ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ

Νούμερα, νούμερα παντού και αυτός τρέχει να κρυφτεί. Αλλά δε μπορεί να περπατήσει, κάτι τον δυσκολεύει, το δωμάτιο μικραίνει και αυτός τρεκλίζει. Κοιτάει το πάτωμα, ψάχνει να βρει τα πόδια του, αλλά κάτι συμβαίνει. Τώρα είναι γυμνός και συνεχίζει τρεκλίζοντας να τρέχει, οι αριθμοί τον κυνηγάνε, νομίζει ότι είναι σε έναν λαβύρινθο, όλα γύρω του γυρίζουν. Τα πόδια του μίκρυναν τόσο πολύ και τα χέρια του το ίδιο, νιώθει περίεργα, κάτι δεν πάει καλά. Τώρα είναι σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες, γλιστράει στην γυαλιστερή επιφάνεια και πέφτει. Σηκώνει το βλέμμα να βρει το είδωλό του και αντικρίζει… μια κατσαρίδα.
Πετάγεται ιδρωμένος και έντρομος. Ανοίγει το φως και πηγαίνει στο μπάνιο, ρίχνει μπόλικο κρύο νερό στα μούτρα του και κοιτάζεται στον καθρέφτη. Ξεφυσάει με ανακούφιση, όνειρο ήταν. Πάει να επιστρέψει στο κρεβάτι και το μάτι του πέφτει στο βιβλίο του Κάφκα πάνω στο κομοδίνο του. «Α, ρε Χρήστο, με έκαψες. Άντε να κλείσω μάτι και απόψε».
Ο Κώστας και ο Χρήστος. Αχώριστοι φίλοι από τα μικράτα τους, αν και εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες. Παρ’ όλα αυτά, ο ένας συμπλήρωνε πάντα τον άλλο, «όπως ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ», που έλεγε και εκείνος ο στρυφνός θεολόγος στην Τρίτη γυμνασίου. Ο Χρήστος πάντα χωμένος στα βιβλία του, με εκείνα τα τεράστια γυαλιά ματομπούκαλα, συνεσταλμένος και ευαίσθητος. Εκείνος, αντιθέτως, κοινωνικός, αθλητικός, δημοφιλής σε όλες τις παρέες και δραστήριος- σε όλα, πλην των σχολικών μαθημάτων. Και κάπως έτσι, βρέθηκαν ο ένας στο ΤΕΙ Δασοπονίας Καρπενησίου και ο Χρήστος Φιλοσοφική Αθηνών.
Κάτι η απόσταση, κάτι τα διαφορετικά ενδιαφέροντα, τα χρόνια πέρασαν και οι δύο φίλοι χάθηκαν, βρίσκονταν μόνο στις οικογενειακές γιορτές όταν έκλεινε η σχολή για διακοπές και εκείνος ερχόταν Αθήνα να δει τους δικούς του. Κάθε φορά που έβλεπε τον Χρήστο του φαινόταν ευχάριστα αλλαγμένος, είχε αρχίσει να γυμνάζεται, πέταξε εκείνα τα τρομακτικά γυαλιά και έβαλε φακούς επαφής, είχε πιάσει μάλιστα και δουλειά σε ένα βιβλιοπωλείο στο κέντρο κοντά στη σχολή του, «να μην επιβαρύνει τους δικούς του», όπως του έλεγε. Σιγά που τον πίστευε, ποιος φοιτητής δε θέλει να ζει ξένοιαστα, σίγουρα το έκανε για να γνωρίζει σοφιστικέ γκομενάκια, πάντα τέτοια ήταν τα γούστα του. Αντιθέτως αυτός, περνούσε ζωή και κότα. Όχι στο Καρπενήσι φυσικά, οπουδήποτε αλλού, να είναι καλά ο πατέρας με τον φουσκωμένο τραπεζικό λογαριασμό και η μάνα που χατίρι δε χαλούσε στο μονάκριβο γιο.
Και τα χρόνια περάσαν, πέρασε ανώδυνα και το φανταριλίκι- «βύσμα» στην αεροπορία και μάλιστα στην αερονομία, πώς γούσταρε τη στολή και την αίσθηση παντοδυναμίας όταν την φορούσε- και ήρθε η ώρα να βρει δουλειά. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, να ΤΟΥ βρουν δουλειά. Ο πατέρας έβαλε λυτούς και δεμένους, πράσινους και γαλάζιους και άλλων αποχρώσεων οσφυοκάμπτες, για να βάλει το παλικάρι του στο αθάνατο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά κατάρα στην ώρα και τη στιγμή που θεσπίστηκε ο ΑΣΕΠ και δυστυχώς αποδείχθηκε ότι οι δασοπόνοι είχαν ήδη υπερκαλύψει τα απαραίτητα κενά. (Όχι ότι δεν προσπάθησε και για άλλες θέσεις, αλλά είπαμε ο Κωστάκης πέρναγε μεν ζωή και κότα, αλλά για αγγλικά ή κάνα άλλο πρόσθετο προσόν, ούτε έξω από την πόρτα.) Όσο ο πατέρας έψαχνε μία θεσούλα για το «άμοιρο» τέκνο, εκείνο γνώριζε όλα τα νυχτομάγαζα της πόλης, γυμναζόταν ανελλιπώς και «φούσκωνε» τη μία πιστωτική μετά την άλλη (ο σωστός επαγγελματίας κρίνεται από τα ρούχα του, έπρεπε να είναι προετοιμασμένος κατάλληλα.) Όταν ο πατέρας είδε και απόειδε με το Δημόσιο, άρχισε να ψάχνει στον ιδιωτικό τομέα. Όχι ότι τα πράγματα ήταν καλύτερα εδώ, αλλά ακόμα κάποιοι του χρωστούσαν χάρες από τα παλιά και ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν για να «ξελασπώσουν». Και έτσι, να τος, ιατρικός επισκέπτης σε μία μικρή εταιρεία – αντιπροσωπεία παραφαρμακευτικών ειδών, με δικό του αμάξι, να αλωνίζει Αθήνα και επαρχία. Τα χρόνια περνούσαν χαλαρά, οι κρατικοί έλεγχοι στις συναλλαγές εταιρειών/γιατρών ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτοι, ειδικά σε τόσο μικρές εταιρείες και ο Κωστάκης, με τη γοητεία που πάντα τον χαρακτήριζε σε εμφάνιση και λόγο, φρόντιζε να κλείνει εκατέρωθεν καλές συμφωνίες. Χρήματα βέβαια δεν του έμεναν για πολύ στα χέρια, μόνιμα και αθεράπευτα καλοζωιστής, τα έτρωγε σε ταξίδια, ψώνια και γυναίκες, ακατάσχετα και αδιάκοπα.
Δυστυχώς όμως για τον Κωστάκη και τον κάθε Κωστάκη αυτής της χώρας, κάποια στιγμή τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν- και όχι προς το καλύτερο. Η πολυεθνική εταιρεία της οποίας τα είδη διακινούσε η αντιπροσωπεία στην οποία εργαζόταν, αποφάσισε να κινηθεί η ίδια στην Ελληνική αγορά. Ευτυχώς ο Κωστάκης –σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του- παρέμεινε στη θέση του, με περιορισμένα ωστόσο προνόμια και νέο προϊστάμενο, Γερμανοθρεμμένο σε σπουδές και νοοτροπία. Όπερ αυτό μεταφράστηκε σε πειθαρχία και έλεγχο. Και νούμερα, πολλά νούμερα, τάσεις της αγοράς, ανταγωνισμός και κομμένες οι συναλλαγές κάτω από το τραπέζι. Οι νέοι συνάδελφοι του Κωστάκη ήταν κάτι φιντανάκια με σπουδές Πανεπιστημίου, πειθήνια όργανα της διοίκησης, με υψηλές βλέψεις και χωρίς πολλούς ηθικούς φραγμούς, που δε σέβονταν καθόλου την ιεραρχία, την παλαιότητα βρε αδερφέ, και πάσχιζαν να εντυπωσιάσουν τον προϊστάμενο και την ξινή γκόμενα υπεύθυνη του medical marketing (ξινή=όποια γυναίκα δεν έριχνε ούτε βλέφαρο στον Κωστάκη).
Ένα πρωί το είδε. Έσκυψε να πιάσει το οδοντικό νήμα και κάτι γυάλισε στον καθρέφτη. Νόμισε ότι τον γελούσαν τα μάτια του από το ξενύχτι, αλλά το «μπιφτέκι»- ήτοι, η πρώτη αραίωση- ήταν εκεί και τον κοιτούσε περιπαιχτικά. Ντύθηκε βιαστικά, ακόμα σοκάρισμένος και βγήκε. Και τότε συνάντησε τον Χρήστο. Τον χαμογελαστό, γοητευτικό Χρήστο. Ακολούθησε πρόταση για καφέ και πολύωρη συζήτηση στο βιβλιοπωλείο-καφέ του Χρήστου, έναν ομολογουμένως όμορφο χώρο ακόμα και για αυτόν που δεν ήταν φίλος του διαβάσματος. Λίγο πριν χωρίσουν – είχε αρχίσει κιόλας να βραδιάζει- του χάρισε ένα βιβλίο. «Διάβασε το. Νομίζω είναι η ώρα σου. Είναι μικρό και γραμμένο απλά, δε θα σε κουράσει. Και μετά, έλα να συζητήσουμε το νόημα του.»
«Κατσαρίδα λοιπόν. Α, ρε Χρήστο. Τι να τα κάνω εγώ αυτά τα υπαρξιακά ζητήματα. Μια ζωή την έχουμε. Ναι, και αν ζηλεύω σε κάτι τις ρουφιάνες, είναι η απίστευτη ικανότητα τους να επιβιώνουν και να προσαρμόζονται σε κάθε περιβάλλον. Και δε σε κοροϊδεύουν, πεταλούδες δε θα γίνουνε ποτέ. Αλλά στην τελική, ποια ζει παραπάνω και το γλεντάει; Αυτή η σιχαμένη η μικρή Τερέζα.»
Γύρισε πλευρό και σε λίγο ήδη ροχάλιζε.
«Μια κατσαριδούλα, η μικρή Τερέζα, πάτησε το ΤΕΖΑ και τεεεζαααα…»