Πάντα πετούσα στα σύννεφα κι όλα τα έβλεπα ρόδινα. Πάντα πίστευα πως πρέπει να έχεις πίστη στους ανθρώπους, να τους δέχεσαι όπως είναι, να τους συγχωρείς στα λάθη τους και να τους επιβραβεύεις στα σωστά τους. Να δίνεις δεύτερες ευκαιρίες, να προσπαθείς να καταλάβεις τον άλλον- γιατί φέρθηκε σκάρτα, να ψάξεις από τη δική σου πλευρά πού έσφαλλες, γιατί ποτέ δε φταίει μόνο ένας κι ας μοιράζονται δυσανάλογα οι ευθύνες.

Έτσι και μαζί σου. Πάντα συγχωρούσα τις επιπολαιότητές σου, φίλοι ήμασταν άλλωστε και τίποτα παραπάνω για να σε ταρακουνήσω με τη φυγή μου. Δεν ήθελα κι όλας. Καθένας έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει στη ζωή του και καθείς, αντίστοιχα, επιλέγει ποιον θα κρατήσει κοντά του και ποιον όχι. Εγώ, όμως, σε ήθελα στη ζωή μου. Αδιαμφισβήτητα και πέρα από τις μαλακίες που άκουγα να λες κάποιες φορές. Ήξερα πως ήθελες να κάνεις το κομμάτι σου, να δειχθείς στους άλλους για το πόσο γαμάτος είσαι, πόσο μετράς. Ήθελες πάντα να επιβεβαιώνεσαι, με κάθε τρόπο, με κάθε κόστος. Και δε μ’ ένοιαζε γιατί σε καταλάβαινα. Γιατί ήξερα πόσο ανασφαλής είσαι, ταιριάζαμε πολύ σ’ αυτό. Γιατί ήξερα πόση ανάγκη είχε ο πληγωμένος εγωισμός σου ν’ αναπτερωθεί μετά από ήττες που έτρωγες. Και πάντα σε παρηγορούσα, καμιά φορά έκανα και λίγο τον καραγκιόζη για να γελάς. “Goofy Time” λέγαμε και χαζογελούσαμε με την κάθε άκυρη μαλακία.

Τρέχαμε, παίζαμε κρυφτό κοτζάμ μαντράχαλοι στα στενά της γειτονιάς, φωνάζαμε μέσα στη νύχτα, μεθούσαμε και κλαίγαμε παραπατώντας πάνω στη λεωφόρο βρίζοντας την τύχη μας και όλους τους πρώην. Με προστάτευες απ’ όλους σαν να ήσουν ο μεγάλος μου αδερφός, έτσι ήθελες να δείχνεις και το είχαμε πιστέψει τόσο πολύ που, μέχρι κι η μάνα μου, γιο της σε φώναζε, θυμάσαι; Κοντραριζόσουν με τις σχέσεις μου, να δεις αν μου αξίζουν, μη με πληγώσουν- κι εσύ φάνταζες στα μάτια μου, ο ήρωάς μου. Δεν έβλεπα, δεν καταλάβαινα, δεν ήθελα να καταλάβω. Στον τέλεια πλασμένο κόσμο μου, όφειλες να είσαι αυτό που έδειχνες κι όχι αυτό που μου έλεγαν οι άλλοι. Εγώ σε ήξερα, εγώ σε ζούσα, όχι εκείνοι.

Ήρθα σε αντιπαράθεση με πολύ κόσμο που σε διέβαλλε. Δε γούσταρα να ακούω άσχημα λόγια από κανέναν και πάντα τους έκοβα τη φόρα. Ακόμα και τώρα δηλαδή. Ακόμα και τώρα που έκανες τα πάντα μπουρδέλο, που με ξεφτίλισες στα μάτια πολλών, που φέρθηκες τόσο σκάρτα. Που με πλήγωσες περισσότερο από τον καθένα, εσύ που δήθεν ήθελες να με προστατέψεις απ’ όλους τους άλλους, μα τι ειρωνεία, ε;

Κι όμως, ακόμα και τώρα μπορεί να σε βρίζω και να μη μιλάω για σένα όταν με ρωτάνε αλλά πάντα θα σε υπερασπιστώ αν ακούσω κάτι. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είδα πράγματα που άλλοι δεν μπόρεσαν. Γιατί, τόσα χρόνια δίπλα σου έμαθα να αναγνωρίζω τον πραγματικό σου χαρακτήρα από αυτόν που θέλεις να πουλάς. «Το κακό παιδί», «ο μαλακάκος», «το αρχίδι» που παράτησε τη γκόμενα, ο «και καλά γαμάτος της παρέας». Αυτό πουλούσες κι αυτό όλοι πίστεψαν. Μα εγώ σε ήξερα, σε έζησα, σε έμαθα. Γι αυτό κι έμαθα να σε συγχωρώ. Γι αυτό είμαι εδώ, μετά από τόσα χρόνια και σου μιλάω ξανά, να αψηφώ το κράξιμο των φίλων μου, να δέχομαι τα επικριτικά σχόλια, να τους αγνοώ επιδεικτικά όλους.

Είπες βαριές κουβέντες, λέξεις που με πλήγωσαν, αλήθειες που πόνεσαν μα έπρεπε να ειπωθούν. Δήθεν πως δε με πείραξαν, έδειξα, πως δεν μπορείς πια να με επηρεάζεις. Αρχίδια. Σου είναι τόσο εύκολο να παίζεις μαζί μου, να πατάς τα γαμημένα κουμπάκια λες και είμαι ασανσέρ και να με στέλνεις από τα ψηλά στα χαμηλά και πάλι πίσω. Εγώ φταίω, που είμαι ευάλωτη, που δεν μπορώ να γίνω σκληρή. Πολλοί μου υπέδειξαν τον τρόπο, μα δεν μπορώ να προσποιηθώ κάτι που δεν είμαι. Δε θα προσπαθήσω να γίνω σκληρή για να σου δείξω πως δεν έχεις το πάνω χέρι. Πάντα το είχες και δε με νοιάζει καθόλου. Μπορώ όμως να υποκριθώ πως δε με πείραξε τίποτα. Πως όλα είναι καλά.

Μεγάλο ξεκαθάρισμα το αποψινό και μου έφυγε ένα μεγάλο βάρος. Ό,τι κι αν πουν, θα τους αγνοήσω, γιατί εγώ ορίζω τις επιλογές μου και δέχομαι μαζί με αυτές και τις συνέπειες.

Ήσουν πάντα λίγος. Σ’ ένοιαζε μόνο να περάσει καλά ο εαυτούλης σου και τίποτα παραπάνω. Να έχεις τη βολή σου και την επιβεβαίωση σου. Μαγκιά σου όμως, εσύ δε φταις που εγώ εθελοτυφλούσα. Εσύ δε φταις που έκλεινα τ’ αυτιά μου σφιχτά για να μην ακούω. Εγώ ονειροβατούσα στον μικρόκοσμό μου και στα ροζ μου συννεφάκια σε μια ουτοπία που όλοι είναι αθώοι και αγαπούν πραγματικά. Έτσι μου λένε.

Ήσουν πάντα λίγος για τα μάτια τους μα όχι για τα δικά μου. Όχι για εμένα που ξέρω να φιλτράρω και ν’ ακούω αυτά που θέλεις να πεις κι όχι αυτά που τελικά λες. Όχι για εμένα που βλέπω πίσω από τα χιλιάδες προσωπεία σου που, όσο κι αν τα μισώ, οφείλω να τα αποδεχτώ γιατί είναι δικά σου. Έτσι ήσουν πάντα, το ήξερα. Μαζί μεγαλώσαμε και γνώρισα κάθε πτυχή σου. Κάθε φόβο κι ανασφάλειά σου. Και να σου πω κάτι; Δε με πειράζει που οι άλλοι δεν το βλέπουν, μου είναι αρκετό που το έχω εγώ. Κι ας με λένε φαντασμένη, αηδιαστικά ρομαντική, ξεχασμένη σε κάποιο παραμύθι. Κι ας μου θυμίζουν πάντα πως κάθε παραμύθι έχει κι έναν δράκο. Θα τον βρω και θα τον εξημερώσω, όπως έκανα μαζί σου.

Θα τους αφήσω να λένε και να πιστεύουν πως είμαι φαντασμένη.
Ε, και τι πειράζει; 😉