Η Ιρίνα σηκώθηκε από το κρεβάτι και φόρεσε το βελούδινο πανάκριβο εσώρουχό της. Με τα μάτια ακόμα νυσταγμένα αντίκρισε έξω από το παράθυρο του σκάφους τη μαγευτική εικόνα με τα εκατοντάδες παρκαρισμένα σκάφη πολυτελείας στο βάθος του ορίζοντα, στην παραλία του Μονακό. Τα μάτια της λαμπύρισαν μπρος στο πρώτο φως του ήλιου. Σε λίγο αναχωρούσαν.
Δεν πίστευε στα παραμύθια. Η μητέρα της της έλεγε πως πριγκίπισσες δε γεννιούνται. Γίνονται. Με έξυπνες κινήσεις. Τι να τα κάνει τα πτυχία και τον υψηλό διαλογισμό όταν μπορεί να καταφέρει με τη φυσική ομορφιά της ακόμα και τον πιο πλούσιο άντρα. Δεν είχε άδικο. Αν και κατάφερε να τελειώσει τις σπουδές της στην Αγία Πετρούπολη, η αλήθεια είναι πως η παράλληλη γνωριμία της με τον Ιβάν φώτισαν ακριβώς τις ιστορίες που η μητέρα της της διηγιόταν από παιδί. Όχι παραμύθια. Ιστορίες. Βγαλμένες μέσα από τη ζωή των απλοϊκών κοριτσιών που αγαπούν την καλοπέραση. Η μάνα της δεν ήταν παρά μια ταξιθέτρια στην Όπερα. Μήνας έμπαινε μήνας έβγαινε. Ήθελε όμως η κόρη της να είναι η γυναίκα την οποία η ταξιθέτρια θα συνόδευε στη θέση της στο θέατρο.

Και κάπως έτσι λοιπόν, ο Ιβάν, ο πλούσιος Ρώσος επιχειρηματίας, που διασκέδαζε κάθε καλοκαίρι παρέα με εκείνη στο πολυτελές Μονακό, έγινε ο σύντροφός της. Ένας σύντροφος που της χάιδευε την πλάτη μπροστά σε ξένους, σε διάσημους, σε άλλους επιχειρηματίες, ένας σύντροφος που κάποια βράδια επίσης την παρότρυνε να αλλάξει κρεβατοκάμαρα και να επισκεφθεί το δωμάτιο ενός πλούσιου εμπόρου ή ενός γνωστού σταρ του σινεμά γιατί όλα ήταν θέματα δημοσίων σχέσεων αλλά και συμφωνιών. Κι εκείνη χαμογελούσε μελαγχολικά τρύπωνε στα δωμάτια με μία κίνηση απελευθέρωνε το τέλειο σώμα της από οποιοδήποτε πολυτελές ύφασμα τη βάραινε και χωρίς να αποχωριστεί τα Λουμπουτέν της σκαρφάλωνε επάνω σε νέους, γέρους προσφέροντας το κορμί της, αφήνοντας τον Ιβάν να δώσει τα χέρια μαζί τους για να τακτοποιήσει ακόμα μερικά εκατομμύρια στη θυρίδα της ελβετικής τράπεζας όπου κρατούσε τις μυστικά του έσοδα. Αυτά τα μυστικά που εκείνη τα γνώριζε καλά χωρίς ο Ιβάν να έχει την παραμικρή ιδέα.

Η Ιρίνα μεγάλωσε χωρίς πατέρα και είχε ξεκάθαρα ανάγκη έναν Ιβάν να της δείξει το σωστό και το λάθος. Όμως το ένστικτο της της έλεγε πως όλη αυτή η πραγματικότητα που είχε δημιουργηθεί μέσα σε αυτά τα καταθλιπτικά κότερα, με κόσμο να πηγαινοέρχεται, να πίνει, να σνιφάρει και να ξεκαρδίζεται στα γέλια δεν ταίριαζε σε μία δημιουργημένη πριγκίπισσα. Αυτά σκεφτόταν, κάποια μοναχικά βράδια σαν και αυτό, που ο Ιβάν δεν είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες της, δεν την είχε καν ανάγκη ο ίδιος, καθώς ήταν χαμένος στο Σαν Τροπέ με θελκτικές καλλονές ποτό και ξενύχτια. Eκείνη παρέμενε στην κουπαστή, φορώντας το αγαπημένο της χακί αμάνικο φορεματάκι, δώρο της μητέρας της όταν πέτυχε στο Πανεπιστήμιο, κάπνιζε τα Γκολουάζ της και έπινε πινό νουάρ, ακούγοντας τα ήρεμα κυματάκια να παφλάζουν.

«Η ζωή είναι ωραία για να την αφήνεις να στην παίρνει το κύμα», μία φωνή από πίσω της αποκρίθηκε. Η Ιρίνα γύρισε και είδε το Γιαν. Το παιδί που τους σερβίριζε. Πιθανόν να είχε βγει να καπνίσει κι εκείνος ένα τσιγάρο γιατί τον έβλεπε να ρεμβάζει επίσης μέσα στο σκοτάδι, ατενίζοντας σε απόσταση τα λαμπερά φώτα της παραλίας.

«Ναι, αλλά για να την πάρει το κύμα τη ζωή πρέπει να την έχεις κιόλας, εκτός και αν αισθάνεσαι κενό». Λόγια τα οποία βγήκαν αβίαστα από μέσα της. Ο Γιαν της χαμογέλασε και την πλησίασε συνεχίζοντας να καπνίζει το τσιγάρο του.
«Μία κοπέλα σαν εσάς είναι γυναίκα και πρέπει να απαιτεί, όχι να τη διατάζουν». Αχ και να ’ξερε. Αχ και να μπορούσε πραγματικά να καταλάβει πόσα όνειρα συνέχιζε να αφήνει ανεκπλήρωτα για να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις της. Ο Γιαν φαινόταν γοητευτικός. Μελαμψός και στο σκοτάδι τα καστανά μάτια του γυάλιζαν από ενθουσιασμό. Με την εμπειρία της θα έλεγε πως ίσως ο νεαρός αυτός, κατά πάσα πιθανότητα συνομήλικος της, να την είχε ερωτευτεί. Κάθισαν στο τραπέζι και η νεαρή γυναίκα του πρόσφερε ένα ποτήρι πινό να τη συνοδεύσει.

«Μερικές φορές η ζωή δε μας τα φέρνει όπως τα ονειρευόμαστε. Κι έπειτα είναι δύσκολο να φύγουμε μακριά. Να μην κοιτάξουμε πια πίσω. Να κάνουμε μία νέα αρχή. Δεν έχω μάθει να διατάζω αλλά θα το ήθελα!» του είπε και έβαλε τα γέλια. Γέλασε κι εκείνος μαζί της, η Ιρίνα ήταν πλέον σίγουρη πως τον ενδιέφερε. Δεν ήταν σίγουρη όμως αν ήταν επιθυμία σαρκική ή ο νεαρός άνδρας πραγματικά ήθελε να εξερευνήσει την ψυχή της. Αυτό της έλειπε. Διάλογος.

«Δεν κοιτάζουμε όλοι οι άντρες κάτω από τα ρούχα. Είμαστε κι εμείς που κοιτάζουμε στα μάτια», ο Γιαν σηκώθηκε και πλησίασε στην κουπαστή. Η Ιρίνα τον παρακολουθούσε να ξεκουμπώνει την ποδιά πολυτελείας που είχε στη μέση του και να τη διπλώνει με ευλάβεια. Γύρισε το βλέμμα του στην πανέμορφη κοπέλα και την κοίταξε βαθιά χαμογελώντας. «Εμείς ορίζουμε τα θέλω μας. Εμείς αποφασίζουμε τα πρέπει μας. Το πόσο μακριά μπορούμε να ονειρευτούμε και να στοχεύσουμε ξυπνάει μέσα από εδώ», είπε φέρνοντας σα γροθιά το χέρι του στο σημείο της καρδιάς. «Αν εγώ ονειρεύομαι ότι μία μέρα το σκάφος αυτό θα είναι δικό μου, φαντάσου τι μπορείς να κάνεις εσύ που είσαι επάνω σε αυτό το σκάφος. Μόνη. Εσύ κυβερνάς. Είναι δεν είναι εδώ αυτός».

Η Ιρίνα εξεπλάγη. Νόμισε πως η πρόθεση του σερβιτόρου ήταν να τη φλερτάρει και ίσως με την ακρίβεια ενός ρολογιού να την αγκαλιάσει και να την οδηγήσει στο κρεβάτι του. Τα λόγια του πρόδιδαν φιλοδοξία, όμως θα έλεγε κανείς πώς ήθελε να πετύχει με τα δικά του φτερά. Χωρίς τη βοήθειά της. Αντιθέτως ήταν πρόθυμος να της ανοίξει τα δικά της φτερά. Αυτά που η δική της καρδιά κρατούσε κρυμμένα πίσω από τις εμπορικές συμφωνίες του Ιβάν, κάτω από το βλέμμα της μητέρας της, που χαρούμενη έλεγε στις φίλες της για την πλούσια ζωή της κόρης της. Κι εκεί ακριβώς, κύλησε ένα δάκρυ από τα μάτια της. Ένας άγνωστος της μίλησε σε μία καινούρια γλώσσα. Και ήταν τόσο διαφορετική όσο διαφορετικά ήταν τα συναισθήματά της κάθε φορά που έπρεπε να ετοιμαστεί για έξοδο τα βράδια.

Απόψε όμως σε αυτό το σκάφος δεν έπινε απλά κρασί. Αποφάσιζε. Χωρίς να το έχει αντιληφθεί. Έβλεπε μπροστά στον ορίζοντα ακόμα και αν ήταν σκοτεινός. Είδε τον εαυτό της πίσω από ένα πολυτελές γραφείο να κλείνει εκείνη συμφωνίες. Και μετά ένα αμάξι να την περιμένει στην είσοδο και να την οδηγεί σε μία παραλία μήκους πολλών χιλιομέτρων. Και εκεί κάπου στο βάθος ένα μικρό παιδί να παίζει με τα κουβαδάκια του με το καπελάκι του ενώ μία νεαρή γυναίκα κάθεται δίπλα του και το βοηθά.

Η Ιρίνα χάιδεψε την κοιλιά της. Ένα μυστικό καλά κρυμμένο πίσω από τις αμέτρητες νυχτερινές διαδρομές. Έπρεπε να κόψει το κρασί. Και το τσιγάρο. Έπρεπε να δει τη ζωή κοιτάζοντας πρώτα τον ίδιο της τον εαυτό μπροστά από ένα καθρέφτη. Ήταν η ώρα να πάρει αποφάσεις. Να πάει μπροστά. Καιρός ήταν να γεννηθεί μία πριγκίπισσα.

«Γιαν, φώναξέ μου τον καπετάνιο. Αύριο με το πρώτο φως του ήλιου ταξιδεύουμε για Κορσική. Καιρός για αλλαγή πλεύσης!»

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα