Ήρθε η ώρα να σηκωθείς. Να εξερευνήσεις τον κόσμο. Να ανοίξεις τα φτερά σου και να πετάξεις.
Πιάνεις δειλά δειλά τα κάγκελα της κούνιας και προσπαθείς να στηριχτείς για να κάνεις την αρχή.
Νιώθεις ότι τα χρειάζεσαι ακόμα. Είναι το βοήθημα σου αλλά και η φυλακή σου. Δεν είσαι έτοιμη να τα αφήσεις εντελώς, αλλά θες να δεις πως δείχνει ο κόσμος πάνω από αυτά. Έξω από αυτά. Χωρίς αυτά.
Σηκώνεις πρώτα το ένα ποδαράκι. Λυγίζει λίγο, αλλά καταφέρνεις να το κρατήσεις σταθερό.
Μετά το άλλο. Τα χέρια πάντα γαντζωμένα στα κάγκελα.
Ταλαντεύεσαι λίγο. Πέφτεις. Πάλι από την αρχή. Αυτή τη φορά, θα τα καταφέρεις!
Το θέλεις. Το έχεις ανάγκη.

Με πιο πολύ πείσμα και περισσότερη δύναμη τώρα, σηκώνεσαι και πάλι στα ποδιά σου. Πρέπει να κάνεις το πρώτο βήμα. Το μαγικό αυτό βήμα που ίσως σου αλλάξει τη ζωή.
Πρώτα το δεξί πόδι, μετά το αριστερό. Και πάλι το δεξί και πάλι το αριστερό.
Και σιγά σιγά φτάνεις στο τέρμα της comfort zone σου.
Δεν υπάρχουν άλλα κάγκελα για να κρατήσεις. Δεν υπάρχουν άλλα κάγκελα για να σε κρατήσουν πίσω. Είσαι μόνο εσύ και ο εαυτός σου πια. Πρέπει να πιστέψεις ότι μπορείς και χωρίς αυτά.
Τα μικρά ποδαράκια σου, μπορούν να σε στηρίξουν. Τα χεράκια σου είναι εκεί για να σε βοηθήσουν να διατηρήσεις την ισορροπία σου.

Και ναι!!! Κάνεις το πρώτο σου ελεύθερο βήμα! Και μετά το δεύτερο. Και το τρίτο.
Τα γόνατα σου τρέμουν λίγο, αλλά δεν σε νοιάζει τώρα. Θες τόσο να προχωρήσεις.
Μπροστά σου είναι ο κήπος. Τον βλέπεις, αλλά είσαι μακριά ακόμα. Κολλάς το βλέμμα σου εκεί και τα βήματα σου σε οδηγούν από μόνα τους. Λίγα βήματα ακόμα. Ένα κουράγιο ακόμα.
Ένα τελευταίο βήμα σε χωρίζει πια από το όνειρο σου. Θα το κάνεις? Και αν ο κήπος δεν είναι τόσο ωραίος τελικά όσο τον είχες φανταστεί? Αν σε απογοητεύσει?
Δειλιάζεις. Φοβάσαι το άγνωστο. Σκέπτεσαι να γυρίσεις πίσω στην ασφάλεια της κούνιας. Στη σιγουριά που σου έδιναν τα κάγκελα.
Αν όμως ο κήπος είναι ένας μικρός παράδεισος;
Αν γυρίσεις τώρα, δεν θα το μάθεις ποτέ. Δεν ξέρεις τι θα κάνεις.
Θα πας μπροστά ή πίσω;

Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και κάνεις το καθοριστικό βήμα. Πας μπροστά. Πατάς για πρώτη φορά το καταπράσινο γρασίδι. Το πόδι σου χώνεται λίγο στο χώμα, αλλά η αίσθηση είναι τόσο ωραία! Η μυρωδιά του καθαρού αέρα, γεμίζει το σώμα σου και γαργαλάει το μυαλό σου.
Το φως του ήλιου δυσκολεύει λίγο την όραση σου αλλά ζεσταίνει γλυκά κάθε κύτταρο του κορμιού σου. Το γαλάζιο του ουρανού σε γαληνεύει.
Τώρα τα βήματα σου είναι πιο σταθερά. Πιο δυνατά. Πιο γρήγορα.
Με την άκρη του ματιού σου, εντοπίζεις κάτι χρωματιστό. Νομίζεις το λένε και αυτό κούνια. Αλλά αυτή είναι διαφορετική. Δεν έχει κάγκελα. Αυτή μπορεί να σε σηκώσει ψηλά.
Θες να φτάσεις εκεί. Να ανέβεις. Και το κάνεις. Δεν φοβάσαι τόσο πια.
Ξαφνικά το έδαφος απομακρύνεται. Ο ουρανός σε πλησιάζει. Το τοπίο θολώνει λίγο από την ταχύτητα της κούνιας, αλλά σου αρέσει.
Τεντώνεις τα ποδαράκια σου μπροστά. Δυο όμορφα φούξια παπουτσάκια είναι αυτό που βλέπεις. Είναι αυτά, που σε βοήθησαν να φτάσεις εδώ.

Και τώρα νιώθεις ότι πετάς! Με τα δικά σου μικρά φτερά, αγγίζεις το απέραντο του κόσμου.