«..φτάνει, φτάνει, φτάνει, η ζωή μου κύκλους κάνει…», η φωνή σου βγαίνει αργόσυρτη, μ΄ένα γρέζι σαν της αγαπημένης σου Χαρούλας. Κι ένα πόνο βαθύ, σαν από αιώνες ριζωμένο και ανακυκλούμενο από γενιά σε γενιά. Είσαι πλάτη, στο νεροχύτη και πλένεις τα πιάτα και τραγουδάς. Δε φοράς γάντια, ποτέ σου δε φόρεσες και κατέστρεψες αυτά τα βελούδινα χέρια με τα μακριά δάχτυλα και τα κατακόκκινα νύχια, σήμα κατατεθέν σου.

Αχ, ρε μάνα..πόσο άλλαξες, πόσο μεγάλωσες, πόσα πέρασαν από πάνω σου και σε ισοπέδωσαν σαν τον οδοστρωτήρα πάνω στη ζέστη, φρεσκοστρωμένη πίσσα. Τα χεράκια σου ρόζιασαν και βγάλαν αυτούς τους καφέ λεκέδες, σαν της γιαγιάς. Το πρόσωπό σου χαρακώθηκε από αυτές τις χαρακιές που αφήνει ο χρόνος και ειν΄πιο βαθιές κι από ουλές. Μόνο τα εβένινα, ολόσια μαλλιά σου αντιστέκονται ακόμη συ αυτή την τσουλήθρα του χρόνου. 3-4 άσπρες τρίχες παρά τα, κοντά, 70 σου χρόνια. Σαν του παππού, σαν του σογιού, σαν την ύστατη προσπάθεια του κορμιού σου να σηκώσει ανάστημα στη φθορά.

Συγγνώμη μαμά.
Συγγνώμη που μπήκα κι εγώ σε αυτό το κουλουάρ και τρέχω ξοπίσω σου σε αυτό τον αέναο φαύλο κύκλο. Δεν θέλησα ποτέ να είμαι μετριότητα, ήσουν για μένα ψηλά σε βάθρο και όλο πηδούσα, όλο και ψηλότερα να σε φτάσω. Να, σαν τότε, που ήμουν έφηβη κι ατσούμπαλη σαν παραγεμισμένος κεφτές, σα το σκαμπό του πιάνου με πόδια, ενώ εσύ ήσουν μια όμορφη και λυγερόκορμη 40αρα κι γω ξεφυσούσα σα καρβουνιάρης μες τους κορσέδες που μάζευαν τα προκοίλια μου. Και συ πάντα λεπτή και κομψή, με τα ταγεράκια σου , τις ψηλές γόβες σου και τις 2 σταγόνες Coco Chanel No 5 πίσω απ΄τα αυτιά σου. Στέλεχος γαρ, όχι γραμματικιά σαν κι εμένα.

Σα τότε, που κάηκε το κομπιούτερ μου 2 μέρες πριν παραδώσω τη διπλωματική..χωρίς μπακαπ…και συ με κοίταξες με κείνο το βλέμμα… και μου έφτιαξες μια καζάνα καφέ και 2 ντουζίνες τοστάκια με γκούντα Νουνου. Κι όταν 2 μέρες μετά, βγήκα ημίτρελη και λιγδωμένη απ το δωμάτιο με 100 σελίδες γλωσσολογική ανάλυση πάνω στον Great Gatsby, συ φούσκωσες σα παγόνι από περηφάνια, λες και στην έπεσε ο ίδιος ο Robert Redford που τονε καυλάντιζες κιόλας (I know, LANGUAGE!).

Συγγνώμη μαμά.
Που πήγα και παντρεύτηκα τον ίδιο αχρείο που πριν χρόνια είχες παντρευτεί κι συ. Δεν ήξερα, δε ρώτησα, δεν ήθελα να σε ακούσω. Ήθελα να ζήσεις γιατί ήσουν άρρωστη, ήθελα να χαρείς εγγονάκι ακόμη κι αν εγώ δεν ήμουν έτοιμη για παιδιά. Και έζησες, και το χάρηκες και το χαίρεσαι ακόμη. Περισσότερο από μένα που ‘μαι η μάνα του. Και το μαθαίνεις και το κακομαθαίνεις, κι όλο τρέμω μην καταλήξει να τρέχει ξοπίσω μου στο ίδιο κουλουάρ. Συγγνώμη που δεν της έδωσα το όνομά σου. Ήμουν πολύ κουλ τέτοιου είδους μικροαστικά και συνάμα πολύ δειλή για να αντιμετωπίσω αυτούς που ρουφούσαν τη φαιά ουσία μου με καλαμάκι του freddo.

Σχώρα με μαμά. Για τα νεύρα μου και την κατάθλιψη μου. Δεν τα ζήτησα, δε τα ήλεγχα. Δεν ήταν ωραία εκεί στα σκοτάδια. Δεν ήμουν τόσο δυνατή να συρθώ απ τα πηγάδια παρά το στιβαρό χέρι σου που με κρατούσε. Δε στέρευε το δάκρυ παρά το χάδι και το φιλί που ποτέ σου δε μου στέρησες. Έπρεπε απλά να βγει. Σαν το κίτρινο , βρωμερο πύο που βγαίνει όταν σπάει το απόστημα.

Μάνα, συγγνώμη που δεν είμαι καλή μάνα.
Που δεν δίνω όσο χρόνο θες στο παιδί μου. Που βάζω όρια , που είμαι απόλυτη και αυστηρή σε κάποια πράγματα που εσύ δεν ήσουν και τα φάγαμε στη μάπα και οι δυο. Που δεν φτιάχνω σωρηδόν τοστάκια με Νουνου γκούντα στην πανέμορφη και λυγερόκορμη κόρη μου γιατί ακόμη νιώθω τον κορσέ πάνω μου σαν έρπη ζωστήρα, ακόμη κι αν τον πέταξα χρόνια πριν. Που παλεύω μόνη τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες. Έξωθεν και έσωθεν. Κυρίως έσωθεν. Και νικάνε καμιά φορά. Κι άλλες φορές τους πάω γαμιώντας, 5-0 στην έδρα μου.

Και τώρα, ζήτα μου και συ.
Ναι, το θράσος μου δεν έχει όρια, το ξερες άλλωστε. Ζήτα μου και συ μια συγγνώμη για τις φορές που τα λόγια σου γίνονταν μασαζοκορσές στην καρδιά και τα μηνίγγια μου. Για τις φορές που έστω υπονόησες ότι δε θα δινα την ίδια μου τη ζωή για το μοναχοπαίδι μου. Ακόμη και για σένα, μάνα. Για τις ώρες εκείνες τις εντατικής , που προσευχήθηκα στους θεούς και τους δαίμονες που κατοικούν μέσα μου να σε φέρουν πίσω κοντά μου. Για το στρες που υπέβαλα το σποράκι στην κοιλιά μου, το ίδιο μ εκείνο που υπέβαλες και συ σε μένα, αμφιταλαντευόμενη αν θα με γεννήσεις ή όχι. Μα έπρεπε μάνα Πώς αλλιώς θα συνεχίζαμε αυτό τον κύκλο;

«…μαμά, πεινάω μαμά, φοβάμαι μαμά, γερνάω μαμά. Και τρέεεεεεεμω να ‘μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς, ωραία, νέα κι ατυχής», η φωνή μου βγαίνει με βιμπράτο πιο ζηλευτό κι απ της Τσανακλίδου, καθώς σαπουνίζω το ίδιο πιάτο επί 5 λεπτά. Ναι, το DNA σου μαμά. Κι ένας λυγμός μπερδεμένος μέσα στις φωνητικές χορδές μου. Μη ανησυχείς, φοράω γάντια μαμά, έχω ανάψει και το θερμοσιφωνάκι. Με συγχώρεσες μαμά; Κι εγώ εσένα. Είμαστε πάτσι!