Στο στενό κουζινάκι της με την κιτρινισμένη λαδομπογιά και το μικρό παραθυράκι στο φωταγωγό, η ζέστη είναι ανυπόφορη καθώς ο ήλιος ψήνει το διαμέρισμα όλη την ημέρα. Αδειάζει το μπρίκι στο φλυτζανάκι της με τα λουλούδια της κερασιάς ζωγραφισμένα στη λευκή πορσελάνη. Μόνο αυτό το τελευταίο φλυτζανάκι με το πιατάκι του έχει απομείνει από το σερβίτσιο που της έφερε πριν χρόνια ένας τρίτος μηχανικός από ταξίδι στη μακρινή Ανατολή. Η Καίτη παίρνει τον καφέ και τα τσιγάρα της και βγαίνει στο μπαλκόνι. Κοιτάζει το ρολογάκι στον καρπό της. Έχει λίγη ώρα ακόμη μέχρι να ξυπνήσει το παιδί και να του δώσει το απογευματινό του χάπι. ‘Ένα το πρωί – ένα το απόγευμα’, είχε γράψει η παιδοψυχίατρος στο νοσοκομείο. Ρουφάει τον βαρύ καπνό βαθιά. Φυσάει και βγαίνει αναστεναγμός. Από κάτω, στο δρόμο, τα Ραδιοταξί «Παρνασσός» αραγμένα μπροστά στα γραφεία τους, περιμένουν κορνάροντας, να συνοδεύσουν το γαμήλιο αυτοκίνητο του αφεντικού τους, του Χρήστου, στην εκκλησία. Σκύβει λίγο από τα κάγκελα και αφήνει το βλέμμα της να ταξιδέψει ελεύθερο, ξανά σαν παιδί: να πετάξει στις κεραίες στις ταράτσες των πολυκατοικιών, να ανεβοκατέβει την πεζογέφυρα, να κάνει κουτσό στις γραμμές του τρένου, που χωρίζουν τη Λεωφόρο Ιωνίας στα δύο.

Το «Θηρίο» , το ατμήλατο τρένο της εποχής, διέσχιζε την καινούρια, υπό ανέγερση γειτονιά με τα αμπέλια και τα νερά. Στα μάτια των χιλιοταλαιπωρημένων προσφύγων φάνταζε ‘θελκτική’ και ‘ευάερος’ και ο χείμαρρος και η πιθανή άντληση των νερών του, έδινε στους Σπαρταλήδες την ελπίδα ότι, ίσως, μπορούσαν να συνεχίσουν την ενασχόλησή τους με την ταπητουργία, όπως στη χαμένη πατρίδα, τη Νέα Σπάρτη της Μικράς Ασίας. Η απόφαση πάρθηκε βιαστικά αμέσως μετά την τελετή των εγκαινίων, την Κυριακή, 26 Ιουνίου 1923: Νέα Πισιδία. Το όνομα λαξεύτηκε πρόχειρα στο θεμέλιο λίθο που τοποθετήθηκε κάπου στη διασταύρωση των σημερινών οδών Ηρακλείου και Ελευθερίου Βενιζέλου και δεν άργησε να ξεχαστεί. Σε μια από τις παράγκες που έχτισε όπως όπως το «Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων» εγκαταστάθηκε και η Φωτεινή με την ανιψιά της, τη Δέσποινα. Βάρος της ήταν το ορφανό και, πριν καλά καλά κλείσει τα 13, φρόντισε να τη στείλει ψυχοκόρη σε ένα αρχοντικό στα Χιώτικα του Πειραιά. Πριν περάσουν δυο χρόνια, και αφού ο μικρός γιος της οικογένειας την άφησε έγκυο, την πέταξαν στο δρόμο με ακατάσχετη αιμορραγία.

Σύντομα, η Δέσποινα βρέθηκε σε μια από τις 66 κάμαρες στα Βούρλα, τα ,σχεδόν, κρατικής Υπηρεσίας ελεγχόμενα πορνεία, μαζί με άλλα 70 περίπου κορίτσια, τις ματρόνες και τους ‘αγαπητικούς’ τους. Κι από εκεί, όταν το γκέτο καταργήθηκε το 1937 για να μετατραπεί σε δικαστικές φυλακές, μετακόμισε στην Τρούμπα και η φωτεινή επιγραφή έξω από το καμπαρέ έγραφε το καινούργιο της όνομα: Ντιντί. Εκεί έγινε το κακό, λίγα χρόνια αργότερα. Εκείνη τη μέρα, η Ντιντί δεν άντεξε άλλο και άδειασε το μπουκαλάκι με το βιτριόλι στο πρόσωπο του Γιάγκου, την ώρα που αυτός κοιμόταν μεθυσμένος, αφού πρώτα την είχε ξυλοφορτώσει ακόμα μια φορά. Οι πολιτσμάνοι τη βρήκαν στην αυλή έξω από το καμαράκι που ο Γιάγκος της έφερνε τους πελάτες – Γερμανούς στρατιώτες και μαυραγορίτες. Φορούσε ακόμη το ματωμένο κομπινεζόν όταν την έβαλαν στο κελί. Έμεινε εκεί 10 χρόνια. Όταν βγήκε, ξαναγύρισε στην Τρούμπα και στη μόνη δουλειά που ήξερε. Εκεί τη βρήκε το τηλεγράφημα: Η θεια της η Φωτεινή είχε πεθάνει κι αυτή ήταν η δικαιούχος της κάμαρης του «Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων». Ήταν πια 45 χρονών, ξανθιά με κόκκινα νύχια και λουλουδάτο, κοντό φουστάνι όταν έφτασε στην παλιά της γειτονιά. Είχε μαζί της μόνο το κομπόδεμα 10 χρονών δουλειάς και την Καίτη.

Η Καίτη σκύβει λίγο ακόμα από τα κάγκελα. Θέλει να τον δει. Η καρδιά της φτερουγίζει μόλις βλέπει το Χρήστο να βγαίνει ντυμένος γαμπρός. Είναι όμορφος, ψηλός, μελαχρινός. Κι αυτός για μια στιγμή, σηκώνει το κεφάλι του και κοιτάει ψηλά, το μπαλκόνι της. Τα μάτια της τσούζουν. Απ’ τον καυτό αέρα είναι, όχι από δάκρυα. Δάκρυα δεν έχει
άλλα η Καίτη. Άλλωστε, το ‘ξερε από την αρχή: πουτάνα ήταν. Κι ο Χρήστος πόσο θα έμενε μαζί της; Κοιτάζονται για μια στιγμή κι εκείνος μπαίνει στο στολισμένο αμάξι. Πόσες φορές δεν βρέθηκε κι αυτή μέσα σε αυτό; Πόσες βόλτες δεν πήγαν μαζί; Στη Χαλκίδα, θυμάται, πήγαιναν, ‘πάρε και το παιδί μαζί’ της είχε πει ‘να ξεσκάσει λίγο’, εκείνη τη φορά το είχε σχεδόν πιστέψει. Μοιάζανε με αληθινό ζευγάρι, με το παιδάκι τους, με τα όλα τους. Είχαν κάτσει εκεί στην ταβέρνα, στην παραλία και τρώγανε ψαράκι και για λίγο είχε ξεχάσει τι ήταν.

Η Καίτη, παρόλο που δεν ξαναδούλεψε από όταν τη μάζεψε η κυρά – Δέσποινα, ποτέ δεν έκρυψε το παρελθόν της. «Πουτάνα ήμουνα» έλεγε «πριν γίνω κομμώτρια. Κι αν δεν ήταν η κυρά Δέσποινα, ακόμα αυτό θα ‘μουνα». Σα μάνα της την είχε μέχρι την τελευταία στιγμή που της έκλεισε τα μάτια στο Σωτηρία. Στο μνήμα έγραψε ‘Ντιντι’ με μεγάλα , καλλιγραφικά γράμματα. Οι μάγκες από την παλιά γειτονιά, ρίξανε μια ζεμπεκιά την ώρα που την κατεβάζανε. Ο παπα Σταύρος, που όταν ήταν 15, στη Δέσποινα πήγε πρώτη φορά, τους άφησε να κάνουν τα δικά τους. Και σκούπιζε κρυφά τα δάκρυα με το μανίκι του ράσου.

Αλλά η Καίτη άλλα δάκρυα δεν είχε στα μάτια. Όσο κι αν πλημμύριζαν την ψυχή της, όσο κι αν της έκλειναν το λαιμό, στα μάτια δεν ανέβαιναν. Είχε κλάψει για δυο ζωές άλλωστε, όταν ο αρραβωνιαστικός της την πήρε από το χωριό της, δήθεν να ζήσουν με τη μάνα του, και βρέθηκε κλειδωμένη σε μια κάμαρα, 16 χρονών, σε ένα βρώμικο κρεβάτι, να δέχεται τους αξιότιμους οικογενειάρχες της περιοχής. Όταν το σκασε, ορκίστηκε στα κόκαλα της μάνας της, που δε γνώρισε ποτέ, να μην ξανακλάψει. Ούτε όταν ο Λάμπρος, που γνώριζε το παρελθόν της, την άφησε με το παιδί στην κοιλιά, έκλαψε. Μόνο όταν της είπαν οι γιατροί για τα χάπια και το Ίδρυμα, δάκρυσε. Μα έσφιξε τις γροθιές, έσφιξε τα δόντια και τράβηξε την ανηφόρα.

Τα μάτια της τσούζουν. Απ’ τη ζέστη. Σβήνει το τσιγάρο της και μπαίνει μέσα. Άκουσε το παιδί. Είναι ώρα για το απογευματινό χάπι. Κάτω στο δρόμο, τα ραδιοταξί «Παρνασσός» ξεκινούν τη γαμήλια πομπή κορνάροντας. Η αμαξοστοιχία των 5.18 περνάει, σφυρίζοντας, για Θεσσαλονίκη.