως οι δυο αδελφές του, οι οποίες την είχαν κάνει από νωρίς από την πόλη. Σκύλες κι αυτές, θα έπρηζαν τους άντρες και τα παιδιά τους, αναμφίβολα –τον ίδιο τον Πέτρο, πάντως, τον έπρηζαν όταν ήταν πιτσιρίκια.
Είχε σταματήσει στην άκρη της λεωφόρου. Δίπλα του περνούσαν αυτοκίνητα με μεγάλη ταχύτητα. Το αμάξι κλυδωνιζόταν άγαρμπα κάθε φορά. Όπως και όταν πηδιόντουσαν με την Στέλλα.
Να τη πάλι, παντού η Στέλλα. Παντού η γαμημένη σκύλα.
Ο Πέτρος ένιωσε κάτι να κυλά από τα μάτια του. Δάκρυα. Από το ποτό, όχι για τη Στέλλα. Όχι, δεν θα της έκανε αυτή τη χάρη. Δεν είχε κλάψει ποτέ του για καμιά γκόμενα. Δεν το άξιζαν. Λεφτά ήθελαν για να φτιάχνονται. Δεν ερωτεύονταν τον άντρα, αλλά τα λεφτά του.
Τι καθόταν τώρα εδώ, ε; Γιατί έχανε τον καιρό του; Τι μέρα ήταν; Τρίτη ή Τετάρτη; Τρίτη ήταν. Ναι, η Στέλλα τον είχε παρατήσει μες στο Σαββατοκύριακο. Είχαν βγει για καφέ. Από την αρχή κάτι δεν πήγαινε καλά με δαύτην, αλλά αυτός δεν το κατάλαβε. Δεν ήξερε τι θα του έλεγε. Νόμιζε πως κάτι είχε συμβεί με τη δουλειά ή κάτι τέτοιο, δεν το πολυσκέφτηκε. Κι εκείνη του έδωσε τα ακριβά του παπούτσια στο χέρι.
Άρα, μιας και ήταν καθημερινή, αυτή την ώρα η Στέλλα θα κοιμόταν στο διαμέρισμά της. Αύριο είχε δουλειά. Αν ήταν μαζί δεν θα χρειαζόταν να δουλέψει ποτέ ξανά στη ζωή της. Αλλά τον παράτησε.
Με παράτησε.
«Με παράτησε», είπε φωναχτά. Χτύπησε το τιμόνι με τα χέρια του. Έκλαιγε. Αν τον έβλεπε ο πατέρας του θα του τα’ψελνε. Η μάνα του θα τον κορόιδευε. Οι αδερφές του θα γέλαγαν σε βάρος του. Κι η Στέλλα…
«Η Στέλλα θα πηδιέται με άλλον». Ρούφηξε τη μύτη του. Με άλλον… Αυτό του την έδινε άσχημα. Δεν ήθελε καν να το διανοηθεί… Αλλά… μέσα του το ήξερε. Ναι, υπήρχε άλλος. Πρέπει να υπήρχε. Καμιά γυναίκα δεν φεύγει από έναν άντρα, αν δεν υπάρχει άλλος.
Άλλος…
Ίσως είναι τώρα μαζί. Θα πηδιούνται.
Ο Πέτρος έσφιξε τις γροθιές του. Έπρεπε να μάθει.
Έβαλε πρώτη και πάτησε το γκάζι. Το αμάξι σπίναρε, κουνήθηκε ελαφρώς, αλλά μέχρι εκεί. Δοκίμασε ξανά. Τα ίδια.
«Τι στο διάολο;»
Συνειδητοποίησε πως δεν είχε κατεβάσει το χειρόφρενο. Το έκανε και πάτησε γκάζι.
Άρχισε την πορεία όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Από πρώτη σε δευτέρα και μετά σε τρίτη και τετάρτη. Ούτε μισό λεπτό δεν πέρασε και είχε βάλει πέμπτη. Αυτά τα καλά είχαν τα γρήγορα αμάξια. Και της Στέλλας της άρεσε όταν ήταν μαζί μέσα στο αυτοκίνητο και εκείνος έτρεχε βολίδα. Την έφτιαχνε, όπως και τον Πέτρο. Πόσες και πόσες φορές είχαν σταθμεύσει για να κάνουν σεξ…
Και τώρα κάποιος άλλος…
Έπιασε τα εκατό. Εκατόν δέκα, εκατόν είκοσι…
Περνούσε τα άλλα οχήματα σαν αστραπή. Μια κόκκινη αστραπή που δεν είχε συναγωνισμό.
Ζαλιζόταν πολύ, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δυσκολευόταν να εστιάσει, μα δεν το φιλοσοφούσε. Έπρεπε να μάθει. Έπρεπε να πλακώσει στο ξύλο όποιον τολμούσε να αγγίξει τη δική του Στέλλα. Και μετά θα της έδινε κι αυτής το κατιτίς της. Της άξιζε.
Εκατόν σαράντα μίλια…
Εκατόν πενήντα…
Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάτια του Πέτρου κάθε που η μορφή της Στέλλας και του άγνωστου που του την είχε κλέψει έρχονταν στο νου του.
Κάπου πίσω, μακριά από αυτόν, ακούγονταν σειρήνες. Γαμημένοι μπάτσοι, σκέφτηκε, αλλά μόνο για μια στιγμή.
Η λεωφόρος στένευε. Ο Πέτρος δεν το κατάλαβε.
Μόνο όταν είδε το πίσω μέρος του μπροστινού αμαξιού να πλησιάζει γούρλωσε τα μάτια. Μα τι κάνω; αναρωτήθηκε. Το θολό τοπίο σαν να ξεκαθάριζε. Έτρεχε, υπερβολικά γρήγορα. Για τη Στέλλα. Κινδύνευε να σκοτωθεί για τη Στέλλα. Δεν άξιζε να σκοτωθεί για αυτήν, που να πάρει.
Αλλά ήταν αργά.
Το προπορευόμενο αυτοκίνητο έμοιαζε σαν να πήγαινε μόνο με δέκα χιλιόμετρα. Ο Πέτρος πάτησε φρένο. Δεν έπιασε. Το πάτησε απανωτά. Τίποτα. Συνεχόμενα, σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο σημαντικό στον κόσμο. Τίποτα.
Ο Πέτρος ούρλιαξε, έκλεισε τα μάτια του και κάλυψε με τα χέρια του το πρόσωπό του.
Στέλλα…
Δεν άκουσε το μπαμ. Ένιωσε κάτι, σαν εκείνη την αίσθηση που έχουμε όταν νομίζουμε πως μας παρατηρεί κάποιος, αλλά δεν έγινε καμιά πρόσκρουση.
Άνοιξε δειλά-δειλά τα μάτια.
Ένα άλλο αμάξι πλησίαζε με ταχύτητα.
Έκανε να καλύψει το κεφάλι του, μα δεν το έπραξε. Αντίθετα, είδε έκπληκτος να περνά μέσα από το όχημα και τον οδηγό του και να βγαίνει ξανά στο δρόμο. Και έπειτα να κάνει το ίδιο με μια μηχανή, και μετά με ένα βαν, και με ένα φορτηγό κάποιας εταιρείας.
Και τέλος βγήκε και πάλι στο δρόμο, στο άδειο οδόστρωμα που απλωνόταν εμπρός του. Και τότε άρχισαν να πέφτουν οι στροφές και να ελαττώνεται η ταχύτητα.
Δεν καταλάβαινε. Τι είχε συμβεί; Έκανε να πιάσει το τιμόνι, αλλά φοβήθηκε. Τι όμως; Το κεφάλι του πονούσε. Και δεν καταλάβαινε.
Κοίταξε πίσω του.
Γούρλωσε ξανά τα μάτια.
Ένα-ένα τα οχήματα που… που είχε διαπεράσει με το δικό του ανατινάζονταν μέσα σε μπάλες φωτιάς. Είδε ρόδες και εξαρτήματα να πετιούνται εδώ κι εκεί. Ο αναβάτης της μηχανής εκτοξεύτηκε σαν δαίμονας στον αέρα και έπεσε πάνω στο φλεγόμενο βαν.
Τότε πρόσεξε και κάτι άλλο που τον τρόμαξε ακόμα πιο πολύ. Με το που ανατιναζόταν ένα όχημα, εκτοξευόταν κάτι σαν αχτίνα φωτιάς προς το μπροστινό του. Λες και πυροβολούσε κάποιο εξωπραγματικό κανόνι ταινίας επιστημονικής φαντασίας.
Και κατάλαβε τι θα επακολουθούσε.
Είδε την ακτίνα να διαπερνά το φορτηγό και να έρχεται σε τέλεια ευθεία προς το δικό του αμάξι. Ένα τεράστιο, κίτρινο παλλόμενο δάκτυλο που φώτιζε το δρόμο πίσω του.
Στέλλα…
Ο Πέτρος γύρισε και προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του. Τι ανίδεος. Δεν άνοιξε, φυσικά. Πώς μπορούσε να γλιτώσει από την καταστροφή που είχε προκαλέσει;
Έκλεισε τα μάτια. Άκουσε το αμάξι να λιώνει και μετά ένιωσε το καυτό κύμα που τον τύλιξε και τον έκαψε.