Φασαρία, κόσμος, μουσική, σερπαντίνες, χαρτοπόλεμος, ρόπαλα, κι αυτές οι άβολες στολές με τα υφάσματα που κοκκινίζουν το δέρμα… Τις σιχαινόταν τις Απόκριες! Μα αυτόν τον αποκριάτικο χορό δεν τον γλίτωνε. Ήταν η τελευταία του χρονιά στο δημοτικό. Τον είχε σύρει η μάνα του με το ζόρι από το κρεβάτι το πρωί, τον τάισε ένα γερό πρωινό και τον έντυσε με την στολή του πρίγκιπα. Ούτε κι εκεί μέτρησε η γνώμη του. Αυτός ήθελε σούπερμαν να ντυθεί, αφού έπρεπε οπωσδήποτε να ντυθεί κάτι. Μα τη στολή του πρίγκιπα του χάρισε η θεία Καίτη τώρα που μεγάλωσε ο Γιωργάκης και δεν του κάνει. Κι η μάνα του τον καμάρωνε και του φώναζε «Πρίγκιπα μου!» κι εκείνον τον είχε ήδη πιάσει φαγούρα!

Μπήκαν μέσα στο κέντρο κι ο καημένος ο Νικόλας ένιωσε τα σωθικά του να καταχτυπούν με τον ρυθμό της μουσικής. Τα φωτορυθμικά τον ζάλιζαν, δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί. Κι άρχισε να μετρά τα λεπτά ως που να τελειώσει το μαρτύριό του. Κάθισαν σ’ ένα τραπέζι με τις θείες και τα ξαδέρφια του κι εκείνος ήταν το μόνο παιδί που κοίταζε γύρω σαν χαμένο. Όλα τα άλλα έπαιζαν με τις σερπαντίνες, έτρεχαν, χόρευαν, έμοιαζαν χαρούμενα. Μόνο εκείνος υπέφερε. Κι αυτή η ρημάδα η στολή τον είχε τρελάνει. Κάθε τόσο ξυνόταν σαν μανιακός.

Και τότε την είδε!
Ήρθε και κάθισε απέναντί του. Ήταν ντυμένη πριγκίπισσα κι ήταν το ίδιο μουτρωμένη μ’ εκείνον. Ήταν το μόνο κοριτσάκι που δεν κουνήθηκε από την καρέκλα κι είχε το κεφάλι κατεβασμένο ως που έφυγε με την μητέρα της. «Ποια είναι αυτή;» ήταν η πρώτη κουβέντα του Νικόλα από την ώρα που είχε μπει στο κέντρο.
«Η Μαριλένα! Μένει δίπλα μας. Είναι η καλύτερη μου φίλη στην γειτονιά.» απάντησε βιαστικά η ξαδέρφη του η Στέλλα και ξαναγύρισε στην πίστα.

Αυτό ήταν! Από τότε ο Νικόλας δεν έχασε καμία επίσκεψη στο σπίτι της θείας Καίτης! Μα ήταν χειμώνας, έκανε παγωνιά και τα παιδιά δεν έπαιζαν στη γειτονιά. Μετά τις δυο τρεις πρώτες φορές που ο Νικόλας ανεχόταν το τσίμπημα στα μάγουλα, τις βαρετές συζητήσεις των μεγάλων και το άνοστο φαγητό της θείας Καίτης, είχε αρχίσει να απογοητεύεται γιατί Μαριλένα άκουγε και Μαριλένα δεν έβλεπε. Ούτε το παιχνίδι με τα ξαδέρφια του δεν απολάμβανε. Μα ντρεπόταν και να ρωτήσει. Κι όλο σκεφτόταν εκείνη την μουτρωμένη πριγκίπισσα που δεν άκουσε ποτέ την φωνή της…

Ως που άνοιξε ο καιρός και εκείνη την Κυριακή που μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο σπίτι της θείας Καίτης, τα παιδιά έπαιζαν στην αυλή. Κάποια στιγμή ο Νικόλας παρατήρησε κόσμο στην διπλανή αυλή και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του. Και επιτέλους την είδε! Μα αυτό το κορίτσι δεν είχε καμία σχέση μ’ εκείνη την μουτρωμένη πριγκίπισσα. Ήταν ένα πλάσμα λαμπερό, χαρούμενο, ζωηρό! Η Στέλλα την φώναξε και η Μαριλένα πήγε μαζί τους. Κι ο Νικόλας ένιωθε πεταλούδες στο στομάχι του να τον γαργαλάνε. Όλα τα παιδιά έπαιζαν μ’ ένα καινούργιο παιχνίδι όταν πρόσεξε πως η Μαριλένα στεκόταν πιο πίσω. Την πλησίασε.
«Δεν σου αρέσουν οι Απόκριες ε;» της είπε κι εκείνη τον κοίταξε ξαφνιασμένη.
«Πού το ξέρεις εσύ;»
«Από τον χορό. Το ξέρω πως δεν με είδες, τίποτα δεν είδες μέχρι που έφυγες, αλλά εγώ σε είδα…»
«Δεν ήθελα να ντυθώ, δεν μ’ αρέσει τίποτα από τις Απόκριες!»
«Ούτε κι εμένα!» είπε ο Νικόλας ενθουσιασμένος μα τότε έχασε την γη κάτω από τα πόδια του κι οι πεταλούδες στο στομάχι του τον γαργαλούσαν τόσο δυνατά που του κόπηκε η ανάσα. Γιατί η Μαριλένα του έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο κι ύστερα κατακόκκινη μα χαμογελαστή έτρεξε στην αυλή του σπιτιού της. Όλη την υπόλοιπη μέρα τα δυο παιδιά αντάλλαζαν βλέμματα και χαμόγελα.

Ακολούθησαν κάμποσες ακόμα επισκέψεις στο σπίτι της θείας Καίτης, με τον Νικόλα να ξεροσταλιάζει στην αυλή ως που να εμφανιστεί η Μαριλένα. Άλλες φορές την έβλεπε και το χαμόγελό του έφτανε ως τα αφτιά, άλλες όχι και έφευγε μαραμένος. Ως που μια μέρα η Στέλλα, που είχε καταλάβει το ενδιαφέρον του για την φίλη της, του είπε τα νέα απαρηγόρητη. Η Μαριλένα με την οικογένεια της μετακόμισαν! Κι έτσι ο Νικόλας κατάλαβε πως δεν θα την δει ποτέ ξανά και για καιρό δεν μπορούσε να πάψει να την σκέφτεται. Ήταν μελαγχολικός, νευρικός, κακόκεφος.

Έπειτα μπήκε στο γυμνάσιο, νέο περιβάλλον, καινούρια πρόσωπα, πολλά μαθήματα, ξένες γλώσσες, δραστηριότητες, εφηβεία, ορμόνες, πολλές παρέες, σιγά σιγά ξεχάστηκε. Ο Νικόλας ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο σχολείο κι είχε πολλές επιτυχίες στα κορίτσια. Κι ύστερα ήρθε το λύκειο. Στην τρίτη λυκείου ο Νικόλας ήταν στο απόγειο της φήμης του στο σχολείο. Πρόεδρος του δεκαπενταμελούς, αρχηγός της ομάδας μπάσκετ, άριστος μαθητής, καλό παιδί μα και σκληρό καρύδι. Τα κορίτσια λιποθυμούσαν με κάθε του βλέμμα, όλοι τον ήθελαν στην παρέα τους. Στα μέσα της χρονιάς η φιλόλογος τους ανακοίνωσε πως ήρθε ένα νέο παιδί στο σχολείο και ετοιμάζονταν να το υποδεχτούν στην τάξη. Άνοιξε η πόρτα και ο Νικόλας πάγωσε κι ένιωσε ξανά εκείνες τις πεταλούδες στο στομάχι του, που είχε να τις νιώσει από την έκτη δημοτικού!
«Παιδιά η καινούρια σας συμμαθήτρια, η Μαριλένα!» είπε η φιλόλογος και ο Νικόλας είχε μουδιάσει ολόκληρος!
Η Μαριλένα ήταν πια ένα πανέμορφο κορίτσι με φωτεινό χαμόγελο και καθαρό βλέμμα που ξεχώριζε παρά την αμηχανία της.
Στο πρώτο διάλειμμα ο Νικόλας την πλησίασε δειλά.
«Ακόμα σιχαίνεσαι τις Απόκριες μικρή πριγκίπισσα;» της ψιθύρισε στο αφτί κι εκείνη άνοιξε τα μάτια διάπλατα και τον κοίταξε απορημένη.
«Νικόλα;» δεν πίστευε στα μάτια της.
Εκείνος της έκανε ένα καταφατικό νεύμα κι εκείνη αμέσως έπεσε στην αγκαλιά του γελώντας δυνατά. Τότε ο Νικόλας την τράβηξε από το χέρι μέσα στην άδεια αίθουσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω τους. Την αγκάλιασε από την μέση με το ένα του χέρι και με το άλλο χάιδεψε απαλά το μάγουλό της. Ύστερα την τράβηξε κοντά του και της έδωσε το πιο γλυκό φιλί που είχε δώσει ποτέ σε κορίτσι! Η Μαριλένα αρχικά τα έχασε μα μετά αφέθηκε στα χέρια του ζαλισμένη.
«Τώρα που σε βρήκα δεν θα σε ξαναχάσω!» της είπε και γέλασαν και οι δύο.

«Μαμά μαμά!! Ξύπνα! Δεν έχουμε μάθημα στο σχολείο σήμερα, έχουμε πάρτυ, πρέπει να πάω!! Σήκω, δεν πρέπει να αργήσω! Μα που είναι η στολή μου; Άντε μαμά!» μόλις το ρολόι είχε δείξει επτά και μισή.
Η Μαριλένα σύρθηκε ως την κουζίνα κι ετοίμασε το πρωινό. Πήρε μια κούπα ζεστό καφέ και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα.
«Ξύπνα αγάπη μου να καμαρώσεις την κόρη σου!» είπε πλησιάζοντας την κούπα κοντά στη μύτη του Νικόλα.
«Κοίτα μπαμπά! Κοίτα κοίτα!» φώναξε τρέχοντας μέσα στο δωμάτιο μια μικρή πριγκίπισσα που έλαμπε από χαρά.
Ο Νικόλας άνοιξε τα μάτια και χαμογέλασε αγκαλιάζοντας την κόρη του.
«Μα σε τίποτα να μην μας μοιάσει αυτό το παιδί!» γέλασε η Μαριλένα.
«Μπαμπά σήκω γρήγορα, δεν κάνει να αργήσω! Θα με περιμένει ο Κωστής που θα ντυθεί πρίγκιπας!»
«Τι έκανε λέει;;;» ο Νικόλας πετάχτηκε επάνω με γουρλωμένα μάτια και η Μαριλένα ξέσπασε σε γέλια!