Κάποτε υπήρχαν αυλές με γεράνια. Και γύρω από τις αυλές μικρά σπίτια. Σπίτια φτωχικά που μύριζαν πάστρα και ας στέγαζαν ολόκληρα δέντρα μέσα τους. Γιατί σαν δέντρα με κλαδιά και ρίζες έμοιαζαν οι οικογένειες που μοιραζόντουσαν μια μικρή κάμαρη με κοινόχρηστη τουαλέτα και κοινόχρηστα όνειρα.
Σε μια τέτοια αυλή, σε μια μικρή κάμαρη, πάνω σε ένα ξεχαρβαλωμένο μπαουλοντίβανο, απέναντι από μια βαριά σερβάντα γεννήθηκε. Και ήταν τόσο δυνατή η τσιρίδα που έβγαλε, όταν η μαμή τον χτύπησε στην πλάτη, που ακόμα και η μάνα του, εξαθλιωμένη και ταλαιπωρημένη από την πολύωρη γέννα, έκανε τον σταυρό της φοβισμένη.
“Μητέρα να δεις, τούτος θα μας παιδέψει” , είπε στην πεθερά της που μάζευε τις λεκάνες με τα νερά από το πάτωμα και εκείνη τη μάλωσε.
“Σώπα αφορισμένη! Αντί να χαίρεσαι που γέννησες ένα υγιές παιδί με καλά πνευμόνια, εσύ αμέσως να γκρινιάξεις!” της είχε πει η κυρά Λένη και το Μαρικάκι ντροπιασμένο, είχε πάρει αγκαλιά το ροδαλό αγόρι.
Γιατί το Μαρικάκι ήξερε πόση σημασία είχε για την πεθερά της να κάνει ο μοναχογιός της ένα αρσενικό παιδί. Μπορεί όλοι μέσα στην κάμαρη να απαντούσαν αόριστα κάθε φορά που η κουβέντα πήγαινε στον μακαρίτη τον πεθερό της, αλλά η Μαρίκα χαζή δεν ήταν. Το έβλεπε πως κάτι της έκρυβαν . Μόνο γενικότητες άκουγε και το πιο παράδοξο ήταν, πως ενώ γνώριζε πως ο πεθερός ήταν δεινός παίκτης του μπουζουκιού, μέσα σε αυτό το σπίτι ποτέ της δεν είχε ακούσει ούτε μισό τραγούδι έστω από γραμμόφωνο.
Εκείνη όμως δεν την ένοιαζε και πολύ το παρελθόν. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν το παρόν. Και εκείνης το παρόν ήταν ο άντρας της και τώρα το μωρό της. Γιατί τον λάτρευε τον Σωτήρη της. Αν εκείνος δεν την είχε μαζέψει, ένας Θεός ξέρει που θα είχε καταλήξει. Στην καλύτερη ακόμα να έλιωνε τα χέρια της πλένοντας στη σκάφη. Γιατί μια ορφανή παρακόρη ήταν στο σπίτι μιας ευκατάστατης οικογένειας, όταν γνώρισε τον ψηλό Πειραιώτη οικοδόμο που είχε έρθει να επιδιορθώσει την μάντρα. Και εκείνος αμέσως μαγεύτηκε από τη μικρόσωμη κοπελίτσα που με τα ισχνά της χέρια, με πείσμα, έτριβε τα ρούχα κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο.
Αν δύο νεανικές καρδιές είναι να κελαηδήσουν, σε τίποτα δεν θα βρουν εμπόδιο. Και αυτές οι δύο καθαρές καρδιές δεν άργησαν να αρχίσουν να σιγομουρμουρίζουν τον σκοπό του έρωτα. Κόκκινα γαρύφαλλα της άφηνε δίπλα στην σκάφη και εκείνη κάθε φορά που τα αντίκριζε γινόταν πιότερο κόκκινη και από τα άνθη. Σήκωνε έτσι με δισταγμό το πρόσωπό της προς την μάντρα και του ξεχρέωνε το κάθε γαρύφαλλο μ’ ένα χαμόγελο τόσο φωτεινό, που ο Σωτήρης νόμιζε πως θα σωριαστεί εκεί ανάμεσα στις πέτρες. Και όσο η μάντρα κόντευε να τελειώσει, τρέλα ερχόταν και στον έναν και στον άλλο που θα έχαναν χαμόγελα και γαρύφαλλα από τη ζωή τους.
Ευτυχώς τους λυπήθηκε ο Θεός και είπε να ρίξει λίγο λαδάκι στην φωτιά, έτσι για να φουντώσει. Ούτε που κατάλαβε πως έφυγε το χέρι του και προσγειώθηκε πάνω στα αντιπαθητικό μούτρο του ανθρώπου που του πλήρωνε το ψωμί του. Το μόνο που θυμόταν ήταν το Μαρικάκι τρομαγμένο σε μια γωνία να παλεύει με όλη της την δύναμη να τον ξεκολλήσει από πάνω της. Όλα τα άλλα, ήταν απλά αποτέλεσμα ενστίκτου.
“Παιδάκι μου, τι είναι αυτό το μυξιάρικο που μας κουβάλησες;”
“Μάνα θα την παντρευτώ! Δεν το συζητάω.”
“Για χάρη της σε έδιωξαν από τη δουλειά παιδί μου. Ορφανή είναι , φτωχή είναι, θα χαραμιστείς και έχεις και τρεις αδελφές που περιμένουν από σένα.”
“Ένα στόμα ακόμα ρε μάνα, τί διαφορά θα κάνει; Την αγαπάω, δεν σου λέει τίποτα αυτό;” , την ρώτησε κοιτώντας την στα μάτια και εκείνη κατέβασε το κεφάλι και δέχτηκε την επιλογή του γιου της. Γιατί της έλεγε κάτι της Ελένης και μάλιστα περισσότερα από όσα νόμιζε ο Σωτήρης.
Ναι ήταν δύσκολο παιδί ο Δημητρός. Καλά το είχε προβλέψει η δόλια η μάνα του. Και όσο πέταγε ύψος, τόσο δυσκόλευε τις ζωές όλων μέσα στη μικρή κάμαρη. Μόνο η γιαγιά του μπορούσε να του επιβληθεί , ίσως γιατί και εκείνος καταλάβαινε την αδυναμία που του είχε. Διότι η Ελένη τον λάτρευε και το έδειχνε ξεκάθαρα, ακόμα και όταν και άλλα εγγόνια ήρθαν να γεμίσουν την αγκαλιά της. Είχε το όνομα του άντρα της και όπως συχνά πυκνά θύμιζε σε όλους, είχε και το έντονο ταμπεραμέντο του. Ποτέ όμως δεν επεξηγούσε τι ακριβώς εννοούσε με αυτό.
Νωρίς τον είχαν χάσει και το μόνο που είχε μείνει να τον θυμίζει πια, ήταν μια ξεθωριασμένη φωτογραφία ενός ψηλού και όμορφου άντρα με το σακάκι περασμένο στον ένα ώμο, μ’ ένα χοντρό μουστάκι ,μ’ ένα καπέλο καβουράκι στο κεφάλι και με το μπουζούκι στο χέρι. Και η Ελένη να αποφεύγει να συζητάει για εκείνον ακόμα και με τα ίδια της τα παιδιά. «Στην Κατοχή αρρώστησε και πέθανε» , έλεγε κοφτά κάθε φορά που εκείνα τη ρωτούσαν. Έτσι παραδόθηκαν στον πείσμα της να κρατάει το στόμα της κλειστό και δεν επέμεναν. Αυτή η γυναίκα άλλωστε, βράχος είχε σταθεί για να τους μεγαλώσει με αξιοπρέπεια σχεδόν ολομόναχη, δεν υπήρχε λόγος να την στεναχωρούν. Γιατί μετά το θάνατο του άντρα της πολλά κλαδιά εκείνου του δέντρου ξεράθηκαν. Πρώτη έφυγε η πεθερά της Ελένης και λίγο αργότερα ακολούθησαν και οι δικοί της γονείς. Δύσκολα χρόνια τότε…
Με ματωμένα γόνατα και με ένα βαθύ κόψιμο στο μάγουλο ανέβηκε εκείνο το μεσημέρι ο Δημητρός τη σκάλα που οδηγούσε στην κάμαρη τους. Λιποθυμιά ήρθε στο Μαρικάκι μόλις τον αντίκρισε. Αυτό το παιδί, αν και δέκα χρόνων μόλις, δεν έχανε ευκαιρία να μπλέκει σε καταστάσεις που προμήνυαν πως δεν θα ήταν καλό το μέλλον του. Και από την μία να προσπαθεί να σκουπίσει τα αίματα με την ποδιά της κλαίγοντας και από την άλλη να προσπαθεί να κρατήσει τον Σωτήρη ψύχραιμο ,που ουρλιάζοντας απελπισμένος, προσπαθούσε να του δώσει μερικές ψιλές και ο ίδιος. Αυτό το θέαμα αντίκρισε η Ελένη μπαίνοντας από την αγορά και το αποφάσισε.
Μάλωσε τον γιο της θυμίζοντας του τα δικά του καμώματα, μάλωσε την νύφη της που μυξόκλαιγε κάθε φορά που σκούραιναν τα πράγματα και αγκάλιασε τον μικρό Δημήτρη που πεισμωμένος αρνιόταν να ζητήσει συγνώμη από τους γονείς του.
«Έλα γιαβρί μου, πήγαινε πλύσου. Και μετά πήγαινε βάλε μια καθαρή αλλαξιά. Έχουμε να πάμε κάπου οι δύο μας» του είπε και εκείνος υπάκουσε.
«Που θα τον πας μάνα; Σε κανένα παπά να τον διαβάσει;» ρώτησε ειρωνικά ο Σωτήρης
«Δουλειά σου , εσύ! Που είσαστε στραβοί και δεν το βλέπετε το κουτσαβάκι που σας έλαχε. Το παιδί έχει ψυχή. Ψυχή που πλεονάζει. Ψυχή που δεν χωράει στο σωματάκι του! Θα το τακτοποιήσω το θέμα.» τους είπε και ύστερα στράφηκε στη φωτογραφία πάνω στην σερβάντα.
«Φτάνει Δημητρό μου το μινοράκι, τι λες και εσύ;» ρώτησε και χάιδεψε την φωτογραφία κάνοντας το ζευγάρι να ανησυχήσει μήπως η κυρά Λένη είχε αρχίσει να το χάνει.
Με τα πόδια έφυγαν γιαγιά και εγγονός και περπατούσαν ώρα πολλή χωρίς να μιλάνε. Εκείνη να χαράζει την πορεία και ο μικρός από πίσω σκυφτός να κλωτσάει πέτρες στο διάβα του.
Και ύστερα από κάμποσα χιλιόμετρα κατάλαβε το παιδί πως είχαν φτάσει στη Δραπετσώνα. Το ήξερε πως η γιαγιά του εκεί είχε μεγαλώσει . Του έλεγε συχνά την ιστορία πως από τη Σμύρνη έφτασαν στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στη Δραπετσώνα. Δεν θυμόταν πολλά η γιαγιά από εκείνα τα χρόνια της καταστροφής και του ξεριζωμού. Μωρό παιδί ήταν. Αυτό όμως δεν την κρατούσε από το να του λέει παραμύθια για τότε. Παραμύθια που και εκείνη είχε ακούσει από τη δική της μάνα και γιαγιά.
Στο μαγαζί όμως εκείνο, που μύριζε τσιγαρίλα τόσο έντονα, τι δουλειά είχαν; αναρωτήθηκε καθώς έμπαιναν στο μικρό σχεδόν ετοιμόρροπο καφενείο.
“Λενιώ; Λενιώ εσύ είσαι;;;”
“Εγώ είμαι Ανέστη…”
“Ρε Λενιώ! Δεν το πιστεύω! Πόσα χρόνια έχω να σε δω;;;”
“Πολλά, πάνω από 20…”
“Και τούτος, είναι αυτός που φαντάζομαι;”
“Ναι. Πες μου ρε Ανέστη πως δεν το βλέπω μόνο εγώ!”
“Ίδιοι είναι Λενιώ. Ολόιδιοι. Όσο δεν του έμοιασε ο Σωτήρης, τόσο του μοιάζει αυτός!”
“Του Σωτήρη είναι ο πρώτος. Ανέστη δώσμου ένα τσιγάρο. Φέρε μας ένα μισόκιλο και μετά πήγαινε φέρε αυτό που σου ζήτησα να μου φυλάξεις. Ήρθε η ώρα.”
“Εγώ θα τον μάθω, να εξηγούμαστε!”
“Ποιος άλλος ρε Ανέστη… Μόνο εσένα θα ήθελε…” είπε μελαγχολικά η κυρά Λένη και ο Ανέστης παρά τα σχεδόν εβδομήντα χρόνια του, σαν αετός πέταξε για να κάνει το θέλημα της. Απίθωσε μπροστά τους βιαστικά ένα πρόχειρο μεζέ και ένα μισόκιλο κατρούτσο και ύστερα χάθηκε στα άδυτα του μικρού καφενέ.
“Καπνίζεις γιαγιά;;;” ρώτησε με γουρλωμένα μάτια το αγόρι
“Το έχω κόψει χρόνια, αλλά κάποτε κάπνιζα”
“Και εδώ τι ήρθαμε να κάνουμε;”
“Εδώ ήρθαμε για να γνωρίσεις τον φίλο του παππού σου. Αδελφός ήταν για εκείνον ο άντρας που είδες. Κάτσε να φέρει αυτό που ζήτησα και θα καταλάβεις.”
Με δυσκολία ανέβασε την τεράστια ξύλινη κασέλα ο άντρας πάνω στο πάγκο και ταυτόχρονα ένα σύννεφο σκόνης και ιστορίας σηκώθηκε προς όλες τις κατευθύνσεις. Και μόλις έβγαλε τα καρφιά που την κρατούσαν σφαλιστή και σήκωσε το καπάκι, ένα μπουζούκι γυάλισε μέσα στο μισοσκότεινο χώρο. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της Ελένης όταν το είδε. Μόνο εκείνο ο χρόνος δεν είχε καταφέρει να το ρημάξει.
“Κούρδισε το Ανέστη. Κούρδισε το και έλα κάτσε εδώ δίπλα μου” τον διέταξε συγκινημένη.
“Λενιώ να φέρω το δικό μου. Δεν μπορώ με εκείνου…” διαμαρτυρήθηκε ο γέρος το ίδιο συγκινημένος.
“Σε παρακαλώ, για μια φορά” είπε η Ελένη και κάτι στον τόνο της φωνής της, έκανε τον Ανέστη να υποχωρήσει.
“Και τι θα παίξουμε ρε Λενάκι;”
“Έλα τώρα που δεν ξέρεις τι θα παίξουμε…” είπε η Ελένη και κατέβασε μονοκοπανιά το ποτηράκι με το κρασί.
Ποτέ του δεν θα ξεχνούσε αυτό που άκουσε εκείνη την ημέρα ο Δημήτρης. Πότε του δεν φανταζόταν πως η γιαγιά του είχε τέτοια φωνή. Αδιανόητο του φαινόταν, πως η γυναίκα που έφτιαχνε τους καλύτερους ντολμάδες, είχε μεταμορφωθεί σε αυτό το πλάσμα που έβλεπαν τα μάτια του. Και ο ήχος του μπουζουκιού… Αυτό δεν ήταν μουσική. Αυτό ήταν… Δεν μπορούσε να καταλάβει καν τι ήταν. Σαν ευλογία στάλαζαν στην ταραγμένη παιδική ψυχούλα του οι νότες. Σαν να έβρισκε επιτέλους ένα κομμάτι που του έλειπε και που δεν ήξερε και ο ίδιος πως του λείπει. Ναι ο παππούς έπαιζε κάποτε μπουζούκι το ήξερε, αλλά τα δικά του αυτιά πρώτη φορά το άκουγαν. Και ήταν τόσο περίεργο αυτό που ένιωθε. Λες και επιτέλους είχε γυρίσει σπίτι του.
“Σου άρεσε Δημητρό μου;” ρώτησε η γιαγιά τελειώνοντας το τραγούδι και σκουπίζοντας τα δάκρυα της.
“Γιαγιά θέλω να μάθω και εγώ να παίζω!” είπε το παιδί σχεδόν τρέμοντας από όλα αυτά που μόλις είχε βιώσει.
“Το ξέρω γιαβρί μου, γι αυτό σε έφερα εδώ. Ο Ανέστης θα σε μάθει. Εγώ θα σε φέρνω όποτε χρειάζεται και για όσο χρειαστεί”
“Και ο παππούς τόσο καλά έπαιζε;”
“Μικρέ ο παππούς σου έπαιζε καλύτερα από μένα, ήταν μεγάλος ασίκης. Αν δεν είχε φύγει τόσο νέος, όλοι για εκείνον θα μιλούσαν. Στάθηκε άτυχος όμως. Πολύ άτυχος.”
“Το ξέρεις πως η ατυχία του ήταν που έπεσε πάνω σε εμένα. Αν δεν ήμουν εγώ ρε Ανέστη…”
“Σκάσε Ελένη! Σκάσε και τα έχουμε ξαναπεί πριν από χρόνια. Δεν τον μαχαίρωσες εσύ, ο άλλος τον μαχαίρωσε γιατί δεν άντεχε να σας βλέπει μαζί. Ο άλλος που σε έβλεπε να του κάνεις παιδιά και έπεφτε κάθε μέρα όλο και περισσότερο μέσα στα χασίσια και το πιοτί ! Ο άλλος που αν δεν τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί, εγώ θα είχα κάνει το άντερο του κοκορέτσι! Ναι για σένα κατέβηκε εκείνο το βράδυ στην Τρούμπα. Έγκυος ήσουν στην Αννούλα και ψωμολυσσάγατε όπως όλοι μας! Ένα σάλτο ήθελε να κάνει στο γερμανικό καμιόνι να σας φέρει σπίτι φαΐ. Για να ταΐσει την οικογένεια του ήρθε και αντί να πέσει τουλάχιστον ηρωικά από τον οχτρό, την έφαγε τη δίκοπη ύπουλα και στην πλάτη . Και εσύ τι έκανες; Αντί να βοηθήσεις να τον κρατήσουμε ζωντανό τουλάχιστον στη μνήμη των ανθρώπων που τον αγαπούσαν, πήρες τα παιδιά , μου άφησες το μπουζούκι του και σηκώθηκες και έφυγες από την Δραπετσώνα. Θυμάσαι τι σου είπα τότε που ήρθα και σε βρήκα; Δώσε μου το Σωτήρη να του μάθω μπουζούκι. Και θυμάσαι τι μου είπες; Αυτός ο νταλκάς έφταιξε που τα έχασα όλα. Να σαι όμως τώρα εδώ με τούτο το χαϊβάνι! Σκάσε λοιπόν, έκανες λάθη και το ξέρεις, αλλά τώρα θα τα διορθώσεις. Θα στο κάνω εγώ τούτο πρώτο μορτάκι. Να τον βλέπει ο παππούς του από εκεί πάνω και να φεύγουν όλα τα σεκλέτια του! Αλλάξανε Λενιώ τα πράγματα από τότε, δεν είναι όπως τα άφησες. Να λες πάλι καλά που δεν με βρήκες σε καμιά κάσα. Τόσο χρόνια πιόμα και τσιγάρο, λιώσανε τα μέσα μου. Πριν πάω λοιπόν να τον ανταμώσω, να κάνουμε μάλε βράσε τον παράδεισο με τις πενιές μας , μόκο! Δεν θέλω κουβέντα για το τότε!”, είπε ο Ανέστης και έκλεισε οριστικά την κουβέντα.
Και κάπως έτσι μπήκαν νότες στην μικρή κάμαρη και πάλι. Νότες που γλύκαναν επιτέλους το κρυφό πένθος της κυρά Λένης και που χάρισαν γαλήνη στον μικρό Δημήτρη. Το Μαρικάκι και ο Σωτήρης βλέποντας πόσο καλό έκανε όλο αυτό στο παιδί, υποχώρησαν στις αρχικές ενστάσεις τους. Καλύτερα μπουζουξής παρά πίσω από τα κάγκελα καμιάς φυλακής.
Και προχώρησε η ζωή αδυσώπητα όπως κάνει πάντα. Ανδρώθηκε ο Δημητρός. Η κάμαρη δόθηκε αντιπαροχή. Τα γεράνια στις γλάστρες έγιναν είδος προς εξαφάνιση. Άρχισε να ασπρίζει το Μαρικάκι και ο Σωτήρης και η Ελένη ένα πρωινό του Δεκέμβρη πήγε να βρει τον ασίκη της χαμογελαστή. Αν περάσεις ακόμα και σήμερα από εκείνη τη γειτονιά, όλοι έχουν να θυμούνται τη κηδεία της Λενιώς της Σμυρνιάς. Ο παπάς κόντεψε να μείνει στον τόπο, όταν ο εγγονός της έβγαλε το μπουζούκι του και εκεί πάνω από τον ανοιχτό λάκκο, που σαν ανοιχτό στόμα ετοιμαζόταν να καταπιεί το άψυχο πλέον κουφάρι της γιαγιάς του, άρχισε να παίζει και να τραγουδάει το τραγούδι εκείνο το πρώτο, που του είχε τραγουδήσει τότε. Το τραγούδι του Βαμβακάρη που όλοι οι παλιοί στην Δραπετσώνα ξέρανε, πως όταν η Λενιώ και ο Δημητρός το τραγουδούσαν παρέα, ράγιζαν ακόμα και τις πέτρες.
“Βάσανα πίκρες φαρμάκια καραβοτσακίσματα ω!
σαν το βράχο που τον δέρνουν της θάλασσας τα κύματα
σαν το βράχο που τον δέρνουν της θάλασσας τα κύματα
βάσανα πίκρες φαρμάκια καραβοτσακίσματα” ξεκίνησε να τραγουδάει ο Δημήτρης παίζοντας έντεχνα το μπουζούκι του παππού του και ο κόσμος όρκο θα έπαιρνε, πως ακόμα και οι άγγελοι στον χειμωνιάτικο ουρανό, μεράκλωσαν και έστελναν χοντρές νιφάδες από χιόνι. Ναι νιφάδες από χιόνι μες τον Πειραιά!

Αφιερωμένο στον παππού και τη γιαγιά μου που πάντα αγκαλιασμένοι τραγουδούσαν αυτό το τραγούδι.