Ήταν δεν ήταν τέσσερις τα ξημερώματα όταν έφευγε ο Νικολάκης για την δουλειά. Σκοτάδι απόλυτο και απόλυτη ησυχία βασίλευε γύρω. Δούλευε σ ένα σούπερ-μάρκετ, φόρτωνε και ξεφόρτωνε εμπορεύματα κάθε μέρα, χειμώνα- καλοκαίρι, με κρύο, με βροχή, με χαλάζι, με καύσωνα, παντός καιρού και με θρησκευτική ευλάβεια. Δεν είχε απουσιάσει ούτε μια φορά, ούτε όταν ήταν πολύ άρρωστος κι ούτε είχε ποτέ καθυστερήσει στην δουλειά κι ας είχαν πει στην μαμά του παλιά ότι είχε μια ελαφριά καθυστέρηση και την είχαν στεναχωρήσει. Ψέματα, δεν είχε αργήσει ποτέ. Δεν ήθελε να στεναχωρήσει την μαμά του.

Δεν ήταν η πραγματική του μητέρα, ούτε ο πραγματικός του πατέρας. Ήταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που δεν είχε δικά του παιδιά και τον είχε υιοθετήσει. Ο πατέρας έφυγε πολύ νωρίς κι έγινε αστεράκι στον ουρανό, του έλεγε η μητέρα κι έτσι ο Νικολάκης κι εκείνη ζούσαν πολύ αγαπημένοι κι έκαναν πολλά πράγματα μαζί. Τον καμάρωνε πολύ η μαμά και του έλεγε πως ήταν το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου κι ότι ήταν πολύ περήφανη γι αυτόν. «Είσαι το αγγελόπλασμά μου» του έλεγε συνέχεια.

Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, ξεχώρισε το αυτοκίνητό τους παρκαρισμένο λίγο πιο μπροστά από την αυλή του. Εντάξει δεν θα καθυστερούσαν σήμερα για τη δουλειά, δεν υπήρξε πάγος στο παρμπρίζ. Ήταν οι φίλοι του, το νεαρό ζευγάρι που έμενε δίπλα. Ο άντρας ήταν πολύ σοβαρός, αλλά η κοπέλα ήταν καλή κι ευγενική και τον χαιρετούσε και του χαμογελούσε. Μια φορά μάλιστα, τηγάνιζε κολοκυθάκια και μελιτζάνες και του πήγε ένα πιατάκι. Τι ωραία που τα είχε στολίσει με ντοματούλες και τυράκι. Είχε βάλει και οδοντογλυφίδες! Πόσο τυχερός ήταν ο Νικολάκης που είχε τόσο καλούς φίλους.

Θυμήθηκε την μαμά του, όταν του έφερνε φρέσκο στυμμένη πορτοκαλάδα στο κρεβάτι πριν φύγει για τη δουλειά. Τώρα ήταν μεγάλος κι έφτιαχνε μόνος του το πρωινό του αλλά του έλειπε η ζεστασιά και το χαμόγελο της μάνας του. Η παρουσία της, η μυρωδιά της, η αγκαλιά της κυρίως. Όταν ήταν στεναχωρημένος, πήγαινε και κουλουριαζόταν στην γούβα που είχε κάνει ο καναπές από το σώμα της και χάιδευε τα γυαλιά της, το κουτάκι που έβαζε τα χάπια της, το βιβλιαράκι με τις προσευχές της.

Αχ, με τούτα και με κείνα ξεχάστηκε! Απόγευμα και δεν έχουν γυρίσει ακόμα. Ανησυχεί ο Νικολάκης γιατί σήμερα είναι Παρασκευή κι έρχονται πιο νωρίς. Μακάρι να μην της φωνάξει σήμερα, γιατί της φωνάζει όταν είναι κουρασμένος αλλά δεν πρέπει γιατί είναι καλή. Μετά ηρεμούνε όμως και ηρεμεί και ο Νικολάκης. Τους ακούει που στρώνουν το τραπέζι και βάζει κι εκείνος να φάει και πόσο απολαμβάνει το φαγητό όταν τρώνε όλοι μαζί. Όπως τότε που έτρωγε με την μαμά που έφτιαχνε τόσο νόστιμα φαγητά, γιαχνί και λεμονάτο! Η μαμά του έλεγε πως όταν μεγαλώσει μια όμορφη κοπέλα με γλυκιά φωνή θα τον αγαπούσε πάρα πολύ και θα ερχόταν να μείνει μαζί του, όταν εκείνη δεν θα ήταν πια, όταν θα γινόταν αστεράκι όπως ο μπαμπάς κι έτσι δεν θα ήταν ποτέ μόνος του. Πράγματι βρήκε μια κοπέλα πολύ όμορφη κι ευγενική και γλυκομίλητη στην καφετέρια της πλατείας που πήγαινε κάθε Σάββατο πρωί για να παίρνει τον αέρα του. Έτσι έκανε και με τη μαμά, την πήγαινε για ψώνια και μετά καθόταν στην πλατεία κι έπαιρνε εκείνος ένα παγωτό κι εκείνη μια λεμονάδα. Τι υπέροχη ζωή! Η μαμά έλεγε πως έπρεπε να βγαίνουν και να χαίρονται τον ήλιο. Τι σκεφτόταν; Α, την κοπέλα που γνώρισε, με τα ωραία κόκκινα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια. Τι κρίμα που αρρώστησε το μικρό της αδελφάκι κι έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα της. Μακάρι να της χρησίμευσαν αυτά τα 5.000 ευρώ που της δάνεισε. Δεν τον ένοιαζε που δεν τα είχε πια στην τράπεζα, αρκεί να είχε γίνει το αδελφάκι της καλά. Τα έπιπλα που του πήρε τον δυσκόλεψαν λίγο γιατί έπρεπε να ξαναγοράσει αλλά εντάξει όλα πήγαν καλά. Μπορεί και να ξαναγυρίσει, γιατί του είχε πει θα ξαναγυρνούσε ή θα του έστελνε την διεύθυνση να πάει εκείνος. Έπρεπε να βοηθάμε τους ανθρώπους, έλεγε η μαμά κι εκείνος έκανε ότι του είχε μάθει. Θα την περίμενε πάντα. Πήγαινε κάθε Σάββατο, έπαιρνε ένα παγωτό στην πλατεία και την περίμενε. Ήταν πολύ τυχερός ο Νικολάκης που τον είχε προσέξει αυτή η κοπέλα.

Ωπ, τι ακούει από δίπλα! Έχουν βάλει μουσική. Όμορφα! Λες να χορεύουν κιόλας; Με την μητέρα χόρευε ταγκό καμιά φορά και γελούσε η μαμά κι ήταν ακόμα πιο όμορφη με τα άσπρα της μαλλιά και του έλεγε πως ήταν πολύ καλός χορευτής και πόσο όμορφα θα νιώθουν οι κοπέλες μέσα στην αγκαλιά του. Ντρεπόταν λίγο και χαμογελούσε αμήχανα. Έτσι κάνει και τώρα. Σηκώθηκε και έκανε μερικά βήματα στο σαλόνι του μικρού του σπιτιού! Κάνω χαζομαρίτσες, σκέφτηκε και ντράπηκε ξανά όπως τότε.

Το βράδυ της Παρασκευής θα βγούνε όπως πάντα κι εκείνος θα τους περιμένει να γυρίσουν και να βάλουν το κλειδί στην πόρτα για να κοιμηθεί ήσυχα. Τα λουλούδια στις γλάστρες του άνθισαν και σκέφτεται αύριο να τους αφήσει ένα τριαντάφυλλο έξω από την πόρτα τους για να χαρούν. Θα τους αρέσει πάρα πολύ, σίγουρα και θα καταλάβουν πως είναι από εκείνον γιατί χωρίς αμφιβολία θα έχουν προσέξει τα όμορφα λουλούδια του. Ξάπλωσε ο Νικολάκης και περίμενε τους φίλους του να επιστρέψουν από την διασκέδασή τους. Τι τυχερός που ήταν που είχε φίλους και δεν ήταν μόνος του. Κοιμήθηκε με την γλύκα αυτής της σκέψης στο μυαλό του.

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε κι ήταν ένα ηλιόλουστο, χαρούμενο Σάββατο. Ο Νικολάκης πήρε το πρωινό του, χωρίς να περιμένει τους φίλους του που θα ξυπνούσαν πιο μετά. Έκανε το ντουζ του, χτενίστηκε καλά καλά και φόρεσε τα καθαρά του ρούχα για να φύγει για την βόλτα του στην πλατεία. Ήταν ευχαριστημένος όταν κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Η μαμά θα ήταν περήφανη για μένα σκέφτηκε.

Α, μην ξεχάσει το τριαντάφυλλο! Νιώθει λίγο αμήχανα που θα κάνει αυτήν την κίνηση, αλλά αφού θα έδινε τόση χαρά στους φίλους του θα το τολμούσε! Είχε πεταλούδες στο στομάχι πλησιάζοντας το κατώφλι τους αλλά εκείνη την στιγμή που πλησίαζε, είδε την κοπέλα να βγαίνει για να πάει βόλτα το σκυλάκι τους. Έκανε αμέσως στροφή και προσποιήθηκε ότι έβγαινε κι εκείνος για την βόλτα του. Πέρασε από δίπλα του και του χαμογέλασε, αλλά τότε ξαφνικά το σκυλάκι ξέφυγε, το λουρί του της γλίστρησε από τα χέρια απότομα, το σκυλάκι άρχισε να τρέχει, η κοπέλα έβαλε μια φωνή δυνατή και τότε ο Νικολάκης έτρεξε κι εκείνος να το προλάβει κι ούτε που πρόσεξε το αυτοκίνητο που ερχόταν στο στενό τους πολύ γρήγορα – από πού ξεφύτρωσε αυτό- ακούστηκε ένας στριγκός θόρυβος από το φρενάρισμα, μύρισαν λίγο και τα λάστιχα ένα γδούπος δυνατός και μετά σιωπή για πολύ λίγο.

Ένα σκυλάκι κοιτάζει τρομαγμένο από το απέναντι πεζοδρόμιο, ένας οδηγός βγαίνει πανικόβλητος από το αυτοκίνητο, μια κοπέλα τρέχει προς τα εκεί, ένα τριαντάφυλλο πετάγεται ψηλά κι πέφτει στο δρόμο, ένας άνθρωπος ξαπλωμένος στο οδόστρωμα με ρούχα καθαρά και φρεσκοπλυμένα, με μια έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Είχε χτυπήσει στο κεφάλι του, φαίνεται από την λιμνούλα αίμα που σχηματίζεται σιγά σιγά αλλά δεν έχει τίποτα το τρομακτικό, σαν να κοιμάται με μάτια ανοιχτά, σαν να ονειρεύεται, σαν ν’ αναπολεί όμορφες στιγμές, σαν κάποιος που έχει ζήσει μια υπέροχη ζωή.

Τι τυχερός που ήταν ο Νικολάκης!