Το σχέδιο ήταν απλό. Θα πήγαιναν στην βίλα μεταμφιεσμένες, κανείς δεν θα τις αναγνώριζε. Θα γινόντουσαν η παρέα ενός σαραντάχρονου, στην καλύτερη, θα έπαιρναν τα χρήματα και δεν θα το συζητούσαν ποτέ ξανά. Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό η Νίκη.
Μια λιμουζίνα σταμάτησε έξω από το σπίτι της Θάλειας. Ένας ευγενικός κύριος την καλωσόρισε και της άνοιξε την πόρτα. Προς μεγάλη έκπληξη της, μέσα στο αυτοκίνητο δεν ήταν μόνο η φίλη της, όπως περίμενε. Αλλά άλλες έξι κοπέλες, όλες από 20 έως 25 ετών το πολύ. Η περιέργεια της φούντωσε.

Η Νίκη της έδωσε την μάσκα. Δεν έβγαλε άχνα σε όλη την διαδρομή η Θάλεια. Κατεβαίνοντας, η Νίκη της είπε να χαλαρώσει. «Τι μπορεί να πάει στραβά ρε; Χαλάρωσε, απόλαυσε το, πάρε τα φράγκα και τέλος”! Την άκουσε. Οι γροθιές της χαλάρωσαν. Ένα welcome drink στην είσοδο ήταν ότι έπρεπε. Άνοιξε η πόρτα και αυτό που αντίκρισε την εκστασίασε. Μεγάλοι, επιβλητικοί πολυέλαιοι, πορσελάνη, σαμπάνια, ακριβά χαλιά, εσωτερική σκάλα, κύριοι με πανάκριβα κουστούμια και χρυσά μανικετόκουμπα, φρέσκα λουλούδια παντού, καθρέφτες.
«Μην στέκεσαι έτσι! Κάνε μια βόλτα, πιες λίγο σαμπάνια, δοκίμασε χαβιάρι! Θα ξετρελαθείς! Α! Και μην ξεχνάς! Απαγορεύονται τα ονόματα!” της είπε η Νίκη και χάθηκε στον κόσμο. Έμεινε μόνη. Προχώρησε με ασταθή βηματισμό καθώς τα τακούνια της βυθίζονταν στο χοντρό χάλι. Πήρε από το μπαρ ένα ποτήρι σαμπάνια καθώς εξερευνούσε με το βλέμμα της τον χώρο όταν ένας κύριος την πλησίασε.
– Πρώτη σου φορά;
– Ναι, ναι! Τόσο πολύ φαίνεται;
– Για κάποιον που ξέρει, ναι!
– Α! Είστε συχνός επισκέπτης δηλαδή;
– Μια φορά τον μήνα έρχομαι, συνήθως κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο, της απαντά και καθώς ανάβει το τσιγάρο του παρατηρεί τα χέρια του. Τόσο αντρικά! Ω Θεέ μου! Και τα χείλη του. Τόσο καλοσχηματισμένα. Σαν να ξέρουν ακριβώς τι πρέπει να κάνουν και να πουν.
– Έρχεσαι να σε ξεναγήσω;
Διστακτικά είπε το ναι. Η περιέργεια της για τον άντρα αυτόν, δεν της άφησε πολλά περιθώρια. Βρεθήκανε στην πισίνα.
«Ουάου” φώναξε η Θάλεια! «Αυτό δεν το περίμενα”!
– Θα δεις πολλά που δεν τα περίμενες, της είπε και πλέον η φαντασία της άρχισε να οργιάζει.
Καθώς άφηναν πίσω τον εσωτερικό χώρο της πισίνας, τον παρατηρούσε. Τον πέρασε από κανονική ακτινογραφία. Είχε φανταστεί κάθε σπιθαμή του κορμιού του. Ήταν τόσο αναμμένη που η ανάσα της έκαιγε κυριολεκτικά. Ένας αναστεναγμός, τον έκανε να κοντοσταθεί καθώς ανέβαιναν στα πάνω δωμάτια.
– Τι έπαθες μικρή μου; της είπε καθώς άνοιξε την πόρτα.
Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Τα χέρια του την είχαν ήδη αρπάξει και με μια κίνηση την κόλλησαν στον τοίχο. Καθώς εξερευνούσε το κορμί της, παρατήρησε ένα μαύρο σημάδι στον λαιμό του όπου έως τότε έκρυβε ο γιακάς του πουκάμισου.
– Μα για στάσου, σκέφτεται. Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό το σημάδι.
Όμως, δεν έδωσε σημασία. Αφέθηκε στην στιγμή.
Με μια κίνηση, την γύρισε προς τα πίσω καθώς ξεκούμπωνε το παντελόνι του.
– Μείνε εκεί, της είπε.
Η επιθυμία της να τον νιώσει μέσα της την έκανε ανυπόμονη.
– Σε θέλω, του είπε! Σε θέλω μέσα μου!
Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο όσο αυτός την βασάνιζε με την αργοπορία του και άρχισε να χαϊδεύει το μουνί της με αργές κυκλικές κινήσεις.
Το μουνί της έσταζε από τα υγρά της καθώς τον ζητούσε απεγνωσμένα. Την έπιασε και την πέταξε πάνω στο κρεβάτι. Της άνοιξε βίαια τα πόδια και άρχισε να γλύφει με μανία το μουνί της. Τα χύσια της είχαν κάνει μούσκεμα το σεντόνι. Της τον έχωσε βαθιά και άγρια. Οι οργασμοί της ήταν απανωτοί. Καθώς έφτανε στην κορύφωση, τον έβγαλε και τον έβαλε στο στόμα της όπου άρχισε να τον γλύφει παθιασμένα. Δεν άργησε να τελειώσει και εξουθενωμένος έπεσε δίπλα της.
– Ήσουν καλή, της είπε και σηκώθηκε να ντυθεί.
– Ευχαριστώ. Φαντάζομαι ότι εσύ έχεις εξασκηθεί πολύ.
– Αναρωτιέμαι αν σου έχει προσφέρει κανείς άλλος τόσους οργασμούς, της λέει, καθώς στρώνει την μάσκα στο πρόσωπο του.
– Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου, του είπε καθώς έκλεινε την πόρτα.
Τι κάφρος! είπε η Θάλεια και ντύθηκε γρήγορα γρήγορα. Ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου βρήκε τον φάκελο πεταμένο στο πάτωμα. Τον άνοιξε και είδε τα χρήματα.
– Άντε γαμήσου, παλιομαλάκα, είπε και έφυγε τρέχοντας από την βίλα.
Όλη την εβδομάδα τον σκέφτονταν. Δεν ήξερε καν ποιος είναι όμως και έπρεπε να συνεχίσει σαν μην είχε γίνει τίποτα.
– Ανοίγει την πόρτα της τάξης. Όφου, πάλι μ’ αυτόν έχουμε πρώτη ώρα, σκέφτεται. Κάθεται και είναι τόσο απορροφημένη στις σκέψεις της.
– Συγγνώμη δεσποινίς Θάλεια, μήπως έχετε την καλοσύνη να μας παραδώσετε την εργασία σας; της απευθύνεται όλο ειρωνεία ο καθηγητής της.
Σηκώνεται και πλησιάζει την έδρα. Αφήνει την εργασία. Ο κύριος καθηγητής με μια απότομη κίνηση τεντώνεται να την πιάσει. Βλέπει το σημάδι. Σοκάρεται και αρχίζει να γελάει εντελώς σπαστικά.
– Τι πάθατε δεσποινίς Θάλεια; την ρωτά.
– Τίποτα, τίποτα κύριε καθηγητά, του απαντά.
Την επόμενη μέρα βρίσκει στην έδρα του τον φάκελο.