Η απόλυτη ησυχία, η ησυχία που θέλεις για να σκεφτείς, για να κοιμηθείς, για να ακούσεις την δική σου φωνή αδερφέ μόνο.Τόσο μικρή λέξη, μόλις 6 γράμματα, αλλά τόσο βαρύγδουπη.

Θυμάσαι που ήσουν δεν ήσουν 8 χρονών που άκουγες την μάνα να λέει : ησυχία, κοιμάται ο πατέρας σου, ησυχία ενοχλείς την γειτονιά, ησυχία όλο φωνάζεις, ησυχία ησυχία ησυχία

Και υποσχόσουν στον εαυτό σου, εγώ ποτέ δε θα πω στα παιδιά μου να κάνουν ησυχία, θέλω φωνές μέσα στο σπίτι, θέλω ένταση, θέλω ζωή. Και τώρα; τώρα λούζεσαι τις υποσχέσεις σου γιατί θέλεις ησυχία. Ανυπομονείς για εκείνη την μαγική ώρα που τα παιδιά θα κοιμηθούν για να έχεις ησυχία. Αδημονείς να τελειώσουν οι διακοπές των Χριστουγέννων για να πάνε πάλι σχολείο και να αποκτήσεις κάποιες ώρες ησυχίας.

Και έρχεται η μάνα σου και σε τρολάρει ρε φίλε: άσε τα παιδιά να φωνάξουν, θα μεγαλώσουν, θα φύγουν και θα έρθει η ησυχία και θα στεναχωριέσαι. Μένεις άφωνη, ενεή, μαλάκας παιδάκι μου, γιατί λες ή το σύμπαν με δουλεύει ή η μάνα μου, δε μπορεί κάποιος με δουλεύει.

Κλείνεις φώτα, ανοίγεις μόνο εκείνο το πορτατίφ στην άλλη άκρη του σαλονιού σου, ανάβεις τσιγαράκι κολλητά στο τζάκι με τα ξύλα να τσουρτσουρίζονται στις φλόγες, χαμηλώνεις μέχρι και την τηλεόραση στο 2, ίσα να ακούγεται, βάζεις κρασάκι και κάαααααθεσαι. Ναι ρε φίλε, κάθεσαι και απολαμβάνεις την ησυχία, αυτή την υπέροχη στιγμή που δε σου μιλάει κανείς, ή μάλλον σου μιλάει, σου μιλάει ο εαυτός σου και επιτέλους μπορείς να τον ακούσεις χωρίς να τον διακόπτει κανείς. Και λέει, λέει, λέει όλα όσα δε προλαβαίνει μέσα στη μέρα να πει, να σκεφτεί, όλα όσα τις άλλες ώρες δεν βρίσκει ησυχία να φωνάξει. Ακόμα και για τα ασιδέρωτα να πει, έχεις ανάγκη να τον ακούσεις, να ακούσεις πώς στον άνεμο είναι η δική σου φωνή μέσα στο μυαλό σου.

Κάθεσαι και αναρωτιέσαι πόσα λεπτά ησυχίας αναλογούν σε έναν άνθρωπο που έγινε γονιός;
Και όσα του αναλογούν, τα εκμεταλλεύεται ποικιλοτρόπως; ή απλά κάθεται και τα ζει αραγμένος σε έναν καναπέ/μία πολυθρόνα;

Θέλεις εκείνη την άγια ώρα της ησυχίας ο μόνος θόρυβος που θα τη διακόπτει να είναι ο αναπτήρας που ανάβει το τσιγάρο σου και το ποτήρι που ακουμπάει στο τραπεζάκι καθώς πίνεις το αγίασμα, το κρασάκι σου. Ούτε τηλεόραση, ούτε ραδιόφωνο, ούτε καν ο δευτεροδείχτης που γυρίζει γύρω-γύρω στο ρολόι, ακόμα και αυτός σπάει την ησυχία, αυτήν που τόσες ώρες περίμενες ανυπόμονα.

Τελειώνεις το τελευταίο τσιγάρο, πίνεις την τελευταία γουλιά, ανακινείς τα ξύλα να σβήσει το τζάκι, κλείνεις τηλεόραση και σηκώνεσαι δειλά δειλά να πας για ύπνο κάνοντας ησυχία, ως ότου ακούς μια παιδική φωνή να λέει “μαμούλα να κοιμηθώ μαζί σου απόψε;” και τότε δε σε νοιάζει η ησυχία, σε νοιάζει η ηρεμία που θα προσφέρεις.

Κοιτάζεις τον γεμάτο νεροχύτη σου, σκέφτεσαι να σπάσεις την ησυχία για να μη τα έχεις το πρωί μπροστά σου, αλλά όχι, ρε φίλε, βλέπεις τα μάτια του νυσταγμένου παιδιού σου και λες πάμε για την δική μας ησυχία, αγκαλίτσα.
Και κάπως έτσι εσύ κοιμάσαι ήσυχη και το παιδί σου ήρεμο.

Καληνύχτα, αύριο πάλι μαμά θα σπάσω τις υποσχέσεις που έδωσα εγώ σαν παιδί και εσύ θα με τρολάρεις σαν γιαγιά πλέον.

Κου-Που