Προειδοποίηση: Ακολουθεί κείμενο τέρορ με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες…

Τι δεν με πιστεύεις; Βλέπεις funny bluez και γελάς προκαταβολικά; Ξινό να σου βγει το γέλιο, που γελάς με τον δικό μου τρόμο! Γιατί μπορεί εσύ να σκιάζεσαι τα αίματα, τις κατσαρίδες, τα φίδια και άλλα τέτοια, εγώ από την άλλη ένα πράγμα τρέμω, και αυτό λέγεται ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΣ!

Την πρώτη μου οδοντίατρο την έλεγαν Έλενα. Καλή γυναίκα. Ευγενική. Με πήγαινε η μάνα μου σαν παιδάκι να κάνω τις φθοριώσεις μου, τους καθαρισμούς μου και κανένα μικρό σφραγισματάκι άμα τύχαινε. Λίγο που ήμουνα παιδί και είχα άγνοια φόβου, λίγο που η κυρία Έλενα δούλευε μόνο με παιδιά, μέχρι την ενηλικίωση, όλα μπόμπα. Τσίμπαγα και το μπαλόνι μου φεύγοντας και η ζωή ήταν όμορφη.

Κάποια στιγμή όμως μεγάλωσα και με συνοπτικές διαδικασίες, για κάποια χρόνια, θεώρησα τον οδοντίατρο περιττό. Εγώ άλλωστε ήμουν σχολαστική με την καθαριότητα των δοντιών μου. Εγώ πλούτιζα τις εταιρείες με τα στοματικά διαλύματα και τις οδοντόκρεμες. Εγώ μέσα στην τσάντα μου μπορεί να μην είχα κραγιόν, σερβιέτες και άρωμα σαν τυπική γυναίκα, αλλά είχα (και έχω) πάντα μεσοδόντια βουρτσάκια και οδοντικό νήμα. Ένα φεγγάρι μάλιστα ζούσα για τη στιγμή, που κάποιος στην παρέα θα έλεγε: “Ρε παιδιά, λίγο νήμα έχει κανένας;” Και εγώ τότε χαρωπή, θα το έβγαζα εντυπωσιάζοντας τα πλήθη (σ.σ. ποτέ δεν ζήτησε κάποιος μέχρι και σήμερα νήμα).

Ώσπου ξύπνησα ένα πρωί λίγο πριν τα τριάντα και τσουπ σκάει το πρώτο πρόβλημα. Να κλαίω εγώ και να ζητάω την κυρία Έλενα, να μου ρίχνει η μάνα μου γιαπωνέζικα μπινελίκια που ότι θυμάμαι χαίρομαι. Για να μην πολυλογώ, βγαίνω στην αναζήτηση οδοντιάτρου. Ρωτάω από εδώ, ρωτάω από εκεί, βρίσκω έναν στον Ταύρο που μου δώσανε εξαιρετικές συστάσεις. Διατηρώντας την παιδική άγνοια φόβου, παίρνω τον ηλεκτρικό και πάω στο ιατρείο κυρία. Εντάξει, λίγο φόβο είχα εξαρχής (ποιος δεν έχει άλλωστε όταν πάει σε γιατρό;), αλλά ένα διαχειρίσιμο, λογικό φόβο. Κάθομαι στην καρεκλίτσα, ξέρετε αυτή την ξαπλωτή, ανοίγω το στοματάκι μου, μου χώνει τη σαλιορουφήχτρα που μοιάζει με γυριστό καλαμάκι και ξεκινάμε. Χριστέ μου, ενθυμούμαι τι ακολούθησε και τρέμουν τα χεράκια μου στο πληκτρολόγιο. Ο εξαιρετικός ιατρός, ο δήθεν αλαφροχέρης, αυτός ο καλοκάγαθος, χαμογελαστός κυριούλης απεδείχθη πολλά κιλά άσπλαχνος, για να μην πω τίποτε άλλο. Έχεις κάνει απονεύρωση; Σιγά θα πεις τον πολυέλαιο. Και ξαναρωτώ, έχεις κάνεις απονεύρωση; Έχεις κάνει, μάλιστα… Απονεύρωση, χωρίς αναισθησία, έχεις κάνει;;;; Ε, εμένα μου κάνανε!

Στιγμές απείρου κάλλους έλαβαν χώρα, εκείνο το καταραμένο πρωινό. Εγώ να κλαίω και να πετάγομαι στον αέρα κάθε φορά που έβαζε εκείνα τα διαολεμένα πραγματάκια στα νεύρα. Εκείνος να με μαλώνει “που κάνω σαν παιδί’ και να συνεχίζει ακάθεκτος. Εγώ να τον παρακαλάω να κάνει αναισθησία. Εκείνος να ηδονίζεται περισσότερο και να τα βάζει όλο και πιο βαθιά και να τα στριφογυρνάει. Να τρέχει το μολύβι από τα δάκρυα, να λερώνεται το πετσετάκι που μου είχε βάλει σαν σαλιάρα. Να θέλω να ρουφήξω τη μύξα μου και να με πνίγει η σαλιορουφήχτρα. Από κάποιο σημείο και μετά, από το μαρτύριο, πονούσαν ακόμα και οι τρίχες των μαλλιών μου! Αιώνες μου είχε φανεί εκείνο το πρώτο ραντεβού. Και όταν τελειώνοντας μου δήλωσε πως αυτό θα έπρεπε να επαναληφθεί τουλάχιστον άλλες δύο φορές, ειλικρινά έτοιμη ήμουν να του χώσω τον τροχό σε ανομολόγητα σημεία. Τέσσερις φορές πήγα σύνολο. Την τέταρτη φορά μου έκανε καθαρισμό (φυσικά χωρίς αναισθησία).Τέσσερις φορές που πλέον ξεκινούσα να κλαίω προκαταβολικά από τη στιγμή που έμπαινα στο βαγόνι στον ηλεκτρικό του Πειραιά. Και κάπως έτσι τσίμπησα μια υπέροχη φοβία. Μια φοβία που θα με συνοδεύει σε ολόκληρη τη ζωή μου.

Τότε ήταν που κατάλαβα πως όσο και να πρόσεχα τα δόντια μου, ο οδοντίατρος θα ήταν μια αναγκαία συνθήκη . Έλα όμως που πια δεν ήθελα ούτε ζωγραφιστούς να τους βλέπω. Ερωτεύομαι, παντρεύομαι, φεύγω από την Αθήνα, κάνω και ένα παιδί. Το βλαστάρι μου όμως ήταν φαγανό από τη κοιλιά. Δεν τον έφτανε έτσι το αίμα που μου έπινε επί εννιά μήνες, έπρεπε να τσακίσει και τα δοντάκια μου. Ένα χρόνο μετά την γέννα μου, τσουπ να τα πάλι τα προβλήματα. Στην αρχή έκανα την Κινέζα. Σιγά μην πήγαινα να περάσω πάλι τα ίδια. Στο τέλος είδα, απόειδα, το πήρα απόφαση. Βασικά δεν το πήρα εγώ απόφαση, σηκωτή με πήρε το στεφάνι μου και με πήγε στον καλύτερο οδοντίατρο του νομού. Μόλις όμως μπήκα μέσα και ο φιρμάτος γιατρός ξεκίνησε να μου μιλάει με ειρωνεία, πριν ακόμα κάτσω στην καρέκλα, του ρίχνω ένα περιποιημένο γαμωσταυρίδι (πλήρωσε και τα σπασμένα του άλλου) και με ύφος Σκάρλετ Ο Χάρα (μιας πονεμένης Σκάρλετ) φεύγω από το ιατρείο κοπανώντας την πόρτα πίσω μου και ξεχνώντας πως το στεφάνι ακολουθούσε.

Μέσα στους δρόμους, εγώ να τρέχω σαν την Αστέρω λέγοντας ακατάληπτα πράγματα βρίζοντας τους οδοντιάτρους και ο ταλαίπωρος σύζυγος με ανοιγμένη τη μύτη να με κυνηγάει. Και τότε μέσα στο ντελίριο σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω μια επιγραφή “οδοντιατρείο” με όμορφα βεραμάν γράμματα.

“Εδώ θα πάω!”
“Μα δεν τη ξέρουμε!”
“Χέστηκα! Σε αυτή θα πάω. Πρώτον είναι γυναίκα και δεύτερον μ’ αρέσει η ταμπέλα!”
“Βρε πουλάκι μου, δεν έχουμε κλείσει ραντεβού.”
“Εγώ θα ανέβω, αν θες έλα!”

Και κάπως έτσι γνώρισα τη Βάσια. Δύο μέτρα η Βάσια. Όταν την είδα μου έφυγαν τσισάκια. Η Βάσια όμως κάθισε και με άκουγε επί μισή ώρα να κλαψουρίζω. Η Βάσια με έβαλε έκτακτα μέσα στο πρόγραμμα εκείνης της ημέρας, γιατί με λυπήθηκε προφανώς. Η Βάσια είχε αναισθησίες, ξυλοκαΐνες και όλα τα καλά του κόσμου. Η Βάσια έκανε το λάθος να την συμπαθήσω και με φορτώθηκε εσαεί!

Έκτοτε τα προβλήματα με τα δόντια μου δεν με έχουν αφήσει. Τι κι αν κάνω τακτικούς καθαρισμούς. Τι κι αν εμμένω στην σχολαστική καθημερινή ρουτίνα μου. Έχω πλέον αποδεχθεί πως τα δόντια μου αργά ή γρήγορα θα με εγκαταλείψουν για άγνωστους λόγους. Και όσο και αν αγαπάω τη Βάσια, κάθε φορά περνάω την ίδια στεναχώρια. Κάθε φορά κλαίω πριν πάω, κάθε φορά πριν ξεκινήσουμε μου κάνει μια μίνι ψυχανάλυση για να με πείσει να καθίσω, κάθε φορά την ικετεύω να με ντοπάρει με όση αναισθησία διαθέτει, κάθε φορά “ναι” μου λέει, η καλή μου, και με ψεκάζει με μια βλακεία για να με πείσει πως έκανε αναισθησία, λες και εγώ δεν ξέρω πως το καλό το πράγμα είναι το ενέσιμο. Κάθε φορά δεν πονάω, αλλά εγώ σφίγγομαι τόσο πολύ από το φόβο μου, που τα χέρια μου μετά έχουν σημάδια…

Και προς τι η λογοδιάρροια θα μου πείτε. Σε δύο μέρες έχω ραντεβού με τη Βάσια και κάπου πρέπει να τα πω! Κάντε λοιπόν μια προσευχούλα για την μικρή Πουκαρίνα. Κάντε μια προσευχούλα να την βγάλει καθαρή μέχρι την ώρα εκείνη.

Υγ: Σ αγαπάω Βάσια! Είσαι θεά! Είσαι η καλύτερη οδοντίατρος του κόσμου! (δεν θέλω σχόλια για το γλύψιμο, η Βάσια έχει τα ναρκωτικά, η Βάσια και τον τροχό!)