ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Μπήκε φουριόζα στις αφίξεις του αεροδρομίου. Έργα στον δρόμο είχαν δημιουργήσει ένα απίστευτο μποτιλιάρισμα που την έκανε να καθυστερήσει, ευτυχώς όχι πολύ αλλά αρκετά για να την αγχώσει.
Εντάξει, είναι μια μεγάλη μέρα σήμερα, δεν έφταιγαν τα έργα για το άγχος της, αυτό το έχει από το πρωί, τόσο που μέχρι και το κινητό της ξέχασε σπίτι και το διαπίστωσε όταν ήθελε να βεβαιωθεί για την ώρα άφιξης της πτήσης την ώρα που ήταν εγκλωβισμένη στην κίνηση.
Πάντοτε ήταν προσεκτική με τα ραντεβού της. Ήθελε να είναι πάντα στην ώρα της, γι’ αυτό και ξεκινούσε πάντα νωρίς, ίσως και νωρίτερα για παν ενδεχόμενο – όπως τα έργα αυτήν την φορά.
Έριξε μια ματιά στο είδωλό της. Εντυπωσιακή όπως πάντα, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.
Τα κατάμαυρα μαλλιά της τραβούσαν το βλέμμα, τόσο βαριά, λαμπερά κι ολόισια κι ας είχε απίστευτη υγρασία έξω.
Κοίταξε τις αφίξεις.
Το αεροπλάνο που περίμενε είχε καθυστέρηση και μόλις είχε προσγειωθεί.
Είχε περίπου 20 λεπτά στην διάθεσή της και κάθισε στις καρέκλες της αναμονής.
Πώς να ήταν από κοντά άραγε ο Έντυ;
Σ ένα φόρουμ γνωρίστηκαν, σ ένα φόρουμ αρχιτεκτόνων – διακοσμητών και ξεχώρισαν από τους άλλους λόγω των εκ διαμέτρου αντίθετων απόψεών τους για κάποιο θέμα που προέκυψε με αφορμή την ανάπλαση ενός παλιού αρχοντικού στην Μάνη για να χρησιμοποιηθεί ως ξενοδοχείο για λίγους κι εκλεκτούς. Κι ενώ πάνω σ αυτό το θέμα δεν συμφώνησαν ποτέ, ανακάλυψαν πως συμφωνούν σε τόσα άλλα που το θέμα του αρχοντικού ήταν το μοναδικό και τελικά όπως οι ίδιοι έλεγαν γελώντας, «η απαραίτητη ασυμμετρία που τονίζει την απόλυτη συμμετρία».
Κι άρχισαν να μιλάνε για πολλά κι άρχισαν να μιλάνε ιδιαιτέρως εκτός φόρουμ.
Κάθε νέα συζήτηση, τους έφερνε πιο κοντά κάθε νέα συζήτηση φούντωνε την λαχτάρα να τα πουν από κοντά, ν’ ανταμώσουν, να δουν ο ένας τα μάτια του άλλου στ αλήθεια κι όχι μέσα από την οθόνη του υπολογιστή.
Η Κατερίνα ήξερε πως δεν ήθελε έρωτες. Ήθελε όλα τα άλλα αλλά όχι έρωτες. Μια φορά ερωτεύτηκε με πάθος μία και μόνη φορά που κάηκε στον απόλυτο έρωτα. Κάηκε και καταστράφηκε κιόλας. Έζησε το πάθος που φέρνει κι εξάρτηση, που φέρνει αδράνεια σε όλα τα άλλα εκτός από αυτό, έζησε δυο χρόνια γεμάτα πάθος, ένταση και τίποτε, μα τίποτε άλλο.
Μέχρι εκείνο το πρωί που εκείνος εξαφανίστηκε.
Έτσι απλά εξαφανίστηκε. Το κινητό του απενεργοποιημένο, από το σπίτι «φόρτωσε κι έφυγε σήμερα το πρωί μ ένα ταξί» όπως της είπε η σπιτονοικοκυρά από την δουλειά παραιτήθηκε, οι κοινοί τους φίλοι δεν ήξεραν κάτι.
Σιωπή. Σιωπή εκκωφαντική.
Δεν ήθελε να θυμάται εκείνο το διάστημα η Κατερίνα. Δεν ήθελε να θυμάται τα κλάματα, την κατάθλιψη, την άρνηση, τον θυμό την αυτολύπηση.
Την αποδοχή που με τόση δυσκολία ήρθε, τον επαναπροσδιορισμό σε όλα και τελικά την επανεκκίνηση της ζωής της.
Ό Έντυ ήταν το τελευταίο σκαλοπάτι πριν βγει ξανά στο φως σε όλα τα επίπεδα.
Όμορφος πολύ όχι μόνο στο πρόσωπο, αλλά και στην καρδιά, στο μυαλό, στην σκέψη.
Πολύ μπροστά σε όλα, στην δουλειά του, στην άποψη του για όλα.
Σιγά σιγά έδεσαν, σιγα σιγά αγαπήθηκαν σιγά σιγά η λαχτάρα ν ανταμώσουν έγινε κύμα.
Και δεν άργησε να έρθει η ώρα. Με αφορμή ένα μεγάλο έργο που ανατέθηκε στο γραφείο του η Ελλάδα θα γινόταν το σπίτι του για λίγους μήνες και αυτήν την φορά αυτό το σπίτι θα είχε μέσα και πρόσωπο.
Η Κατερίνα χαμογέλασε. Κοίταξε τις αυτόματες πόρτες, ο κόσμος άρχισε να βγαίνει.
Σηκώθηκε και πήγε προς τα εκεί.
Σε κάποιο άνοιγμα θα βγει κι αυτός και το νέο κεφάλαιο θ ανοίξει.

ΕΝΤΥ

Έκοβε βόλτες πάνω κάτω στον διάδρομο του Νοσοκομείου.
Οι πόρτες στο βάθος δεν έλεγαν ν ανοίξουν, να βγει ένας γιατρός κάποιος που να ξέρει, κάποιος που να μπορέσει να τους βγάλει από το σκοτάδι και την ανησυχία.
Κι η Κατερίνα να μην απαντά, ούτε στις κλήσεις, ούτε στο skype.
Στο αεροδρόμιο ήταν όταν χτύπησε το κινητό του κι άκουσε την μάνα του ανήσυχη να του λέει πως ο πατέρας του δεν ξύπνησε εκείνο το πρωί. Ένα εγκεφαλικό που τον χτύπησε την ώρα που κοιμόταν κι ο πατέρας δεν ξυπνούσε με τίποτε.
Δεν είχε κάνει τσεκ ιν ακόμη, η μάνα του τα έλεγε ακαταλαβίστικα, το νοσοκομείο ήταν χιλιόμετρα μακριά κι ο Έντυ, δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να μείνει έστω μια μέρα ακόμη.
Ευτυχώς, το ραντεβού με τον πελάτη ήταν σε δυο μέρες, ήλπιζε να έχει δρομολογηθεί το όποιο πρόβλημα με τον πατέρα του.

Ο συνεργάτης με τον οποίον θα πήγαινε, τον έπεισε να μην ανησυχεί, θα τα κανόνιζε όλα αυτός, άλλωστε είχαν μέρες έως το ραντεβού, να ήταν ήσυχος, ας έμενε μια μέρα, έτσι κι αλλιώς το σημαντικό ραντεβού δεν ήταν τώρα, ήταν σε δυο μέρες.
Κι η Κατερίνα;
Αχ η Κατερίνα.
Γι αυτήν βιαζόταν, γι αυτήν κανόνισε να είναι στην Ελλάδα δυο μέρες πριν, γι αυτήν όλα.
Θα τον περιμένει, έχουν κάνει σχέδια γι αυτές τις δύο μέρες, μέρη να επισκεφτούν, να μιλήσουν, να ιδωθούνε νιώσουν στ αλήθεια ο ένας τον άλλον.
Πώς θα της το πει, για όνομα του Θεού, σαν υπεκφυγή θα φανεί κι είναι τόσο σημαντικό να είναι όλα άψογα!
Εξήγησε ακριβώς στον συνεργάτη του τι έπρεπε να κάνει με την Κατερίνα.
Θα την εντόπιζε (του την είχε δείξει σε φωτογραφία ) και θα της εξηγούσε πως είχαν τα πράγματα.
Σίγουρα θα την έπαιρνε κι εκείνος τηλέφωνο, από το νοσοκομείο, σίγουρα θα μιλούσαν στο skype, αλλά ήταν εξ΄ ίσου σημαντικό να την βρει κι εκείνος, μην περιμένει τσάμπα.
Ήλπιζε να την θυμόταν έως ότου να φτάσει, μια βιαστική ματιά είχε ρίξει στην φωτογραφία, αλλά ήλπιζε πως όλα θα πήγαιναν όσο καλύτερα γινόταν. Άλλωστε, Έλληνας ήταν κι αυτός, θα μιλούσε καλά με την Κατερίνα, αχ ας πήγαιναν όλα καλά, ήταν τόσο σημαντικό αυτό.
Αχ Κατερίνα.
Δεν θέλω να σε απογοητεύσω ούτε στο ελάχιστο, αχ!
«Και πότε θέλετε να ταξιδέψετε κύριε; Σας ρωτάω, πότε μπορείτε να ταξιδέψετε;»
Η φωνή της υπαλλήλου τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Αύριο, πότε είναι η τελευταία πτήση αύριο;»

Αύριο λοιπόν.
Μόλις ξεμπερδέψει από εδώ, μέσα από το ταξί, θα μιλήσουν στο skype και θα της τα εξηγήσει όλα.
«Αύριο αγάπη μου, αύριο Δεν είναι τόσο αργά το αύριο, σωστά;»

 

ΓΙΑΝΝΗΣ

Τα χέρια του ήταν παγωμένα.
Όχι κρύο δεν έκανε.
Από την αγωνία του είχαν παγώσει. Από την αγωνία του που θα την έβλεπε.
Μόλις άνοιγαν οι πόρτες θα έβλεπε μπροστά του.

Είχε να την δει από εκείνο το τελευταίο βράδυ. Γυμνή κι αναμαλλιασμένη μέσα στα σεντόνια, στην αγκαλιά του, με τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα να του χαμογελάει, χορτάτη κι αυτή, όπως κι εκείνος.
Του χάιδεψε το μάγουλο και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια
«άντρα μου» του ψιθύρισε.
Και τον τρόμαξε.
Ω Θεέ μου, πόσο τον τρόμαξε αυτή η λέξη!
Δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ.
Εκείνη κοιμόταν γαλήνια δίπλα του μα εκείνος με διάπλατα τα μάτια κοιτούσε το ταβάνι.
Ώσπου να ξημερώσει, είχε καταστρώσει τα σχέδιά του.
Θα έφευγε μακριά από αυτήν την λέξη, αυτή, που θύμιζε εποχές κακές, μαύρες, οδυνηρές.
Είχαν κάνει συμφωνία άλλωστε: όχι δεσμεύσεις, όχι γάμος και προς Θεού όχι παιδιά. Γιατί ήξερε ως ένα τέρας κοιμόταν μέσα του, ένα τέρας που του το φύτεψε ένα βράδυ ο μεθυσμένος πατέρας του, όταν μπήκε κρυφά στο δωμάτιό του ενώ αυτός πέντε χρονών παιδί τότε κοιμόταν εξαντλημένος από το παιχνίδι.
Το φύτεψε εκείνο το βράδυ και φρόντιζε ο ελεεινός να το ποτίζει τακτικά.
Με πόνο, σιχασιά και απέραντο μαύρο οι νύχτες έγιναν μαρτυρικές, μέχρι εκείνο το βράδυ, που η μάνα μπήκε στο δωμάτιο.
Μαχαίρι κρατούσε και του το κάρφωσε στην πλάτη κι αυτός σώριασε το γιγάντιο κορμί του πάνω του με μάτια διάπλατα ανοιχτά από την τελευταία έκπληξη της ζωής του.
Από ίδρυμα σε ίδρυμα κι από οικογένεια σε οικογένεια, ώσπου μεγάλωσε, σπούδασε, δούλεψε, έβγαλε λεφτά.
Έθαψε την μάνα του που κρεμάστηκε μ ένα σεντόνι στην φυλακή από τον καημό της για το τέρας που παντρεύτηκε κι η ζωή του προχωρούσε, γεμάτη επιτυχίες, σκληρή δουλειά και γυναίκες.
Πολλές.
Του άρεσαν οι γυναίκες, αλλά οι πολλές γυναίκες.
Μέχρι που γνώρισε την Κατερίνα. Ήθελε μόνο την Κατερίνα, είχε μόνο την Κατερίνα.
Δυο χρόνια είχε μόνο την Κατερίνα. Μέχρι εκείνο το βραδυ, μέχρι εκείνη την λέξη.
Την επόμενη μέρα ο Γιάννης εξαφανίστηκε.
Έκλεισε το τηλέφωνό του, άδειασε το σπίτι κι έφυγε.
Έμεινε για λίγες μέρες σε ξενοδοχείο και μετά έφυγε απ την χώρα για μια νέα δουλειά, άλλωστε τα προσόντα του ήταν περιζήτητα στις αγορές εργασίας όλο του κόσμου.
Ξέφυγε ο Γιάννης από την Κατερίνα και την λέξη της αυτή.
Την σκεφτόταν. Συνέχεια. Αλλά μόλις οι σκέψεις γίνονταν πιεστικές ερχόταν εκείνη η λέξη και κάθε προσδοκία, κάθε επιθυμία εξαφανιζόταν.
Όμως η ζωή είχε άλλα σχέδια, δεν μας ρωτάει, σωστά;
Άκουσε την φωνή της, για την ακρίβεια άκουσε το γάργαρο γέλιο της εκείνο το βράδυ στο γραφείο.
Ο Έντυ μιλούσε με την «Ελληνίδα του» όπως την έλεγε, στο skype με την ένταση στο τέρμα καθώς νόμιζε πως ήταν μόνος του.
Κρυφάκουσε.
Πόσο του είχε λείψει Θεέ μου, πόσο πολύ!
Μάθαινε από τον Έντυ, πρόθυμος κι αυτός να μιλήσει με κάποιον γι αυτή την υπέροχη μοναδική γυναίκα που γνώρισε κι ο Γιάννης ήταν ο πιο κατάλληλος, γιατί ήταν Έλληνας κι αυτός και θα μπορούσε να τον συμβουλευτεί – πόσο διαφορετικό ταπεραμέντο είχαν οι Ελληνίδες από τις πατριώτισσές του!
Κι ο Γιάννης πονούσε, πονούσε αφάνταστα, για ό,τι κλώτσησε, για ό,τι έχασε, για ό,τι δείλιασε.
Όταν κλείστηκε η δουλειά στην Ελλάδα, φυσικά ο Γιάννης επιλέχτηκε, θα ήταν ο καταλληλότερος για τις συνεννοήσεις αλλά και για τις διαδρομές που απαιτούνταν.
Κι όταν χτύπησε το τηλέφωνο του Έντυ εκείνο το πρωί στο αεροδρόμιο, ο Γιάννης ήταν αυτός που θα έδινε τις πρώτες εξηγήσεις, μέχρι να επικοινωνήσουν οι δυο τους.

Βούτηξε από τον ιμάντα την βαλίτσα του.
Έξω από την γυάλινη πόρτα ήταν εκείνη, την είχε δει, σ ένα ανοιγοκλείσιμο.
Την ήθελε, να την κερδίσει ξανά, να την έχει δική του όπως τότε, να φωτίσει την ζωή του πάλι, να την νιώσει, να την αγγίξει, να γελάει σ εκείνον μόνο.
Την ήθελε πολύ.

«Άντρα μου» θυμήθηκε…

Φόρεσε τα γυαλιά ηλίου έσκυψε το κεφάλι και βγήκε γρήγορα από την πόρτα, στραμμένος προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη.