Οι δυο φίλες ξύπνησαν μέσα σε μια παγωμένη από την υγρασία καλύβα. Είχαν κοιμηθεί πολύ καιρό και χρειάστηκαν πολλά δευτερόλεπτα για να συνηθίσουν το φως που έμπαινε απ’ τα παράθυρα. Ο ουρανός ήταν φωτεινός, παρόλο που τα δέντρα που θυμόντουσαν να είναι τυλιγμένα στην ομίχλη στάζανε ακόμα σταγόνες βροχής. Κι αυτό που λίγο καιρό πριν δεν θα ομολογούσαν για όλο το χρυσάφι του κόσμου, τώρα είχαν μεγάλη επιθυμία να βγούνε έξω και να το βροντοφωνάξουν. Όχι, το παραμύθι που σας έλεγαν μικρές δεν είχε αίσιο τέλος. Ή μάλλον το παραμύθι δεν τελείωσε στο «Και ζήσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα».
Η Σταχτοπούτα κοίταξε το γαλάζιο της φόρεμά που στο πέρασμα του χρόνου δεν άστραφτε όπως άλλοτε. Και τα θαμπά πλέον κρυστάλλινα γοβάκια της ήταν κάπου στην άκρη πεταμένα. Χρόνια τώρα τη στένευαν. Τα κρατούσε όμως ενθύμιο της νιότης της, τότε που ο πρίγκιπας της είχε ορκιστεί αιώνια αγάπη. Κι όμως, αυτόν τον όρκο σύντομα τον πάτησε στο όνομα των υποχρεώσεων. «Άλλη μια μάχη αγαπημένη μου, να εδραιώσουμε τη βασιλεία μας, κι ύστερα στο υπόσχομαι, θα κάνουμε ένα μεγάλο ταξίδι, όπως παλιά, να θαυμάσουμε και να χαρούμε τις χαρές του βασιλείου μας. Λίγη υπομονή ακόμα και θα δεις.». Και τα χρόνια περνούσαν, κι αυτή έκανε υπομονή, έσκυβε το κεφάλι κι έδειχνε κατανόηση σαν ξάπλωνε δίπλα της αποκαμωμένος · και οι μάχες δεν είχαν τελειωμό, και το άλλοτε ζεστό κρεβάτι έγινε μάρτυρας της κούρασης, της μοναξιάς δυο κουρασμένων συνοδοιπόρων που κάποτε ερωτεύτηκαν πολύ. Μα τι είχε πάει στραβά;
Η Χιονάτη κοίταξε το χλωμό ρυτιδιασμένο της πρόσωπο, αυτό που κάποτε μάγεψε τον πρίγκιπα κι εκείνος ωσάν υπνωτισμένος του έδωσε ζωή με το γλυκό φιλί του. Τώρα όμως τίποτε δεν θύμιζε εκείνο το αστραφτερό σαν χιόνι πρόσωπο. Ίσως λίγο η απόχρωση, μα τίποτα άλλο. Ούτε καν τα μάτια της, που αν και λένε πως δεν αλλάζουν χρώμα, αυτά σαν να είχαν ξεθωριάσει. Πόσο της έλειπαν οι αγαπημένοι της νάνοι. Εκείνοι ποτέ δεν κοίταξαν το πρόσωπό της, τα κόκκινα ζουμερά της χείλη. Εκείνοι κοίταζαν μονάχα την ψυχή της και για εκείνη την αγάπησαν. Πόσο θα ήθελε να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω. Να μην χρειαζόταν ποτέ να αφήσει την καλύβα των φίλων της για έναν παλάτι που σύντομα έγινε το χρυσό κλουβί της. Για έναν έρωτα που δεν ήταν αρκετά δυνατός να κρατήσει την ευτυχία και το όνειρο για πάντα στην καρδιά και τη ζωή της.
Οι δυο φίλες πήραν βαθιά ανάσα. Ο κόσμος έξω ήταν το ίδιο όμορφος, όπως τότε που ο πρίγκιπας τις πηρέ από το χέρι και τις ανέβασε στο άτι του. Στην αρχή κοιτούσαν η μία την άλλη ανέκφραστες, χαμένες στις σκέψεις τους. Πόσα χρόνια είχαν χάσει στη σκέψη του αύριο. Του ενός καλύτερου αύριο. Και τότε μαζί με τις σταγόνες τις βροχής που έπεφταν από τα δέντρα, δάκρυα κύλησαν στα κουρασμένα πρόσωπά τους. Δάκρυα για όλα τα χαμένα όνειρα, για κάθε ελπίδα που έσβησε, για στιγμές δανεικές και κλεμμένα φιλιά. Δάκρυα για μια ευτυχία και μια αγάπη που θεώρησαν δεδομένη. Αλλά τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ούτε καν η ίδια η ζωή.»

Δεν είναι η ζωή παραμύθι γλυκιά μου. Ή μάλλον δεν είναι το παραμύθι που σου έλεγε η γιαγιά σου μικρή. Και δράκους έχει, και ζηλιάρες μάγισσες έχει, και δυστυχώς δεν είναι όλα και τόσο ρόδινα και μαγικά όσο θα θέλαμε να είναι. Το «Ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» είναι για τα παραμύθια. Δεν ξέρουμε πως έζησαν γιατί απλά όλα τα παραμύθια σταματούν εκεί που η πραγματικότητα αρχίζει. Δεν φταίνε οι γιαγιάδες, δεν φταίνε οι παραμυθάδες. Τα παραμύθια είναι για τα παιδιά και μόνο, γιατί τι να καταλάβει ένα τρίχρονο από έγνοιες, προβλήματα και φθορά του χρόνου;
Ο γάμος δεν είναι η οριστική και αμετάκλητη απάντηση. Ο γάμος είναι η πιο δύσκολη ερώτηση, η αρχή μιας κοινής ζωής που δεν έχει καμία, μα καμία σχέση με την προ γάμου ζωή ενός ζευγαριού που θυμίζει μήνα του μέλιτος και μαρμελάδας βύσσινο. Αν χαθήκατε στη πορεία δεν φταίνε μονάχα οι πρίγκιπες και τα δύσβατα μονοπάτια. Φταις κι εσύ που άθελά σου, παθητικά και χωρίς καμιά αντίδραση, παρασύρθηκες από τη δίνη των υποχρεώσεων και εν τέλει παραιτήθηκες. Κυκλοφορείς στο σπίτι ατημέλητη, φορώντας μια ξεχειλωμένη φόρμα, με ένα T-shirt που ξέμεινε από τις εγκυμοσύνες με τη δικαιολογία ότι δεν προλαβαίνεις να σιδερώσεις, να σταθείς μπροστά στον καθρέφτη. Αλήθεια τώρα. Φταίνε τα παιδιά και οι δουλειές που είσαι αχτένιστη; Παραμελούμε τον εαυτό μας. Ξεχνάμε να κάνουμε ότι μας προκαλεί ευχαρίστηση, ό,τι μας έκανε κάποτε να γελάμε. Επιλέγουμε το ρόλο της μάνας, της εργαζόμενης, της συζύγου, της δούλας και κυράς, και ξεχνάμε ποιες είμαστε. Αφήνουμε το είναι μας να σκουριάσει μιζεριάζοντας και περιμένοντας άπραγες στον καναπέ. Τι ακριβώς περιμένουμε; Γιατί όσο περιμένουμε να γίνουμε με ένα μαγικό τρόπο ευτυχισμένες, η κανατά αδειάζει, αν δεν έχει ήδη αδειάσει. Κι αν η κανάτα, αγαπημένη αδειάσει, το ποτήρι δεν θα γεμίσει. Ούτε καν ως τη μέση.
Αν δεν σου αρέσουν αυτά που θέρισες, λέει η γιαγιά μου, άλλαξε τον σπόρο. Κουνήσου. Χωρίς κίνηση ζωή δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια πρέπει ΕΣΥ πρώτα να αλλάξεις τρόπο σκέψης. Αφιέρωσε-ΔΩΣΕ λίγο χρόνο σε σένα. Άσε τους λογαριασμούς στην άκρη και τα ασιδέρωτα ρούχα να περιμένουν. Και αύριο εκεί θα είναι. Άρχισε να μιλάς-ΖΗΤΑ. Αν δεν ζητήσεις δεν θα πάρεις. Πες τα θέλω σου. Τις ανάγκες σου. Και πάνω απ’ όλα μη φοβάσαι. Δεν έχεις τίποτα να χάσεις, μονάχα να κερδίσεις. Μην αφήνεις τις ανασφάλειές σου να σε κρατούν δέσμια μιας ζωής που δεν ζήτησες ποτέ. Ο καθένας παίρνει αυτό που διαπραγματεύεται. Αν περιμένεις στωικά να πάρεις αυτό που έχεις ανάγκη, αυτό που στο τέλος θα πιστέψεις πώς δεν αξίζεις τίποτα και τίποτα δεν έχεις ανάγκη. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τις ανάγκες του, οπότε αργά ή γρήγορα η ίδια η ψυχή σου θα ζητήσει «λογαριασμό».
Όλες οι σχέσεις έχουν προβλήματα, τα πάνω και τα κάτω τους, κακά τα ψέματα. Κάποτε όμως τα ζευγάρια ξυπνούσαν ξημερώματα να πάνε στα χωράφια, στα ζωντανά, μα το βράδυ σαν αντάμωναν, κου-βέ-ντια-ζαν. Που πήγε εκείνη η κουβέντα; Πού πήγε η αγκαλιά του είμαι εδώ για σένα; Πού πήγε το «κράτα με να σε κρατώ ν’ ανεβούμε το βουνό;» Δεν είναι η δουλειά, οι έγνοιες για το πώς θα βγει ο μήνας, η κούραση των παιδιών και το άγχος να φέρεις βόλτα ένα σπιτικό. Αφέθηκες. Αφέθηκα. Αφεθήκαμε όλες και όλοι σε μια σχέση που έγινε συνήθεια, και μια συνήθεια που έγινε ρουτίνα. Και η ρουτίνα σκοτώνει… Πάλεψε για τη σχέση σου και μην το αφήνεις για αύριο, μεθαύριο και το καλοκαίρι που θα πάνε τα παιδιά στο χωριό. Μην απογοητεύεσαι και, προς Θεού, μην εγκαταλείπεις, όσο κι αν σου φαίνεται ξένος αυτός που πλέον έχεις απέναντί σου και όχι δίπλα σου.
Θυμάσαι τότε που ήσουν παιδάκι κι έκανες τα πάντα για να σε δούνε και να σε προσέξουν οι γονείς σου; Ε αυτό να έχεις στο μυαλό σου. Κάνε τα πάντα μέχρι να πάρεις στα χεριά σου το βάζο με το γλυκό. Για εκείνο το γλυκό δεν είπες ποτέ «Αστό μωρέ για αργότερα». Μια όμορφη και ισορροπημένη σχέση κινδυνεύει μονάχα από την αδιαφορία και τη σιωπή. Η κούραση και τα προβλήματα είναι το άλλοθι. Δεν είναι η αιτία. Αιτία είναι η έλλειψη επικοινωνίας, συναισθηματικής και ερωτικής. Ξέρω πως δεν είναι εύκολο να αλλάξεις τα χαρτιά που σου μοίρασε η ζωή, αλλά ΜΠΟΡΕΙΣ. Και να στο πω κι αλλιώς; Σου δόθηκε το δώρο της ζωής. Ε άνοιξέ το πια!