1673 μ.Χ.
Σάλεμ Βίλατζ, Μασαχουσέτη

Οι άντρες έκλεισαν την πόρτα του κελιού. Ο ένας την κλείδωσε. Ο δεύτερος τοποθέτησε δύο ξύλινους σταυρούς στα κάγκελα. Κοίταξαν τη γυναίκα που είχαν ρίξει στο κελί.
«Εδώ θα περιμένεις την καταδίκη σου, μάγισσα», είπε αυτός που είχε το κλειδί. Ήταν ένας χοντρός γενειοφόρος, όπως και ο δεύτερος. Όπως και οι περισσότεροι άντρες σ’ αυτό το χωριό. Φορούσε μαύρο παντελόνι, λευκές κάλτσες, μαύρο δερμάτινο γιλέκο, μαύρο πουκάμισο, μαύρο καπέλο και μαύρο πανωφόρι. Στη ζώνη του είχε ένα μικρό σπαθί. Ο άντρας έφτυσε στο βρόμικο πάτωμα. «Θα πας να συναντήσεις τον Διάβολο, τον καταραμένο δαίμονα του οποίου κουβαλάς το παιδί».
Ο δεύτερος δεν είπε τίποτα.
Γύρισαν και έφυγαν, κλείνοντας πίσω τους την πόρτα που οδηγούσε στα κελιά.
Η γυναίκα με τη φουσκωμένη κοιλιά λεγόταν Τζέιν και ήταν μόλις είκοσι χρονών. Ξάπλωσε στο πάτωμα, φυσώντας δυνατά και μορφάζοντας. Δεν υπήρχε κρεβάτι, ενώ για τουαλέτα είχε στη διάθεσή της μονάχα ένα κουβά. Ο χώρος βρομούσε ούρα, κόπρανα, ιδρώτα και μούχλα. Οι πέτρινοι τοίχοι ήταν γεμάτοι μαυρίλες και ξεραμένα αίματα.
Το πάτωμα ήταν κρύο και σίγουρα γεμάτο αρρώστιες. Αλλά δεν μπορούσε να μείνει όρθια. Εδώ και μήνες, ήταν υποχρεωμένη να βρίσκει σημεία για να καθίσει και να ξεκουραστεί. Δεν κουβαλούσε βαριά αντικείμενα, ακόμα και αν υπήρχε ανάγκη. Ήταν μόνη. Και τώρα, και καταδικασμένη σε θάνατο στην πυρά. Ήταν μάγισσα, έτσι έλεγαν οι άλλοι κάτοικοι. Είχε κοιμηθεί με δαίμονα. Υπηρετούσε τον Διάβολο. Έπρεπε να πεθάνει, ειδικά από τη στιγμή που κυοφορούσε ένα «δαιμονισμένο τέκνο».
Η Τζέιν έπαιρνε βαθιές ανάσες. Ένιωθε το παιδί να κουνιέται. Ήταν άβολη θέση, αλλά δεν είχε κάτι καλύτερο. Και δεν μπορούσε να συρθεί προς τον τοίχο. Την είχαν όρθια δύο ώρες. Τη δίκαζαν και δεν της επέτρεπαν να καθίσει. Γιατί ήταν μάγισσα, είπαν.
Η Τζέιν άκουσε μια φωνή δίπλα της: «Για αύριο κι εσύ;»
Έστρεψε το κεφάλι της. Είδε τον άντρα να ακουμπά στον τοίχο στο βάθος του διπλανού κελιού. Δεν μπορούσε να τον διακρίνει καθαρά, ο χώρος φωτιζόταν από λίγους δαυλούς που ήταν στερεωμένοι στους τοίχους έξω από τα κελιά. Έβλεπε μόνο τις μπότες του, ένα μέρος του παντελονιού του και το καφέ δερμάτινο πανωφόρι του, που το είχε ριγμένο πάνω του.
«Ναι», του απάντησε. «Κοιμήθηκα με τον Διάβολο. Είμαι μάγισσα». Χαμογέλασε.
«Υπάρχει γυναίκα που να μην κοιμάται με έναν διάβολο;»
Γέλασαν και οι δύο.
«Εσύ;» τον ρώτησε. «Γιατί δικάστηκες;»
«Δεν έκανα καλά τη δουλειά μου». Η φωνή του της ήταν αόριστα γνώριμη. Όμως ήταν πολύ κουρασμένη για να σκεφτεί ποιος μπορεί να ήταν.
«Και ποια είναι η δουλειά σου;» αρκέστηκε να ρωτήσει.
«Κυνηγός μαγισσών».
Ξαναγέλασαν.
Η Τζέιν έβηξε σιγανά -δεν μπορούσε να γελάει, να φωνάζει ή να κλαίει δυνατά πλέον- και ρώτησε: «Καλά, και σε έβαλαν φυλακή; Εσένα θα έπρεπε να σε έχουν έξω και να κυνηγάς μάγισσες».
«Είμαι αποτυχημένος κυνηγός μαγισσών. Αυτοί θέλουν κάποιον που και να τις βρίσκει και να τις σκοτώνει».
«Κι εσύ δεν μπορούσες να τις σκοτώνεις;»
«Όχι, δεν μπορούσα να τις βρω».

Η Τζέιν γέλασε ξανά.
Ο άντρας πρόσθεσε: «Με λένε Σάμιουελ».
«Εμένα, Τζέιν. Και γιατί έκανες αυτή τη δουλειά, Σάμιουελ;»

Άκουσε τον άντρα να σηκώνεται και να πλησιάζει. «Έλα, πάρε», της είπε.
Της έδινε το πανωφόρι και το καπέλο του. Η Τζέιν ανασηκώθηκε και τα πήρε. «Ευχαριστώ», είπε. Έβαλε το καπέλο στο πάτωμα και ακούμπησε το κεφάλι της πάνω του. Μετά κουκουλώθηκε με το πανωφόρι. Ήταν καλύτερα έτσι, πιο ζεστά. «Λοιπόν; Γιατί κάνεις αυτή τη δουλειά;»
«Μου αρέσουν οι περιπέτειες».

Η Τζέιν περίμενε να συνεχίσει ο Σάμιουελ, αλλά εκείνος σταμάτησε. «Πάντα είσαι τόσο λιγομίλητος;»
«Όχι. Μερικές φορές μιλάω πολύ».
«Όπως; Ποιες φορές;»
«Όπως τότε που σε γνώρισα. Πριν οχτώ μήνες».

Η Τζέιν γύρισε τόσο απότομα το κεφάλι της, που την πόνεσε η σπονδυλική της στήλη.
Ο Σάμιουελ ήρθε πιο κοντά στο φως. Χαμογελούσε λυπημένα.
«Εσύ;» του είπε. Εκείνη η νύχτα ήρθε στο μυαλό της αστραπιαία. Το γλέντι, οι χοροί και τα τραγούδια, το κρύο, ένα πρόσωπο που η Τζέιν ξεχώρισε ανάμεσα στους πάμπολλους ενδιαφερόμενους μνηστήρες της. Η μπίρα, κρύα και δυνατή. Ο άντρας με το ξεχωριστό πρόσωπο που την πλησίασε, έχοντας μια ζώνη γεμάτη μαχαίρια και ένα σπαθί. Είχε ένα καφέ δερμάτινο πανωφόρι ριγμένο στους ώμους του –το οποίο και της το έδωσε, όταν την είδε να τρίβει τα μπράτσα της. Συστήθηκαν μεταξύ τους; Αυτό δεν το θυμόταν ξεκάθαρα.
Και μετά, η νύχτα ολοκληρώθηκε στο σπίτι της.
Και την επόμενη μέρα, ξύπνησε μόνη της. Το μόνο που είχε μείνει για να της θυμίζει την προηγούμενη βραδιά ήταν ένα μικρό μαχαίρι. Και μετά από λίγο καιρό, είχε και κάτι άλλο να της θυμίζει τον άντρα. Ένα παιδί.
Ακόμα είχε και το παιδί και το μαχαίρι. Μόνο που το μαχαίρι τής το είχαν πάρει. Και ετοιμάζονταν να της πάρουν και το παιδί, μαζί με τη ζωή της.
Εξαιτίας αυτού του… του άθλιου…
«Εσύ!» ξανάπε. «Μου κατέστρεψες τη ζωή. Το ξέρεις αυτό;»
«Λυπάμαι».

«Έχω το παιδί σου κι αυτοί νομίζουν… ότι πήγα με τον Σατανά». Κοίταξε αγριεμένη τον Σάμιουελ. «Αν και ίσως να έχουν και δίκιο. Με ατίμασες! Με καταδίκασες! Και μετά… απλά έφυγες. Πώς μπόρεσες; Πώς μπόρεσες;»
«Λυπάμαι».
«Μόνο αυτό έχεις να πεις; Δεν έχεις ψυχή εσύ; Δεν έχεις αξιοπρέπεια; Γιατί εγώ, χάρη σ’ εσένα, δεν έχω. Και σε λίγο δεν θα έχω ούτε ζωή».
«Λυπάμαι».

«Πάψε να λες συνέχεια ότι λυπάσαι. Είναι αργά γι’ αυτό, δεν νομίζεις;»
Ο Σάμιουελ δεν μίλησε.
«Φταίω κι εγώ, όμως», είπε η Τζέιν. «Κοιμήθηκα με κάποιον που δεν ήξερα. Οι άλλοι τουλάχιστον είναι ντόπιοι. Τους ξέρω. Είναι άθλιοι μπεκρήδες, αλλά τους ξέρω. Εσένα… Εσένα… Πώς μπόρεσα να…»
«Είχες πιει».
«Αυτό δεν είναι δικαιολογία. Αμάρτησα. Χωρίς να έχω παντρευτεί… κοιμήθηκα με έναν άντρα. Θα πάω σίγουρα στην Κόλαση, κι ας μην είμαι μάγισσα».
Χάιδεψε την κοιλιά της. «Τούτο δω, όμως… δεν φταίει σε κάτι. Γιατί να πεθάνει, πριν προλάβει να ζήσει;»
Ο Σάμιουελ δεν μίλησε.
«Τι έγινε; Κατάπιες τη γλώσσα σου; Εκείνο το βράδυ μιλούσες συνέχεια. Τώρα σε τρώνε οι τύψεις και δεν ξέρεις τι να πεις;»
«Αύριο τελειώνουν όλα. Δεν θα με ξαναδείς ποτέ».

Η Τζέιν βόγκηξε. «Και; Και; Θα πεθάνω κι εγώ, ανόητε! Αυτό μου το λες για καλό; Νόμιζα ότι δεν θα σε έβλεπα ποτέ ξανά. Πέρασαν μήνες και δεν έδωσες κανένα σημάδι ζωής. Κι εγώ… δεν κυκλοφορούσα, μη με δει κανείς και αρχίσουν τις ερωτήσεις. Κάτι που δεν το γλίτωσα, φυσικά. Δεν ήσουν ο μόνος που με ήθελε». Η γυναίκα σκούπισε τα δάκρυά της.
«Με αγάπησες;»
«Όχι».
«Με μισείς;»
«Με όλη μου την καρδιά».

Ο Σάμιουελ ήρθε πιο κοντά. Ακούμπησε πάνω στα διαχωριστικά κάγκελα. Ήταν όμορφος. Ταλαιπωρημένος, αλλά όμορφος. Τα μάτια του, δυο γαλάζιοι πολύτιμοι λίθοι, ήταν ίδια όπως πριν από οχτώ μήνες. Όχι, δεν έφταιγε η μπίρα εκείνο το βράδυ. Η Τζέιν τον είχε αγαπήσει. Γιατί δεν ήταν ατσούμπαλος, όπως οι άλλοι. Ήταν εκλεπτυσμένος. Πρόχειρα ντυμένος για γιορτή, αλλά εκλεπτυσμένος. Έλεγε αστεία, όχι τόσο ευφυή, μα αρκετά για να την κάνει να γελάσει.
«Λυπάμαι που σε έφερα σ’ αυτή τη θέση», της είπε. «Δεν σου αξίζει να πεθάνεις».
Η Τζέιν τον πίστεψε. Αλλά ήταν αργά πια. Σε λίγες ώρες θα την έκαιγαν ζωντανή, καταδικασμένη για μαγεία και μοιχεία –και μάλιστα, με έναν διάβολο. Αυτά τα λόγια δεν είχαν νόημα πλέον.
«Αν ζούσες», είπε ο Σάμιουελ, «πώς θα το ονόμαζες; Το παιδί, εννοώ».
«Δεν έχω διάθεση για κουβέντα. Ας ξεκουραστούμε καλύτερα».
«Ίσα-ίσα. Τώρα είναι που πρέπει να μιλήσουμε. Από το πρωί θα ξεκουραζόμαστε αιωνίως».

Η Τζέιν αναστέναξε. Έβγαλε ένα μαντήλι που είχε στην τσέπη της και σκούπισε τη μύτη της. «Δεν ξέρω τι όνομα θα του έδινα. Δεν το έχω σκεφτεί. Και δεν έχει σημασία, έτσι κι αλλιώς. Δεν θα ζήσει για να χρειαστεί να έχει όνομα».
Ο Σάμιουελ έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Θα ήθελα πολύ να ήταν αλλιώς τα πράγματα», είπε τελικά. «Να μην είχα φύγει και να ζούσαμε μαζί».
«Ήσουν κυνηγός μαγισσών. Έπρεπε να φύγεις».
Χαμογέλασαν.
«Απλά… δεν είχα φανταστεί ποτέ μου τη ζωή ενός νοικοκύρη. Ξέρεις, ένα σπίτι, μια όμορφη σύζυγο και παιδιά».
«Ποιος σου είπε ότι θα σε παντρευόμουν; Ε; Είσαι ανεύθυνος, δεν κάνεις για σπίτι».
«Δεν έχεις άδικο. Αλλά καμιά φορά οι άνθρωποι αλλάζουν. Μπορεί και να γινόμουν καλός σύζυγος».
«Δεν κάνεις για σπίτι εσύ. Σου αρέσουν οι περιπέτειες».
«Ναι. Έχεις δίκιο. Αλλά… αναρωτιέμαι… υπάρχει μεγαλύτερη περιπέτεια από την οικογένεια; Θέλω να πω, καθημερινά θα σκεφτόμουν μην πάθεις εσύ ή τα παιδιά κάτι. Θα σας προστάτευα. Θα ήμουν ευτυχισμένος όταν θα σας έβλεπα χαρούμενους. Θα έκλαιγα στις δυστυχίες μας».
Αναστέναξε. Τώρα καθόταν με την πλάτη στα κάγκελα, δίπλα στην πόρτα του κελιού του. «Έκανα λάθος που έφυγα».
Η Τζέιν ένιωσε το παιδί να κουνιέται. «Κάποιος συμφωνεί μαζί σου».
Ο Σάμιουελ την είδε να χαϊδεύει την κοιλιά της. «Είναι αγόρι ή κορίτσι;»
«Δεν ξέρω. Θα προτιμούσες αγόρι;»
«Όχι. Δεν έχω πρόβλημα. Και με μια όμορφη δεσποινίδα, σαν τη μητέρα της, θα ήμουν ευτυχισμένος».

Εκλεπτυσμένος. Όπως τότε. «Σε μισώ».
«Μου το είπες».
«Σε μισώ επειδή σε αγαπώ, ανόητε».
«Ναι. Το ξέρω. Μπορεί να μη βρίσκω μάγισσες, αλλά μπορώ να καταλάβω ποιος με συμπαθεί και ποιος όχι».

Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Γιατί έπρεπε να υπάρχουν κάγκελα ανάμεσά τους; Γιατί να μην ήταν ελεύθεροι και αγκαλιασμένοι;
«Είσαι όμορφη», της είπε αυτός.
«Είσαι όμορφος», του είπε εκείνη.
«Δεν σου αξίζει να πεθάνεις», είπαν και οι δύο μαζί και δάκρυσαν.
Μετά σιώπησαν.
Κάποια στιγμή, ήρθαν ξανά οι δυο φύλακες, συνοδευόμενοι από έναν παπά και μια μαυροντυμένη γριά που κρατούσε ένα σακί και μια κουβέρτα. Ο Σάμιουελ σηκώθηκε και τους κοίταξε βλοσυρά. Έντρομος.
Γιατί πέρασαν το δικό του κελί και στάθηκαν έξω από αυτό της Τζέιν.
Οι φύλακες ήταν μεθυσμένοι.
Χαμογελούσαν.
Η Τζέιν ανασηκώθηκε. Υπήρχε φόβος στο βλέμμα της.
Αυτός που μίλησε ήταν ο παπάς. «Αποφασίσαμε να βγάλουμε το μωρό από μέσα σου».
Η Τζέιν κοίταξε τον Σάμιουελ.
Εκείνος είπε στον παπά: «Όχι. Για όνομα του Θεού, αφήστε την ήσυχη. Θα τη σκοτώσετε το πρωί. Δεν είναι ανάγκη να τη βασανίσετε κι άλλο».
«Βγάλε το σκασμό, άχρηστε»,
είπε ο ένας φύλακας. «Ένας αποτυχημένος είσαι».
Ο παπάς είπε στους φύλακες: «Ανοίξτε την πόρτα». Και προς την γριά: «Εγώ θα διαβάσω τον εξορκισμό, όσο εσύ θα κάνεις τη δουλειά σου».
Εκείνη απλά ένευσε.
«Σταματήστε, για όνομα του Θεού!» είπε ξανά ο Σάμιουελ.
«Πάψε να επικαλείσαι το όνομα του Κυρίου επί ματαίω», φώναξε ο ένας φύλακας. «Πάψε, γιατί αλλιώς…»
«Μια στιγμή», είπε ο παπάς και πλησίασε τον Σάμιουελ. Τον κοίταξε κατάματα.
Ο Σάμιουελ είπε: «Σε παρακαλώ…»
«Την αγαπάς», απεφάνθη ο ιερέας. «Αγαπάς τη μάγισσα». Κοίταξε την Τζέιν. «Κι αυτή σε αγαπάει». Χαμογέλασε και γύρισε πάλι προς τον Σάμιουελ. «Εσύ ήσουν που κοιμήθηκες μαζί της;»
Ο Σάμιουελ ένευσε. «Ναι».
«Οπότε έλεγε την αλήθεια. Όντως πήγε με έναν άντρα».
Οι φύλακες και η ηλικιωμένη απόρησαν.
«Σε παρακαλώ», είπε ο Σάμιουελ στον παπά. «Δεν έκανε κάτι κακό. Εγώ… εγώ την παρέσυρα. Εκείνη δεν ήθελε. Όχι πριν το γάμο, μου είπε. Αλλά εγώ… εγώ ήμουν… είχα πιει και την ήθελα. Δεν έφταιγε εκείνη. Σε παρακαλώ».
Ο παπάς έμεινε αμίλητος.
Ο ένας φύλακας τον ρώτησε τι θα έκαναν.
Ο Σάμιουελ έδειξε τη γυναίκα. «Πάτερ, σε παρακαλώ. Μην τη βλάψετε. Είναι έγκυος. Από μένα, όχι από κάποιον δαίμονα. Δικό μου είναι το παιδί. Πρέπει να την ελευθερώσετε».
«Πάτερ;» έκανε ο φύλακας.
Ο ιερέας κοίταξε τον Σάμιουελ. «Είναι μάγισσα», είπε.
«Όχι. Όχι, όχι, όχι. Όχι!»
«Συνεχίστε. Ανοίξτε την πόρτα». Ο ιερέας γύρισε προς τη γυναίκα.
Οι φύλακες ξεκλείδωσαν.
Η Τζέιν είπε: «Όχι, σας παρακαλώ, όχι. Όχι, σας παρακαλώ». Κοίταξε τον Σάμιουελ στο διπλανό κελί.
Εκείνος ούρλιαξε. «ΟΧΙ! ΑΦΗΣΤΕ ΤΗΝ ΗΣΥΧΗ! ΑΦΗΣΤΕ ΤΗΝ, ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ!»
Ο ένας φύλακας έβγαλε το σπαθί του. Πλησίασε τον Σάμιουελ και τον απείλησε: «Μην ξαναμιλήσεις, άθλιε!»
«ΑΦΗΣΤΕ ΤΗΝ ΗΣΥΧΗ! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΑΓΙΣΣΑ! ΜΗΝ ΤΗ ΒΛΑΨΕΤΕ!»
Ο φύλακας κινήθηκε γρήγορα. Έδωσε ώθηση στο χέρι του και χάραξε τον Σάμιουελ στο στήθος. Εκείνος φώναξε και οπισθοχώρησε. «Όχι», έκλαψε, «όχι, μην της κάνετε κακό».
«Το κακό της το έκανες εσύ», είπε ο ιερέας. «Και ο δαίμονας που την κατέλαβε. Ο δαίμονας της λαγνείας».
Ο άλλος φύλακας έπιασε τη Τζέιν, που προσπαθούσε να οπισθοχωρήσει στο κελί της. Της γράπωσε τα χέρια.
«Όχι!» φώναξε εκείνη κλαίγοντας. «Άφησε με. Άφησε με, κάθαρμα. Άφησε με».
Ο παπάς απευθύνθηκε στον δεύτερο φύλακα, αυτόν με το σπαθί. «Άνοιξε της τα πόδια».
Ο φύλακας το έκανε, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο στόμα.
Μετά ανέλαβε η γριά. Έγδυσε τη Τζέιν, τραβώντας βίαια τα ρούχα της.
Ο παπάς κοίταξε τους δύο φύλακες. «ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΤΕ!» τους φώναξε.
Εκείνοι έστρεψαν αλλού τα κεφάλια τους.
«Σας παρακαλώ», είπε ο λαβωμένος Σάμιουελ από το διπλανό κελί. «Όχι, μην τη βλάψετε, σας παρακαλώ. Όχι».
Ο ιερέας ξεκίνησε να ψέλνει.
Η γριά πήρε τα σύνεργά της από το σακί της.
Η Τζέιν ούρλιαξε για ώρες και ο Σάμιουελ έκλαιγε από το διπλανό κελί, ανήμπορος να τη βοηθήσει. Κοιτιόντουσαν καθ’ όλη τη διάρκεια. Ήταν το μόνο που τους κρατούσε.
Όταν τέλειωσαν το αποτρόπαιο έργο τους, το κελί είχε γεμίσει αίματα. Το μωρό το είχε τυλίξει η γριά σε μια κουβέρτα. Ο παπάς είχε ολοκληρώσει τις ψαλμωδίες του και οι φύλακες άφησαν τη γυναίκα.
Βγήκαν όλοι έξω από το κελί, χωρίς να το καθαρίσουν, και το κλείδωσαν.
Ο παπάς απευθύνθηκε στον τραυματισμένο Σάμιουελ. «Το παιδί σου θα γίνει ένα χρήσιμο μέλος της κοινότητάς μας. Ένας ευσεβής Χριστιανός, που θα τιμήσει τον Κύριό μας». Χάιδεψε το μωρό, που έκλαιγε. «Όσο για σένα», τέλειωσε κοιτάζοντας τον άντρα, «θα καείς μαζί με την μάγισσά σου».
«Γιατί;» ρώτησε ο Σάμιουελ. Ήταν ακουμπισμένος στον τοίχο στο βάθος του κελιού, έχοντας τυλίξει τα μπράτσα του στο στήθος του. «Γιατί;»
Ο παπάς διέταξε τη γριά και τους φύλακες να φύγουν. Όταν εκείνοι έκλεισαν την πόρτα πίσω τους, είπε: «Δεν ξέρεις πώς λειτουργεί ο κόσμος, έτσι δεν είναι; Χρειαζόμαστε τους κακούς και τους δαίμονες. Όπως και το μύθο του Θεού».
Ο Σάμιουελ είδε έκπληκτος τον ιερέα να φτύνει το βιβλίο του.
«Χρειαζόμαστε το φόβο του Θεού», συνέχισε ο παπάς. «Το είχε πει κι ο πάπας ο Λέων ο δέκατος. “Μας έχει βοηθήσει πολύ ο μύθος του Χριστού”. Έτσι είχε πει. Θα πάω εγώ ενάντια στις αρχές του πάπα;»
Ο Σάμιουελ δεν μίλησε. Δεν μπορούσε να πιστέψει όσα άκουγε.
Ο ιερέας κοίταξε τη Τζέιν. Ήταν αναίσθητη στο πάτωμα. Γυμνή από τη μέση και κάτω, με το φόρεμά της να καλύπτει την κοιλιά και το στήθος της. «Είναι όμορφη», είπε. «Κρίμα που πρέπει να καεί». Κοίταξε ξανά τον άντρα. «Σε καταλαβαίνω που την ήθελες τόσο πολύ».
«Είσαι… είσαι…»

Ο ιερέας γέλασε. «Θα τα πούμε το πρωί. Όταν θα σας κάψουμε».
Έφυγε.
Ο Σάμιουελ γύρισε προς τη Τζέιν. Αν και πονούσε και έχανε αίμα, πλησίασε τα κάγκελα που τους διαχώριζαν. Ήθελε τόσο πολύ να τα διαλύσει και να τη βοηθήσει, να τη σκεπάσει και να την αγκαλιάσει. Είχε ατιμασθεί. Της είχαν φερθεί σαν να ήταν ζώο.
Κι έφταιγε αυτός για όσα της έκαναν. Γιατί δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του και τον πόθο του για κείνη. Γιατί την εγκατέλειψε όταν τον χρειαζόταν.
«Λυπάμαι», ψέλλισε. «Λυπάμαι πολύ».
Πόσο ψεύτικα ακούγονταν τα λόγια του.
Έριξε το κεφάλι του. Έπιασε το πρόσωπό του με τα ματωμένα χέρια του. Έκλαψε. «Ω Θεέ μου. Ω Θεέ μου», έλεγε. Γιατί να μην ήταν πραγματικά ένας κυνηγός; Ένας θαρραλέος άντρας που δεν θα το είχε σε τίποτα να τους ξεκάνει όλους τους και να σώσει τη γυναίκα και το παιδί; Το παιδί τους; Γιατί έπρεπε να φύγει τότε; Γιατί να φερθεί τόσο άνανδρα;
Η Τζέιν σάλεψε στο κελί της. Έβηξε και έκλαψε.
Ο Σάμιουελ την κοίταξε. Αλλά δεν μίλησε.
Εκείνη κατέβασε το φόρεμά της όπως-όπως. Μαζεύτηκε στον τοίχο και σκεπάστηκε με το πανωφόρι. Έφερε τα γόνατά της κοντά στο πρόσωπό της και λύθηκε σε λυγμούς.
Και ο Σάμιουελ δεν μίλησε. Τι να της έλεγε; Τι μπορούσε να της πει αυτός; Εκείνη δεν έφταιγε. Αυτός έπρεπε να ατιμαστεί. Αυτόν έπρεπε να βασανίσουν, όχι τη Τζέιν.
Ο θάνατος έμοιαζε τώρα με γλυκιά λύτρωση. Γιατί να μην τους σκότωναν; Θα ήταν πολύ πιο φιλεύσπλαχνο από το να τους φέρονται έτσι. Γιατί δεν μπορούσαν απλά να κάνουν όσα πίστευαν; Όσα έλεγε η θρησκεία τους;
Μας έχει βοηθήσει πολύ ο μύθος του Χριστού.
Χρειαζόμαστε τους κακούς και τους δαίμονες. Όπως και το μύθο του Θεού.
Αν τα έλεγαν αυτά εκπρόσωποι του Θεού…
Ο Σάμιουελ ένιωθε σιγά-σιγά να εξαντλείται. Έχανε πολύ αίμα. Διψούσε. Τίποτα δεν τον κρατούσε πια. Τα μάτια του έκλειναν. Χρειαζόταν… απλά… λίγο…
Πριν πέσει σε λήθαργο, άκουσε τη Τζέιν να ρωτάει: «Γιατί;»
Δεν μπόρεσε να της απαντήσει.
Όταν ξύπνησε είδε τους δύο φύλακες να στέκονται από πάνω του. Αυτός ήταν πεσμένος στο πάτωμα. Έτρεμε. Ήταν αδύναμος.
«Έλα, σήκω», έλεγε ο ένας φύλακας. «Ήρθε η ώρα σου».
Ο Σάμιουελ δεν σηκώθηκε. «Νερό», ψέλλισε. «Λίγο νερό».
Οι φύλακες γέλασαν.
«Δεν πρόκειται να πιεις ούτε γουλιά», είπε ο ένας. Τον κλότσησε. «Σήκω».
Δεν υπάκουσε.
Τον ξανακλώτσησαν.
Τίποτα. Δεν μπορούσε να σηκωθεί.
Τελικά, τον άρπαξαν και τον μετέφεραν έξω από τη φυλακή. Άκουσε το οργισμένο πλήθος κι ένιωσε τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή. Μύρισε τα ξύλα και τον δαυλό με τη φωτιά. Το τέλος. Η λύτρωση.
Τον έδεσαν σ’ ένα πάσαλο. Στην άλλη πλευρά ήταν η Τζέιν. Τα χέρια τους τυλίχτηκαν το ένα μέσα στο άλλο. Και οι δύο έτρεμαν.
«Λυπάμαι», μπόρεσε να της πει.
«Κι εγώ», μπόρεσε να του πει.
Ο παπάς άρχισε να φωνάζει.
Το πλήθος άρχισε να αλαλάζει.
Οι φύλακες χαμογέλασαν και πέταξαν τους αναμμένους δαυλούς.


1693 μ.Χ.
Σάλεμ Βίλατζ, Μασαχουσέτη

Αυτή είναι η ιστορία. Οι τελευταίες στιγμές των γονιών μου, όπως μου τις αφηγήθηκε ο γέρος παπάς. Πέθαναν στην πυρά, κατηγορούμενοι άδικα. Άδικα… Ίσως να έφταιγαν για κάτι -υπέπεσαν στο αμάρτημα της σάρκας, έτσι δεν είναι;-, αλλά σίγουρα δεν άξιζαν τέτοιο τέλος.
Απλά έπρεπε να φροντίσουμε για την εξουσία μας, είπε ο γέρος παπάς. Ο κόσμος έχει ανάγκη τους κακούς και τον μύθο του Θεού.
Οι δύο γέροι φύλακες δείχνουν έκπληκτοι.
Οι κάτοικοι του Σάλεμ Βίλατζ, ηλικιωμένοι όλοι τους -στους νεώτερους επέτρεψα να φύγουν-, δεν πιστεύουν στ’ αυτιά τους.
Όλοι αυτοί είναι αλυσοδεμένοι.
Περιμένουν την καταδίκη τους. Τους έχω πιάσει. Τους έχω φέρει στον ναό μας. Τους έχω δέσει στα στασίδια, ενώ έχω καρφώσει τα πόδια τους στο πάτωμα –δεν μπορούν να ξεφύγουν, σας το εγγυώμαι αυτό. Κλαίνε και οδύρονται και τώρα παρακαλάνε –κάποιοι λένε ότι δεν ήξεραν, ότι έπεσαν θύμα απάτης. Δεν πρόκειται να τους αφήσω, όμως. Ήθελα να μάθω τι συνέβη στους γονείς μου, στον Σάμιουελ και την Τζέιν.
Έμαθα.
Είναι ώρα να χρησιμοποιήσω τα σύνεργα που είχε χρησιμοποιήσει τότε εκείνη η γριά -η οποία γριά είχε πεθάνει προ πολλού- για να ξεγεννήσει βίαια τη μητέρα μου, τη στιγμή που ο πατέρας μου ήταν αναγκασμένος να κοιτάζει ανήμπορος στο διπλανό κελί. Ό,τι και να ήταν οι γονείς μου -σάτυροι, μοιχοί, οτιδήποτε-… ΔΕΝ άξιζαν τέτοιο θάνατο. Κι όμως, η πουριτανική κοινότητά μας, φιλεύσπλαχνοι χριστιανοί όλοι τους, τους καταδίκασε και με πήρε από κοντά τους.
Ο κόσμος θέλει κακούς;
Καμία αντίρρηση. Θα τους δώσω εγώ έναν. Εμένα. Τον Σάμιουελ τον Νεώτερο.
Σηκώνομαι και πλησιάζω τους φύλακες. Μετά σειρά θα έχουν οι υπόλοιποι κάτοικοι. Τελευταίο θα αφήσω τον παπά. Τον εξαίρετο αιδεσιμότατο Αλεξάντερ Στρόντον. Γι’ αυτόν έχω ετοιμάσει έναν πιο ξεχωριστό θάνατο. Με εκπαίδευσε καλά, δεν μπορώ να πω. Μου έχει δείξει μπόλικα κόλπα για το πώς να βασανίσεις κάποιον. Ήμουν στη δούλεψή του επί χρόνια. Βοηθούσα την ενορία του, το ποίμνιό του. Τον βοηθούσα να τους ελέγχει. Έβλεπα και συγκρατούσα στη μνήμη μου τα πάντα.
Η μόνη διαφορά όσων είχε βασανίσει εκείνος και του δικού του βασανισμού είναι πως αυτός το αξίζει ενώ οι άλλοι όχι. Και, μα τον Ύψιστο, αυτά που θα του κάνω θα κρατήσουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Είναι πολύ διαβολικός άνθρωπος, του αξίζει να υποφέρει.
Είμαι το παιδί δύο καταδικασμένων.
Θα ακολουθήσω το παράδειγμά τους.
Θα καταδικάσω τον εαυτό μου. Την ψυχή μου.
Η μητέρα μου υποτίθεται πως ήταν μάγισσα, πως κοιμήθηκε με έναν… διάβολο και από την ένωσή τους γεννήθηκα εγώ, σ’ ένα βρόμικο κελί.
Πόσο καλό παιδί θα μπορούσα να γίνω;
Και…
Γιατί πρέπει να φωνάζετε έτσι; Εσείς, που μαθαίνετε την ιστορία των καταδικασμένων του Σάλεμ. Σας άκουσα.
Όλο ρωτάτε: «Πώς ήξερε ο παπάς τι ειπώθηκε μεταξύ του πατέρα σου και της μάνας σου, Σάμιουελ;»
Λοιπόν… εδώ είναι το ωραίο της υπόθεσης. Δεν μου το είπε ο παπάς. Ούτε οι φύλακες. Ούτε η γριά –αν και την πρόλαβα ζωντανή.
Μου το είπαν αυτοί. Η μητέρα και ο πατέρας μου. Τους ακούω καθημερινά. Με συμβουλεύουν. Μου λένε τι πρέπει να κάνω. Μου είπαν τι ειπώθηκε ανάμεσά τους τις τελευταίες τους στιγμές –αλλά εγώ ήθελα να μάθω και τι είχαν να πουν οι δολοφόνοι τους. Μου τόνισαν πόσο αγαπημένοι ήταν, ακόμα και όταν ο πατέρας μου έφυγε για κάποια «αποστολή» -να βρει μια μάγισσα, δηλαδή. Μέσα τους πάντα ήθελαν ο ένας τον άλλο. Ήταν ένα αγαπημένο ζευγάρι. Έτσι μου είπαν κι εγώ τους πιστεύω –οι γονείς μου δεν θα μου έλεγαν ψέματα, ειδικά για κάτι τόσο σοβαρό. Όπως και το ότι πρέπει να τιμωρηθούν οι υπαίτιοι για τη δολοφονία τους. Όλοι τους, ακόμα και αυτοί που δεν έκαναν τίποτα για να σταματήσουν την αδικία. Όλοι τους φταίνε, έτσι μου είπαν. Και όλοι τους πρέπει να πεθάνουν.
Μπορώ εγώ να πάω ενάντια στη θέληση των γονιών μου;
Όχι. Φυσικά και όχι.
Μη φωνάζετε άλλο. Δεν σας ακούω πια. Ξέρω τι θέλετε. Θέλετε να παρακολουθήσετε τον βασανισμό όλων των καταδικασμένων. Να δείτε τη δικαιοσύνη να αποδίδεται. Έτσι λέτε, μα στην πραγματικότητα θέλετε να δείτε το αίμα να χύνεται και να ακούσετε τη σάρκα να ξεσκίζεται και τις κραυγές των θυμάτων μου.
Μα, δυστυχώς, η ιστορία μου τελειώνει εδώ.
Δεν θέλω να σας μιλήσω άλλο. Δεν έχω να σας πω τίποτα άλλο. Ούτε εσείς σε μένα. Κι έχω μια δουλειά να κάνω.
Μόνο ένα πράγμα θα πω πριν σας αφήσω. Βασικά, δύο.
Πρώτα προς τους γονείς μου. Τζέιν και Σάμιουελ. Μαμά, μπαμπά. Δεν σας γνώρισα. Ίσως καίγεστε στην Κόλαση, ή μπορεί να απολαμβάνετε τους καρπούς του Παραδείσου. Δεν σας έχω δει, αλλά σας ακούω κάθε μέρα και νύχτα. Μου κρατάτε συντροφιά, ενώ όταν είμαι με άλλους νιώθω τόσο μόνος…
Δεν θα σας απογοητεύσω. Το ορκίζομαι. Οι δίκες των ανύπαρκτων μαγισσών τελειώνουν σήμερα, εδώ, στο Σάλεμ Βίλατζ. Αρκετοί αθώοι πέθαναν. Τώρα είναι η σειρά των ενόχων να θανατωθούν.
Στη μνήμη σας, αγαπημένοι μου γονείς.
Δεύτερον, προς εσάς που φωνάζετε μες στο κεφάλι μου. Δεν ξέρω ποιοι είστε και, ειλικρινά, δεν με ενδιαφέρει. Θα σας δώσω, όμως, μια χρήσιμη συμβουλή. Πριν αδικήσετε κάποιον, σιγουρευτείτε πως δεν θα μείνει κάποιος δικός του πίσω. Γιατί αυτός ο κάποιος είναι πολύ πιθανό να σας κυνηγήσει. Να σας καταδικάσει. Δεν το θέλετε αυτό. Σας μιλάω εκ πείρας. Σιγουρευτείτε πως δεν θα υπάρχει ζωντανός κάποιος Σάμιουελ. Μην τον αφήσετε να ζήσει. Όση πλύση εγκεφάλου και να του κάνετε, όταν μάθει τι συνέβη στους δικούς του, θα σας κυνηγήσει –και θα έχει και δίκιο.
Και τώρα, εγώ, ο Σάμιουελ ο Νεώτερος, γιος μιας «μάγισσας» κι ενός «κυνηγού μαγισσών», καρπός ενός αμαρτωλού έρωτα, το σωτήριο έτος 1693 σας χαιρετώ με τις ειλικρινέστερες και πιο τίμιες ευχές μου.