Τέλος Σεπτεμβρίου και τα χέρια μυρίζουν ακόμα ξυσμένο μολύβι και χαρτί από τα νέα τετράδια της σχολικής χρονιάς. Αναρωτιέσαι αν έχεις ξεχάσει να προμηθευτείς κάτι για τις τρέχουσες σχολικές ανάγκες των παιδιών κι έτσι αποφασίζεις να πας στην αγορά το Σάββατο. Μα όταν πατάς το πόδι σου στο πολυκατάστημα ξαφνικά νομίζεις πως μπήκες σε παράλληλο σύμπαν. Αντί για στοίβες με τετράδια, μολύβια, κόλλες μπογιές και τσάντες, βλέπεις μπάλες χριστουγεννιάτικες, λαμπιόνια και γιρλάντες. Τα μεγάφωνα παίζουν χριστουγεννιάτικα τραγούδια, κάλαντα και λοιπά σχετικά διαφημιστικά.

Αρχίζεις να αμφιβάλεις για τον εαυτό σου. Πόσο καιρό κοιμήθηκες; Τι μέρα είναι σήμερα; Τι μήνας; Σε ποιο έτος ζούμε; Κοιτάς το ρολόι σου, 1η Οκτωβρίου. Μα είναι δυνατόν; Αρχίζεις την αναζήτηση του τελευταίου κρυμμένου μολυβιού που εύχεσαι να είχε πέσει σε καμία χαραμάδα ανάμεσα στα ράφια γιατί αλλιώς θα γράφεις με τα δάχτυλα. Ρωτάς πωλητές και πωλήτριες για το πού μετακίνησαν τα υπόλοιπα είδη που αναζητάς, παραβλέποντας τις δολοφονικές ματιές που σου ρίχνουν γιατί εκείνοι στρώνουν Χριστούγεννα κι εσύ τους ξεθάβεις σχολικά.

Φτάνεις στο σπίτι και φυσικά κάνεις γαργάρα το όλο θέμα. Δε θες να μάθουν τα παιδιά πως κυκλοφορούν ήδη λαμπάκια και λοιπά μπιχλιμπιδάκια γιατί θα ζητήσουν στολισμό και τι θα κάνεις; Ακόμα καλά – καλά δε γιορτάσατε το Πολυτεχνείο! Μα τα νέα διαδίδονται γρήγορα και σου έρχονται την άλλη μέρα -Δευτέρα γαρ- και πριν σου πουν «γεια» μετά το σχολείο, σε κοιτάνε με ύφος ανακριτικό «πότε θα στολίσουμε; Ο φίλος μας Ταδόπουλος θα κάνει πάρτυ γενεθλίων και θα τα έχει ήδη στολισμένα». Επιστρατεύεις τα μεγάλα μέσα: «Να στολίσουμε; Βεβαίως! Ξεκινάμε άμεσα!! Για να στολίσουμε πρέπει να κάνουμε γενική καθαριότητα στο σπίτι». Τα κοιτάς που σε παρατηρούν με ένα βλέμμα φόβου και ανησυχίας το οποίο με μεγάλη σου χαρά θα τους επιβεβαιώσεις: «και φυσικά δε μπορώ μόνη μου, θα με βοηθήσετε κι εσείς. Επειδή έχετε πάρτυ αυτό το Σου-Κου και στο επόμενο έχετε εκδρομή, ε τότε στο παρακάτω καθαρίζουμε και στο αμέσως επόμενο από αυτό στολίζουμε!» Εκείνα πετάνε ένα ξέπνοο «ναι…» που χάνεται ανάμεσα στα δόντια τους και στα μπερδεμένα δάχτυλά τους υπολογίζοντας σε ποιο «Σου-Κου» τελικά θα στολίσουν. Τσεκαρισμένο και υπολογισμένο, με τόσες αναβολές, πιάνεις Δεκέμβρη! Κοιτάς το σκορ 1-0 υπέρ σου. Βάζεις ένα χαμόγελο και φεύγεις θριαμβευτικά.

Στο μεταξύ, μπαίνει ο Δεκέμβρης, ο προγραμματισμός βαίνει καλώς και έρχεται η ώρα του στολισμού. Εκεί, το προ δευτερολέπτων καθαρό σπίτι, έχει μετατραπεί σε εργοτάξιο. Κούτες ανοιγμένες, λαμπιόνια μπερδεμένα, μετασχηματιστές που θέλουν έλεγχο, μπάλες καλές, σπασμένες, στραπατσαρισμένες, γιρλάντες ξεμαλλιασμένες, χριστουγεννιάτικες κατασκευές σε καλή ή όχι κατάσταση. Δε βρίσκεις εκατοστό που να μπορείς να πατήσεις, οπότε αποφασίζεις να σέρνεις τα βήματά σου για να γλιτώσεις τις εξηγήσεις στο νοσοκομείο για το πώς βρέθηκαν τόσα χριστουγεννιάτικα θραύσματα στο κορμί σου.

Με τα πολλά στο βράδυ της Κυριακής έχεις ένα δέντρο στολισμένο και ένα σπίτι βομβαρδισμένο. Λογικά θα σου πάρει κάποιες βδομάδες μέχρι να το συνεφέρεις, προλαβαίνεις, δεν προλαβαίνεις την Παραμονή.

Χριστούγενναααα… Έχεις μπει σε εορταστική διάθεση, τραγουδάς όλων των λογιών τα κάλαντα. Ξυπνάς με κέφι. Βγαίνεις βόλτα στην πλατεία. Κάνει κρύο, φοράς κασκόλ, γάντια, παλτό. Το κρύο σε ξυπνάει για τα καλά και το κέφι χτυπά κόκκινο. Στα μεγάφωνα της πλατείας ακούς παιδικές χορωδίες. Περπατάς με το ρυθμό τους. Χαμογελάς σε όποιον βρεθεί μπροστά σου και νομίζεις πως ακούς δικές σου προσωπικές καμπανούλες να σε συντροφεύουν.

Οι μέρες περνούν, «σήμερα τα Φώτα κι ο Φωτισμός, η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός», κάνει πιο πολύ κρύο, ειδικά αν πλησιάσεις εκεί που θα ρίξουν το σταυρό. Κρυώνεις πολύ περισσότερο βλέποντας όσους ετοιμάζονται να πέσουν στο νερό για να τον πιάσουν, μιας και φοράνε μόνο το μαγιό, με φόντο τις χιονισμένες βουνοκορφές. Σφίγγεις το πανωφόρι σου, τυλίγεις άλλες δύο στροφές το κασκόλ των παιδιών και σου βγαίνει η παρόρμηση της ελληνίδας μάνας προς τους επίδοξους κολυμβητές «τη ζακέτα σου φόρα, θα κρυώσεις εκεί στα νερά!» Αλλά τελικά δε λες τίποτα και κοιτάς παρακαλώντας να μην πάθεις πνευμονία μέχρι να φτάσεις στο σπίτι.

Ο καιρός όμως δε σταματά κι όπως ήρθε το εορταστικό δωδεκαήμερο έτσι κι έφυγε. Τα παιδιά στο σχολείο, η πόλη παίρνει τον κανονικό της ρυθμό κι εσύ κοιτάζεις το δέντρο που μέχρι τώρα άλλαζε καθημερινά τη διακόσμησή του γιατί τα παιδιά αλλάζουν τη θέση των στολιδιών με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή που έχεις εσύ για να αντιδράσεις. Το στόλισμα το κυνηγούν όλοι, το ξεστόλισμα κανείς. Πώς να πεις σε αυτό το δέντρο να σε αφήσει; Πώς να του πεις πως δε σε χρειαζόμαστε άλλο πια και να το βάλεις μέσα; Βρίσκεις τον εαυτό σου να τραγουδά ακόμα χριστουγεννιάτικα. Κάνεις να απλώσεις το χέρι, μα αντί να ξεκρεμάσεις το στολίδι, το χαϊδεύεις. Μια σκέψη περνά από το νου σου. Χαμογελάς… Ένα από τα καλά του να είσαι ενήλικος είναι πως αποφασίζεις εσύ για πολλά πράγματα. Ποιος λοιπόν σε υποχρεώνει να ξεστολίσεις; Γιατί να είναι ο στολισμός «από Τότε, μέχρι Τότε»; Το αφήνεις. Για πότε; Για όποτε …

Τα παιδιά γυρίζουν από το σχολείο και βρίσκουν το δέντρο στη θέση τους. Κρυφά τα βλέπεις να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ματιές πως το δέντρο είναι ακόμα στη θέση του. Κάπως έτσι πέρασε όλος ο Γενάρης. Κατά το τέλος του Φεβρουαρίου και εκεί γύρω στις απόκριες τακτοποιείς τα πολλά – πολλά μπιχλιμπίδια. Μα αφήνεις αρκετά πίσω, τάχα πως τα ξέχασες. Χαμογελάς εσύ, χαμογελούν και τα παιδιά. Περνά και ο Μάρτης, με Χριστουγεννιάτικα, ναι. Δίπλα στα πασχαλινά κουνελάκια, τα κεράκια και τα λοιπά εορταστικά, υπάρχουν ακόμα Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια. Δεν τα ανάβεις, αλλά δεν τα βάζεις και στο κουτί. Τελικά, αποφάσισες πως ήρθε ο καιρός να κάνεις Πάσχα. Είναι ήδη Μεγάλη Πέμπτη. Κατεβάζεις τα λαμπάκια για να βάλεις στη θέση τους κόκκινες πασχαλινές φιγούρες με λαγουδάκια, αυγουλάκια και λοιπά πασχαλινά, τα οποία με παρόμοιο τρόπο θα φτάσουν μέχρι … ποιος ξέρει πότε, αλλά ποιος νοιάζεται;

Μας αρέσει; Τα κρατάμε!

Ελένη Σαββαΐδου