Αύγουστος. Ο Ήλιος καίει, η θάλασσα δροσίζει, ο αγαπημένος μου καφές χωμένος στην λευκή άμμο της παραλίας και η ψυχή μου ακατάστατη να γαργαλάει το σώμα μου για να φύγει. «Μην γυρίσουμε Αθήνα» παρακάλεσα τον άντρα μου. «Δεν θέλω να γυρίσω. Είναι το τελευταίο μου καλοκαίρι ολόκληρη» . Έτσι έλεγα μα κανένας-ούτε εγώ- καταλάβαινε τι εννοώ.
Σεπτέμβριος. Τα έχω ετοιμάσει όλα. Θα είναι το μεγαλύτερο πάρτι. Το τελευταίο πάρτι που θα είμαι ολόκληρη. Συνέχισα να επιμένω καθώς ετοίμαζα την γιορτή υπερπαραγωγή γενεθλίων εμένα και του γιου μου. Βλέπεις έχω την χαρά να έχω ίδια μέρα γενέθλια και μια πολύ καλή αφορμή να γλεντάω κι εγώ την γέννησή μου.

Οκτώβρης. Βλέπω στον ύπνο μου μια εκκλησία. Τέρμα Άθεη να προσθέσω. Από τα παράθυρα βγαίνουν ξερά λουλούδια. Βρίσκω έναν περαστικό και τον ρωτάω γιατί. «Δεν τα προσέξανε καλή μου». Θα πάω εγώ να τα ποτίσω λέω αποφασισμένη. «Μπορείς να προσπαθήσεις αλλά είναι μάταιο. Αυτός που ανέλαβε το πότισμα των λουλουδιών δεν τα πρόσεξε και τώρα είναι αργά. Δεν φταις εσύ. Λυπάμαι» Τον κοίταζα αποσβολωμένη. Ποια εκκλησία είναι αυτή; «ο Άγιος Νεκτάριος» είπε και πετάχτηκα μούσκεμα από το κρεβάτι.

Δυο μέρες μετά ο μπαμπάς μου πάει για εξετάσεις για μια επίμονη ίωση. Διάγνωση μια σπάνια ασθένεια, δύσκολα αντιμετωπίσιμη.

Αρχίζει ο Γολγοθάς. Κλάματα. Στεναχώρια. Κυκλοφορούσα ζωντανή νεκρή. Αδύναμη να αντιμετωπίσω την αλήθεια. Να φύγω! Ούρλιαζε το μέσα μου, να πάω που; Με χάιδευε η μητέρα του εαυτού μου.

Ο πατέρας μου στα πόδια του. «πάω να της ρίξω δυο σφαλιάρες της αρρώστιας κι έρχομαι» έλεγε. Υπέμενε εξετάσεις, τρυπήματα, θεραπείες. Και πως να μην το κάνει άλλωστε. Πάντα πολεμούσε. Όχι για αυτόν. Ούτε για την οικογένειά του. Για τον κόσμο όλο πολεμούσε.

Πρώτος στις πορείες. Πρώτος στα δημοσιογραφικά του καθήκοντα κι ας ήταν μαέστρος. Πολεμούσε με νύχια και με δόντια το άδικο που τελικά τον σκότωσε.

Εκείνος ήταν που κατήγγειλε διοικητή αστυνομίας σε νησί, για μαστροπεία και κατέδωσε το αφεντικό του για συνένοχο. Παιδάκι ήμουν αλλά θυμάμαι. Πήγαινε αργά την νύχτα δύο δωμάτια παρακάτω στο ξενοδοχείο που μέναμε και χτυπούσε απαλά την πόρτα. «Είσαστε καλά;» Κι από μέσα ακουγόντουσαν κορίτσια να ελευθερώνουν την αναπνοή που κρατούσαν. «Σώσε μας.» «Θέλω την μαμά μου». Νύχτα εγκαταλείψαμε το νησί να μην μας σκοτώσουν. Και δώσε δικαστικούς αγώνες. Και δώσε ξενύχτια. Και δώσε ταξίδια.

Δώδεκα χρόνια κυνήγι κι από παιδί έγινα γυναίκα. Παράτα τους πια! Του λέγαμε.
«Όχι». Επέμενε εκείνος.
Τον έφαγε το μαράζι για την ανικανότητα του να αλλάξει τον κόσμο.

Έλιωνε κάθε μέρα. Πόρνη αρρώστια. Τον γλεντούσε και τον κατασπάραζε. Κι αυτός εκεί. Δύο χρόνια πάλης. «Θα νικήσω» έλεγε.

Και εκεί κάπου στα μισά της διαδρομής του, κάτι γύρισε μέσα μου. Και από την απόλυτη κατάθλιψη γύρισα στην απόλυτη ευτυχία. Άρχισα να αισθάνομαι. Τα πάντα. Πόνο, χαρά, ευτυχία, έρωτα. Όλα. Άρχισα να μυρίζω την φύση. Άρχισα να ζω αληθινά. Θεωρούσα τόσο μεγάλη ηλιθιότητα να κλαίω για ένα προδιαγεγραμμένο τέλος ενώ ο ίδιος χαιρόταν και την τελευταία πινελιά της ζωής. Κι έτσι για έναν χρόνο χόρευα, τραγουδούσα, έπαιζα, ήλπιζα, έβλεπα τα χρώματα πιο φωτεινά, τον ήλιο πιο λαμπερό, την νύχτα στοργική.

Δύο μέρες πριν φύγει, η νύχτα ήταν μανιασμένη. Ο αέρας ούρλιαζε και η βροχή έσκιζε τις τέντες των σπιτιών. Εκείνος ξαπλωμένος πια με το οξυγόνο στο πρόσωπο κι εγώ να του κάνω μασάζ στα πόδια. Κάποια στιγμή κοίταξε την μαμά μου και την ρώτησε που είμαι. Κατάλαβα. Πήγα μπροστά του και του είπα «εδώ είμαι». Έσκυψα πάνω του κι εκείνος μετά από εβδομάδες ακινησίας έβαλε όλη του την δύναμη κι ανακάθισε για να με αγκαλιάσει. «Κάνε μου αναπάντητη όταν φτάσεις σπίτι σου»

Εκείνη ήταν η μοναδική νύχτα που έκλαψα πολύ. Περπατούσα μέσα στην βροχή και έκλαιγα. Το πρωί του ταξιδιού το τηλέφωνο έσπασε την σιωπή του σπιτιού μου. «Έλα σπίτι. Ο μπαμπάς φεύγει».

Ήρεμα ντύθηκα και αγκάλιασα τον γιο μου πριν τον αφήσω στο σχολείο. Ήξερα ότι ο μπαμπάς μου θα με περιμένει. Λίγες στιγμές αργότερα βρισκόμουν στο δωμάτιο του. Του ζήτησα να πάμε στο νοσοκομείο και μου είπε «όχι ακόμα. Θα σου πω όταν είναι.» Μάζευε τις τελευταίες στιγμές στο σπίτι του , πολύτιμη βαλίτσα για την μακρινή διαδρομή του. Όταν ήταν έτοιμος πήρε ένα ηρεμιστικό και καλέσαμε ασθενοφόρο.
«Όλα θα πάνε καλά στο τέλος μπαμπά» του είπα καθώς έκλειναν την πόρτα. Έγνεψε χαμογελώντας «όχι».
Στο νοσοκομείο με τράβηξε κοντά του και μου ψιθύρισε «κουράστηκα» . Κοιμήσου μπαμπά να ξεκουραστείς, του είπα και του έδωσα την άδεια να φύγει.
Τον κοίταξα τελευταία φορά. «Πάω να πάρω τον μικρό από το σχολείο». Ψέματα του είπα. Δεν ήθελα να τον δω να φεύγει. «Venceremos»….

Έχουν περάσει χρόνια από εκείνη την μέρα. Κι η ζωή δεν σταμάτησε όπως πίστευα στο άκουσμα της ασθένειας. Από τότε άλλαξαν πολλά. Το μόνο που έμεινε ίδιο ήταν η ψυχή μου. Έμαθα με τον σκληρό τρόπο ότι δεν είμαστε αθάνατοι. Εκτίμησα αυτά που είχα και αυτά που μπορούσα να διεκδικήσω. Κι ας πέσω. Κι ας τσακιστώ. Θα σηκωθώ. Ξανά και ξανά. Θα υπάρξω. Θα κλάψω με ζήλο. Θα γελάσω μέχρι να μην έχω ανάσα. Θα κάνω έρωτα σαν να είναι η τελευταία μου φορά. Θα τσακωθώ σαν να είναι οριστικό τέλος, θα συγχωρήσω σαν να πεθαίνω την επόμενη στιγμή, θα αγαπήσω μέχρι να λιώσουν τα κύτταρά μου. Και θα πολεμήσω ρε παιδιά. Θα πολεμήσω για εμένα, για εσένα, για τον φίλο σου. Για όλους.

«Μια στιγμή είναι η ζωή μα προλαβαίνουμε…»

Καλή ανάπαυση μαέστρο! Σε ευχαριστώ για όλα. Μας έλειψες…

 

Α.Β