Τις τελευταίες μέρες δεν κοιμάται καλά. Όχι ότι κοιμήθηκε ποτέ καλά.

19 χρόνια που κοιμούνται μαζί, στο ίδιο κρεβάτι, πάντα τον ακούει ανήσυχο στον ύπνο του, σαν κάτι ή κάποιος να τον ταράζει. Την τελευταία εβδομάδα όμως αυτό το κάτι ή αυτός ο κάποιος που έρχεται στα όνειρά του , απρόσκλητος και ανεπιθύμητος, έχει γίνει πιο απαιτητικός! Του έχει στερήσει το δώρο του ύπνου! Αυτός, που πάντα είναι θετικός, που πάντα είναι τρυφερός για την ίδια και τα παιδιά τους, έχει γίνει νευρικός, ευέξαπτος. Και τώρα , πριν ακόμη ανοίξει τα μάτια της, ξέρει ότι είναι ξύπνιος, τρεισήμισι η ώρα πρέπει να είναι, ξέρει  το τρομαγμένο βλέμμα στα μάτια του, θα το δει ακόμα και μέσα στο σκοτάδι του υπνοδωματίου. θα τον καθησυχάσει και θα ξεγελάσουν μαζί τον εφιάλτη μέχρι την ώρα που θα χτυπήσει το ξυπνητήρι για τη δουλειά.

Ετοιμάζει τα παιδιά για το σχολείο με χαμόγελα, το ΄χουν ανάγκη – για να ισορροπήσουν τον εκνευρισμό του κατά τη διάρκεια της ημέρας, ευτυχώς στη δουλειά δεν έχουν καταλάβει τίποτα ακόμα, αλλά για πόσο; Η κούραση, η απελπισία, η απόγνωση φαίνονται πια στα μάτια του. Σήμερα πρέπει να γίνει κάτι, δε μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Κάνει τα απαραίτητα τηλεφωνήματα, ( ” Πώς να τον πείσω να έρθει ;” ) , κλείνει ραντεβού για το ίδιο πρωί  και : “Δεν θα σε βοηθήσω άλλο !!! θα πάμε σε ειδικό !” 

Τέσσερα χρόνια για μια βαλίτσα; Ναι , τέσσερα ολόκληρα χρόνια για να ανοίξει μια βαλίτσα. Βαριά, ασήκωτη, μια βαλίτσα που το κλειδί χάθηκε 40 χρόνια πριν, τέσσερα χρόνια χρειάστηκαν για να βγουν από την καλά κλειδωμένη βαλίτσα τα τσαλακωμένα – άτσαλα σπρωγμένα εκεί μέσα – κουρέλια , ένα ένα , τα ελαφριά στην αρχή, τα πιο ” βαριά ” στη συνέχεια. Ένα ένα σε κάθε επίσκεψη, ένα ένα κάθε φορά, κάθε κουρελάκι, ένα δάκρυ, ένας πόνος, κάθε μια ανάμνηση  κι αυτή μαζί του, όσο αδειάζει το δικό του  βαλιτσάκι πονάει η καρδιά της , δεν ξέρανε τόσο καιρό κι οι ίδιοι τι υπήρχε μέσα στη βαλίτσα , το κλειδί είχε πεταχτεί και είχε ξεχαστεί  για να μην ανοίξει κατά λάθος και τον πνίξει η βρωμιά. Ευτυχώς δεν είναι πια μόνοι τους, είναι με κάποιον που ξέρει τι να  κάνει!

40 χρόνια πριν , σε μια κρύα  βιομηχανική πόλη της Ευρώπης
Στο μικρό δωματιάκι που ζει με τους γονείς του , απέναντι από την κουζίνα των ιδιοκτητών , τους ακούει να μιλούν – σε μια γλώσσα που σιγά σιγά μαθαίνει  κι αυτός – καθώς τρώνε με τα παιδιά τους. Κουκουλωμένος στο κρεβάτι παρακολουθεί τη μαμά του να  μαγειρεύει αμίλητη και βιαστική. Σε λίγο πρέπει να φύγει για τη δουλειά . Θα μείνει για λίγο μόνος του μέχρι να γυρίσει ο μπαμπάς του από την πρωινή βάρδια .  ” να είσαι ήσυχος , και να αφήσεις το μπαμπά να ξεκουραστεί ” , του λέει . Θέλει να του πει κι άλλα , αλλά λίγο η παγωνιά , λίγο η κούραση ,  λίγο η νοσταλγία για την πατρίδα , της δένουν τη γλώσσα .
Πρέπει να είναι ήσυχος , το ξέρει , αλλά είναι μόλις 5 χρονών και θέλει τόσα να τους πει : γι΄ αυτά που ζωγράφισε , γι΄ αυτά που ανακάλυψε , γι΄ αυτά που φαντάζεται . Ξέρει ότι πρέπει να είναι ήσυχος αλλιώς – και όχι μόνο γι αυτό το λόγο –  ο μπαμπάς θα βγάλει τη ζώνη και θα τον τιμωρήσει .

“Αφήστε τον σε μένα , herr, όσο θα κοιμάστε , έχω να του δείξω κάτι στο κελάρι” , προσφέρεται ο ευγενικός ευρωπαίος σπιτονοικοκύρης. “πρόσεχε τα σκαλιά !” και μετά ΣΚΟΤΑΔΙ !  ΚΑΙ ΦΟΒΟΣ ! πονάει και φοβάται , και – δεν πρέπει να ξυπνήσει το μπαμπά – πρέπει να είναι ήσυχος , θα περιμένει τη μαμά για να της πει  – ή μήπως όχι; – Ντρέπεται , δεν ξέρει ακριβώς γιατί , θα τον μαλώσουν , του είπε εκείνος , και δεν θα τον πιστέψουν. Άλλωστε η μαμά , όταν γυρίζει το βράδυ , κλαίει κι η ίδια  , λίγο η παγωνιά λίγο η κούραση , λίγο η νοσταλγία , λίγο που ο  μπαμπάς πάλι βγήκε για μια μπίρα και μείνανε οι 2 τους στο μικρό κρύο δωματιάκι , στην κορυφή της σκάλας , και εκείνη δεν βλέπει τα δικά του δάκρυα . Κι αυτός ας είναι 5 χρονών πρέπει να  Είναι δυνατός για τη μαμά του  κι ας τον μαλώνει το πρωί γιατί έβρεξε το κρεβάτι του, πρέπει να μεγαλώσει  γρήγορα , κι ας είναι 5 χρονών , κι ας φοβάται τόσο πολύ το σκοτάδι. Το κελάρι …. πρέπει να μεγαλώσει γρήγορα για να μπορεί να κάθεται ήσυχος τα μεσημέρια και να μη χρειάζεται να τον κατεβάζει στο κελάρι  ο σπιτονοικοκύρης τους…

Έπειτα, έρχεται ένα μωρό ! Δε χωράνε πια στο μικρό δωματιάκι !Στο καινούριο σπίτι με τον κήπο, δε χρειάζεται να ζουν με τους σπιτονοικοκύρηδες,αυτός  μεγαλώνει κάθε μέρα ,φεύγει με τους φίλους του με τα ποδήλατα, είναι μεγαλύτερος πια! Φοβάται ακόμα ,μερικές φορές βρέχει το κρεβάτι του, πρέπει να μεγαλώσει κι άλλο, πρέπει να ξεχάσει! Κάθε μέρα, λίγο λίγο, σπρώχνει την ανάμνηση του φόβου στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ! Κάθε μέρα λίγο λίγο , μεγαλώνει και ξεχνάει! Μένει μόνο να κλείσει τη βαλίτσα , να πετάξει το κλειδί και δε θα ξανασκεφτεί ποτέ  το τρομερό πρόσωπο , τον πόνο, το κελάρι.

Ακόμα και τώρα, καμία φορά η πληγή πονάει. Ακόμα και τώρα καμιά φορά η ανάμνηση τον τρομάζει.  Δεν μπορεί  όμως πια  να τον αφήσει κουτσό! Έχει κάνει τις επιλογές του: και θέλει και μπορεί να είναι καλός , δίκαιος , τρυφερός! Και θέλει και μπορεί να αγαπήσει, να αγαπηθεί  και να ζήσει! Θέλει και μπορεί να είναι Άνθρωπος, κι ας γνώρισε το χειρότερο πρόσωπο του είδους! Μεγαλώνοντας έκανε τις επιλογές του και  όσοι τον ξέρουν είναι περήφανοι γι ΄αυτόν!

Μόνο καμιά φορά όταν οι νύχτες έρχονται νωρίτερα, όταν ο ήλιος κρύβεται πίσω από τα σύννεφα, όταν τα δάκρυα του ανακατεύονται με τη βροχή μόνο τότε καμιά φορά ,η παλιά πληγή πονάει.

Και ματώνει ξανά η  5χρονη ψυχή του.