Είπα να κάνω ένα τελευταίο τσιγάρο πριν πάω για ύπνο. Πάντα το απολαμβάνω όρθια δίπλα από την μπαλκονόπορτα με θέα τον δρόμο. Σκοτεινή η γωνία απέναντι και μοναχική. Η Κάρολ δεν θα ερχόταν απόψε. Και η αλήθεια είναι πως έχει να φανεί 3 χρόνια.

Κάρολ την φωνάζουν. Καλλιόπη την βάφτισαν. Η Καλλιόπη ήταν άτυχο πλάσμα. Πραγματικά πολύ άτυχο. Οι γονείς της ήταν τρελοί με χαρτί γιατρού. Η μάνα της ειδικά θεόμουρλη. Ο πατέρας της ας πούμε καλύτερος. Ο αδελφός μικρότερος από εκείνη και αυτός με βίδα πειραγμένη. Και η Καλλιόπη το ίδιο. Δεν ήταν χαζή απλά οι στροφές της ήταν αργές. Φτωχή οικογένεια στα όρια της πείνας. Η μάνα της πέθανε όταν η Καλλιόπη ήταν 10 και ο αδελφός της 6. Αμέσως εκείνη ανέλαβε καθήκοντα μάνας. Αλλά τι να σου κάνει το δεκάχρονο; Ο πατέρας της με τόσα χάπια ήταν ανίκανος να φροντίσει τα παιδιά του και αυτά τα φρόντιζαν γριές της γειτονιάς.

Στα 15 της βγήκε πρώτη φορά να κάνει πεζοδρόμιο. Τότε έγινε η Κάρολ. Δεν ήταν ποτέ της όμορφη αντικειμενικά. Αδύνατη σε βαθμό ανορεξίας προσπάθησε να δουλέψει και αλλού αλλά το στίγμα του τρελού πατέρα δεν την άφηνε. Βγήκε στο πεζοδρόμιο λοιπόν. Η πόλη μικρή και οι πελάτες της γέροι ή παντρεμένοι.

Και η Κάρολ έγινε γνωστή. Το πείραγμα έδινε και έπαιρνε. Πολλοί την κοίταζαν με αηδία και απέχθεια. Κυρίες γνωστές την έβριζαν στον δρόμο (πόσες φορές κρατήθηκα να μην φωνάξω τρέξε μάζεψε τον άνδρα σου μαντάμ στην Κάρολ βγάζει γούστα μωρή μαλακισμένη) και εκείνη πάντα χαμογελούσε κάπως αδύναμα και περπατούσε ανάμεσα τους χωρίς ντροπή.
Την Κάρολ την ήξερα. Πολλές φορές είχε χτυπήσει την πόρτα του πατέρα μου για ένα πιάτο φαγητό. Είχαμε ένα γεια και μικρή διαφορά ηλικίας πέντε χρόνια πάνω κάτω. Κοντά στα 19 πρέπει να ήμουν έπινα τον καφέ μου έξω και τότε είδα την Κάρολ να μπαίνει μέσα στα αίματα. Είχε πέσει το κορίτσι και είχε χτυπήσει. Μαζί με το παιδί που είχε το καφέ δέσαμε τις πληγές της και της είπα να αράξει για καφέ. Κοίταξε γύρω της και μου είπε “σίγουρα;” “Ναι” της είπα, “άραξε”. Μιλούσε ασταμάτητα για φαγητά, μαλλιά, ρούχα, άσχετα εντελώς και την άφησα να το χαρεί.

Η κοινωνία κλειστή , η πόλη μικρή και οι άνθρωποι κακοί με τεράστια ευκολία την κατηγορούσαν. Όλοι έβλεπαν πόσο άθλια ζούσαν. Σε ένα παλιό σπίτι, χωρίς θέρμανση, με τρελό πατέρα και όμως κανένας δεν την έπιασε να της πει έλα εδώ ρε κοπέλα μου θα σου δώσω δουλειά. Για τον κόσμο ήταν λεκές. Λεκές άχρηστος και επίμονος. Χρήσιμος όμως. Κάθε πειραγμένος αγάμητος ξεσπούσε πάνω της και κάθε παντρεμένος βιτσιόζος έβγαζε στο σώμα της γούστα που δεν τολμούσε καν να ζητήσει από την καθαρή και τίμια σύζυγο.

Δεν σταμάτησε μέρα να δουλεύει. Σταθερή αξία εκεί στην γωνιά της κάθε βράδυ. Μέτρια στο ανάστημα, αδύνατη, με κίτρινα δόντια, θαμπά μαλλιά και μελαγχολικά πράσινα μάτια. Την είχα ρωτήσει μια φορά είσαι ευτυχισμένη; Με κοίταξε βαθιά στα μάτια, χαμογέλασε και κουνώντας τους ώμους μου είπε γεμίζει τούτο εδώ (και έδειξε την κοιλιά της) … όσο γεμίζει όλα καλά.

Τα χρόνια πέρασαν εγώ ήμουν πότε εδώ, πότε εκεί, αλλά πάντα σταθερά η Κάρολ ήταν εκεί στη γωνιά της. Ένα βράδυ τέτοια εποχή το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα και είχε ψόφο. Όπως κάπνιζα το τελευταίο τσιγάρο, ξαφνικά την βλέπω να πηγαίνει στην γωνιά της. Έλειπα και είχα καιρό να τη δω. Μόλις την είδα καλά, ένιωσα πως με χτύπησε ρεύμα. Δεν ήταν το λεπτό καλσόν ούτε το λεπτό τζιν που φορούσε πάρα τον ψόφο. Ήταν η κοιλιά τούμπανο. Άρπαξα ένα παλτό και έτρεξα με τις παντόφλες απέναντι. Την μάζεψα και την έβαλα σπίτι. Μου ζήτησε τσιγάρο και την μάλωσα. Ντράπηκε και μου ζήτησε συγνώμη. Ήταν 6 μηνών. Μου είπε πως ο πατέρας ήταν παντρεμένος με παιδιά και της υποσχέθηκε πως θα αναλάβει το παιδί αλλά την παράτησε. Είχε σκοπό να το δώσει για υιοθεσία μόλις το γεννήσει. Την παρακάλεσα να μείνει το βράδυ μαζί μου σπίτι. Αρνήθηκε αλλά μετά το δέχτηκε.

Την επόμενη μέρα την πήγα στον δικό μου γιατρό να τη δει. Ας είναι καλά ο άνθρωπος την ανέλαβε ο ίδιος και θέλησε να αναλάβει και την γέννα στην κλινική του δωρεάν. Όπως και έγινε. Πήγα σε έναν σύλλογο με κυρίες με Κ κεφάλαιο. Ανέλαβαν να βοηθήσουν την Κάρολ. Και το έκαναν. Βοήθησαν να συμμαζευτεί το σπίτι, να έχουν θέρμανση και να βρει ο αδελφός μια δουλειά ή έστω μεροκάματα.

Γέννησε ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Και τελικά δεν το έδωσε. Το κράτησε. Ο πατέρας της στο μεταξύ πέθανε και εκείνη μαζί με τον αδελφό της βάλανε κήπο. Η Κάρολ μόλις βγάζει τομάτες μου φέρνει καφάσια. Ρε της λέω τι κάνεις; όχι μου λέει εσύ ποτέ δεν μου έκλεισες την πόρτα ποτέ δεν ντράπηκες να μου μιλήσεις.

Η Κάρολ κάνει βόλτες με την κόρη της στο χωριό με το κεφάλι της ψηλά. Είχε γενέθλια πρόσφατα. Βγήκε στην γειτονιά με τα σοκολατάκια στο κουτί και άρχισε να κερνάει. Η Κάρολ δουλεύει σε σπίτια πλέον. Καθαρίζει. Πολλά λεφτά δεν βγάζει αλλά πεζοδρόμιο δεν έκανε από τότε ποτέ ξανά και όταν πλέον την ρωτάνε απαντάει “Με λένε Καλλιόπη”.