Από ώρα είχε σβήσει ο λουλάς, μα η γλυκιά του μυρωδιά, συνέχιζε να πλανάται στον χώρο. Χαράματα παρά κάτι ήτανε. Μαγική ώρα. Αρχές Απρίλη. Πέρασε καιρός από τότε, πέρασε ο χρόνος και μαζί του, πέρασα κι εγώ πολλά.
Θυμάμαι να μου ‘χουν τελειώσει η ρετσίνα και τα τσιγάρα. Θυμάμαι τα κόκκινα, από την αυπνία, μάτια και την ψύχρα της χαραυγής. Να σκάω στο δωμάτιο και να παγώνω στο μπαλκόνι. Να μαζεύω τα τρίμματα απ’ τον καπνό, για να κάψω ένα τελευταίο τσιγάρο, πριν σύρω το κουφάρι μου στο στρώμα. Να αγναντεύω μόνος, μια εικόνα που ‘χα συνηθίσει να την βλέπω με παρέα.

Νομίζω πως τότε, ήταν που ταξίδευε το μυαλό μου. Πετούσε σε λιβάδια και θάλασσες, σε ερημικές αμμουδιές, σε ξέφωτα μέσα σε χαμένα δάση. Όταν δεν περπατούσα και κάλπαζε ο λογισμός μου, έγραφα για όλα όσα πίστευα ότι δεν θα ζούσα ποτέ. Μικρές ιστοριούλες, εκείνες που πάντα έπλαθα με το μυαλό μου. Ξέρεις… Πολλές φορές πλάθουμε, στις φαντασίες μας, ιδεατές ή αδύνατες καταστάσεις, προσπαθώντας να μάθουμε πώς θα συμπεριφερόμασταν αν, ποτέ, συνέβαιναν. Αν· τότε, που ξεσκιζόμασταν στο έξω και ξημεροβραδιαζόμασταν, πίνοντας σε μια προσπάθεια να συνθλίψουμε τους δαίμονές μας, με την Αφροδίτη· αν, κάποιο απ’ αυτά τα ατελείωτα και αδυσώπητα βράδια, καταλήγαμε στο κρεβάτι, αν πηδιόμασταν κι ύστερα το γυρνούσαμε σε σχέση και το παλεύαμε μαζί, εγώ με τα δικά μου κι εκείνη με τα δικά της κι αν το συνεχίζαμε και έμενε έγκυος· εγώ τότε άνεργος, εκείνη πάλευε με τρεις κι εξήντα· και αποφασίζαμε να το κρατήσουμε, και μαθαίναμε ότι ήταν τρίδυμα…

Ακόμα θυμάμαι το σούρουπο που έκανα αυτές τις σκέψεις, μπορώ ακόμη και να δω τον δρόμο που διάβαινα. Μέσα στο σκισμένο μου τζιν και τα παπούτσια του τρεξίματος, με τα ακουστικά στα αυτιά, έκανα μια, κάποτε, γνώριμη διαδρομή, καίγοντας χρόνο, σε μια ζωή που δεν είχε ούτε προορισμό μα ούτε κι αξία. Σταμάτησα στο φανάρι· το έχουν πια ξηλώσει κι έχουν βάλει roundabout· χαμογέλασα, σκούπισα τα δάκρυά μου και συνέχισα τον δρόμο μου, ίσα για να συνεχίσω να σκέφτομαι, ίσα για να μη γυρίσω σπίτι.

Κι όταν το έκανα, θυμάμαι, εκείνο το βράδυ, κάθισα κι έγραψα μια ιστορία, να, για μένα και την Αφροδίτη. Θυμάμαι που της την έστειλα, με mail, να την διαβάσει. Τα λέγαμε στο skype· όταν δεν ξημερώναμε στις παρυφές της πόλης, ξενυχτούσαμε μιλώντας στον ψηφιακό κόσμο. Γελούσε. «Έχεις πλάκα» μου ‘χε πει.

Θυμάμαι και το βράδυ που καταλήξαμε στο κρεβάτι. Εγώ ήμουν πολύ λιώμα για να ασχοληθώ με το οτιδήποτε, εκείνη νιαούριζε προκλητικά. Παίξαμε για λίγο κι ύστερα βαρέθηκα. Ήμασταν φιλαράκια, δεν ήθελα να το πάω αλλού. Όχι ότι δεν το σκεφτόμουν και το απίστευτό της κωλαράκι, δεν βοηθούσε να το ξεχάσω. Αλλά… Τότε είχα μάθει πως οι άνθρωποι συναντιούνται για να κάνουν ό,τι έχουν να κάνουν κι ύστερα χάνονται για να τραβήξει ο καθένας τον δρόμο του.
Πηδιόμασταν, για καμιά βδομάδα, σαν τα ζώα. Έπειτα κόψαμε. Ήθελε το παραπάνω κι εγώ, τότε, ψυχή δεν είχα. Όχι για να δώσω. Γενικότερα δεν είχα ψυχή. Κάποιο μυστήριο βράδυ, είχα πάρει μια βαριοπούλα και την θρυμμάτισα. Είχα κουραστεί να ζω για να πονάω. Έπρεπε ν’ αλλάξω κι εκείνη η ρημάδα η αλλαγή, δεν ερχόταν. Κι η Αφροδίτη, με τα δικά της, δεν βοηθούσε. Ούτε εγώ θα την βοηθούσα. Ας είναι. Παντρεύτηκε και μιζέριασε, έμαθα. Το ‘ριξα στο μουχαμπέτι. Με τσίναγε ο κολλητός, που μ’ ανεβοκατέβαζε μαλάκα. Δεν το ‘χα, εκείνη την περίοδο, να δεσμευτώ και να πέσω στα βαριά. Τα ψυχοφάρμακα παχαίνουν.

Ιούνιος. Ίδια ιστορία. Γεωργία. Χαράματα και κάτι, πάνω στο λόφο, να αγναντεύουμε τα φώτα της πόλης, που από μακριά, έμοιαζαν με πυγολαμπίδες. Εγώ είχα φέρει τον κολλητό στο νοσοκομείο, που ‘χε τρακάρει το χέρι του με τον τοίχο· για ένα μουνί και μια υπόληψη. Εκείνη είχε φέρει τη μάνα της, απόπειρα αυτοκτονίας· αργότερα έμαθα πως μπαινόβγαινε για χρόνια στα νοσοκομεία, παλεύοντας με την κατάθλιψη και λίγο πιο μετά, έκοψα κι από εκεί. Το πιάσαμε στο φιλικό, ρίξαμε τις σπόντες μας, βγήκαμε καμιά πέντε – έξι φορές. Την βγάλαμε, κάποιο βράδυ, στο τελετάδικο του πατέρα της. Και… Στο σταυρό που σου κάνω, τελετάδικο – ξετελετάδικο, την κάναμε την δουλειά, ανάμεσα στις κάσες. Ακόμη γελάω με τις ατάκες της, όποτε την φέρνω στο μυαλό μου. Αλλά δε. Σώγαμπρος σε τελετάδικο; Θα με έψελνε η κυρά-Λίτσα· η μανούλα ντε· μέχρι που θα την κουβαλούσαμε στην τελευταία της κατοικία.

Θυμάμαι να το ρίχνω στη μοναξιά, όταν κατάφερα να βρω δουλειά. Είκοσι τετραγωνικά τρύπα, με μια πόρτα κι έναν φεγγίτη στο μπάνιο· ίσα για να μη ζέχνει το σκατό σ’ όλο το δωμάτιο· γιατί σπίτι δε το ‘λεγες. Θυμάμαι και την παρέα που προσπαθούσε να μου κάνει προξενιά. «Κόλλησες, μαλάκα, με την Ανθή». Ούτε καν που την θυμόμουν. Στιγμές και μικρά αποσπάσματα απ’ τη ζωή μας, ναι, τα θυμόμουν κι ήταν τόσο ζωντανά μέσα στο μυαλό μου, που, νόμιζα ότι τα ξαναζούσα. Μα δεν θυμόμουν ούτε το πρόσωπό της, ούτε την σιλουέτα της, ούτε τους τρόπους της, ούτε τα λόγια της, ούτε καν τα χρόνια που περάσαμε.

Άφησα τέσσερα χρόνια πίσω μου. Άφησα φίλους και στιγμές, ανθρώπους κι εποχές. Τους παράτησα μέχρι να τους ξεθωριάσει ο χρόνος και να τους ξεχάσω. Πιότερο κακό μου έκαναν, παρά καλό. Απομονώθηκα και αναθάρρεψα, ανακουφίστηκα, ανάσανα. Επέστρεψα πίσω σ’ έναν εαυτό που ‘χα καταστρέψει για χάρη της Ανθής. Άρχισα να χαμογελάω. Να ξεχνάω. Να μην σκάω. Να μην αγχώνομαι. Άρχισε να έχει νόημα η ζωή κι οι μέρες μου γέμιζαν. Δεν προλάβαινα τον χρόνο, ούτε, βέβαια, κι εκείνος, εμένα. «Σ’ έχω δει πώς με κοιτάς» μου ψιθύρισε, χθες, μια συνάδελφος στη δουλειά.
«Δεν κοιτάζω εσένα, ρε Χριστίνα. Στα βυζιά σου καρφώνομαι».

Πάλι ξενυχτάω. Χαράματα παρά λίγο. Αραγμένος στο μπαλκόνι, να χαζεύω το σκουπιδιάρικο που ξεβρωμίζει την πόλη. Καυτός Αύγουστος, όπως τότε που μ’ άφησε η Ανθή. «Ίδιος με όλους είσαι ρε!» είχε ουρλιάξει, πριν εξαφανιστεί απ’ τη ζωή μου.

Με τρόμαξε το άγγιγμα. «Ξαγρυπνάς;» άκουσα την νυσταγμένη της φωνή. Κούνησα το κεφάλι. «Ίδιος με όλους;» ρώτησα.
«Όχι, χαρά μου. Εσύ είσαι ξεχωριστός και μοναδικός. Τόσο ξεχωριστός και μοναδικός όσο όλοι μας. Έλα να σε πάω για ύπνο…»