Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που όσο κι αν ξέρουν τα λάθη τους έχουν μια εμμονική τάση να τα επαναλαμβάνουν. Είναι σαν αυτούς που αποφασίζουν για χ/ψ λόγους να κάνουν κάποια στιγμή στη ζωή τους δίαιτα. Ξέρουν λοιπόν πως είτε για λόγους υγείας είτε για λόγους εμφάνισης δεν θα τους ωφελήσει να φάνε τρεις πάστες στη σειρά. Αλλά τις τρώνε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάθονται πάνω από το (άδειο) κουτί του ζαχαροπλαστείου και κλαίνε. Φιλαράκι, guess what: Οι πάστες δεν γυρνάνε πίσω, είναι ήδη μέσα σου, ακόμα κι αν κλάψεις είκοσι μερόνυχτα (σαν τάμα ένα πράγμα).

Κάπως έτσι είναι και με τα λάθη. Τα καταπίνεις και δε φεύγουν όσο κι αν χτυπηθείς. Εντάξει, δεν είμαστε όλοι Μάντης Τειρεσίας να ξέρουμε πότε θα μας έρθει το σύμπαν κατακέφαλα, αλλά θεωρώ πως το ένστικτο μας δυο – τρεις προειδοποιήσεις μας τις είχε δώσει, ασχέτως αν εμείς σφυρίζαμε αδιάφορα. Το ακόμα χειρότερο δε, είναι αφού έχεις φάει τη δικιά σου φόλα, να ξανανοίγεις διάπλατα ψυχή στο ίδιο ακριβώς άτομο που σου την έφερε. Εκεί λοιπόν σε κάτι εσωτερικούς διαλόγους που κάνω όταν έχω χάσει το μπούσουλα, ρωτάω και ξαναρωτάω τον εαυτό μου: “κουκλίτσα μου αφού το έβλεπες, έπρεπε να το κάνεις τατουάζ στο μέτωπο για να μην την ξαναπατήσεις;”

Και κάπως έτσι μπήκα στη διαδικασία να κάνω τατού. Όχι, δεν τρυπάω το σώμα μου μετά από κάθε σφαλιάρα που μου δίνεται. Αλλά όταν κάτι με έχει πονέσει πολύ, γράφω την κατακλείδα στο μυαλό μου και κλείνω ραντεβού να την χαράξω και πάνω μου.

Κάποιος που με διαβάζει τώρα ίσως σκέφτεται πως έχω γεμίσει γραφικά τσιτάτα το κορμί μου αλλά θα τον καθησυχάσω πως όχι. Έχω οκτώ τατουάζ αλλά το μοναδικό που περιέχει “κατακλείδα” είναι αυτό στην κλείδα μου.

Ήταν τότε που έφαγα χαστούκι μεγατόνων στη ζωή μου. Μια περίεργη φάση που πάνω που πήγαινα να σηκωθώ, έπεφταν άλλα δέκα γεγονότα απανωτά και κατέληγα στο πάτωμα να κλαίω πάνω από το χυμένο γάλα. Όλοι οι άνθρωποι έχουν “πέσει” κάποια στιγμή στη ζωή τους. Και θεωρώ πως είναι μια φάση που πρέπει να την ακούς και να τη σέβεσαι, να τη ζεις, να μη βιάζεσαι να πας παρακάτω. Δικαιούσαι να θρηνήσεις άλλωστε. Το πρόβλημα εν προκειμένω, με εμένα, ήταν πως η ζωή μου έγινε ένας αέναος θρήνος, ένας θρήνος που ειλικρινά δεν ξέρω ακόμα και σήμερα αν άξιζε τον κόπο να κρατήσει τόσο πολύ.

Κοιμόμουν και σκεφτόμουν πως είναι ανώφελο να υποφέρω τόσο για κάτι που δεν αλλάζει. Πρέπει να πας παρακάτω έλεγα και ξαναέλεγα. Πρέπει να προχωρήσεις έλεγαν και ξαναέλεγαν οι δικοί μου άνθρωποι. Μια μέρα από αυτές, ήρθε το τελειωτικό χτύπημα. Και τότε μαγικά… απλά προχώρησα παρακάτω. Είναι που πιστεύεις καμιά φορά ότι τα πράγματα δε γίνονται χειρότερα και τότε το σύμπαν κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια και στη ρίχνει. Εκείνη τη μέρα φίλε μου, τρως τέτοια ξενέρα και προχωράς, επειδή απλά πλέον δεν αντέχεις άλλο, σιχαίνεσαι τις ίδιες καταστάσεις ξανά και ξανά.

Στην κλείδα μου λοιπόν είναι γραμμένη η φράση “We all make mistakes but one has to move on”. Μέσα σε αυτή τη φράση εμπεριέχεται πολύς πόνος, πολλά δάκρυα κι ακόμα περισσότερη εμπειρία. Σοφή δεν έγινα. Επανέλαβα κάμποσα λάθη στη συνέχεια και είμαι σίγουρη πως και στο μέλλον θα κάνω ακόμα περισσότερα. Αλλά πια ξέρω πως πρέπει να πηγαίνω μπροστά. Με όποιο κόστος.

Φαίη Ψ.