Μιλάς εξ έδρας. Δε μ’ ακούς. Εσύ που στα χέρια σου βαστάς την κιμωλία. Περνάς το βλέμμα σου από πάνω μου, από πάνω μας. Μα δε σταματάς. Ζητάς να σε ακολουθήσουμε, μα δε ρωτάς αν έχουμε πόδια. Εσύ! Που όταν για μια στιγμή το βλέμμα σου έμπλεξε με το δικό μου, μπέρδεψες τα λόγια σου. Ξέρω πως «έπιασες» μια δική μου σκέψη «στον αέρα». Μα η θέση σου, είναι ψηλά. Πήρες μια ανάσα και συνέχισες να μουτζουρώνεις με τα χέρια σου την κιμωλία στον πίνακα. Το βλέμμα μου, καλά κρυμμένο πίσω από μια μακριά φράτζα, έχει καρφωθεί πλέον πάνω σου, με θράσος. Σου τριβελίζει το μυαλό, γράφεις στον πίνακα. Σε αποσυντονίζει. Μουτζουρώνεις τα λάθη με το πλάι της παλάμης σου. Ξαναγράφεις. Δε γράφεις μόνο στον πίνακα. Γράφεις και στο μυαλό μας. Η κιμωλία που φεύγει από το πίσω του χεριού σου, πέφτει και στην ψυχή μας. Μα δε σταματάς! Άκου! Κοίτα! Μην τρέχεις.

Δε βλέπεις μπροστά σου. Θέλεις να είσαι ψηλά. Να νιώθεις τυχερός που δε βλέπεις πίσω από τη φράτζα μου, το θυμωμένο βλέμμα μου, πάνω σε ανέκφραστο προσωπείο. Σου κρύβομαι! Κάνω ό,τι θέλω με αυτή τη φράτζα. Σε διαβάζω, χωρίς να με διαβάζεις. Νομίζω. Είμαι εδώ. Με κοιτάς, αλλά δε με βλέπεις. Χαρακώνεις με δύναμη την κιμωλία, όπως χαρακώνω το κορμί μου, για να ξεφύγω από τις χαρακιές της ψυχής μου. Σταμάτησα εδώ και χρόνια να κλαίω. Δε θα σου κάνω τη χάρη! Αν κάποιος πρέπει να κλάψει, θα είσαι εσύ. Ναι, εσύ! Γιατί έχεις τη δύναμη επάνω μου, αλλά εγώ σου την αφαιρώ. Δε σε αφήνω να σηκώσεις τα μανίκια μου, έχω τη δική μου ζωή. Όπως την καταλαβαίνω, όπως μου αρέσει!

Σε σένα μιλάω, που δε φοβάσαι να πιάσεις με τα χέρια σου τα λάθη του πίνακα. Δε διστάζεις να βουτήξεις τις παλάμες σου στην κιμωλία. Δε νοιάζεσαι μην τύχει και λερώσεις τα μανίκια. Σε σένα μιλάω! Ναι! Που ξέρω πως τολμάς! Που ξέρω πως μπορείς. Σε φοβάμαι. Όταν πλησιάζεις, όταν χαμογελάς σε μένα, μόνο σε μένα, που σε βλέπω πίσω από το τείχος μου, φοβάμαι. Τρέμω. Τρέμω όταν με ακουμπάς φιλικά στον ώμο. Ξέρω πως έχεις τη δύναμη να βγάλεις τη φράτζα μου με τα ίδια χέρια που έχεις για τον πίνακα. Φοβάμαι πως μαζί με τα λάθη του πίνακα, θα αποκαλύψεις το πρόσωπό μου. Τρέμω στη σκέψη πως το πρόσωπό μου θα το δει ο ήλιος. Την ψυχή μου πώς να κρύψω; Σκύβω περισσότερο. Χα! Σου ξέφυγα. Σε έχω στο χέρι! Δε μπορείς να…

Μα για στάσου! Έσκυψες! Έσκυψες για να δω πως μου χαμογελάς. Με τα δάχτυλα απλά παραμέρισες το τείχος μου, ίσα για να μου κλείσεις το μάτι και μετά το άφησες εκεί ανέπαφο να με κρύβει από τον κόσμο. Δεν προσπάθησες να το διαρρήξεις! Γιατί; Γιατί μου έκλεισες το μάτι; Σειρά μου να μπερδευτώ. Μουτζουρώνω το χαρτί. Γέμισα τα χέρια μου μελάνι. Είχες τη δύναμη να με αποκαλύψεις. Δεν το έκανες. Γιατί; Θα μου χαμογελάσεις πάλι; Χτυπά κουδούνι. Το μισώ, γιατί μας παίζει πιόνια. Μέσα έξω, χωρίς να ρωτά. Μισώ κι αυτόν που το χτυπά. Ούτε αυτός ρωτά. Χα! Σου ξέφυγα κι αυτή τη φορά. Μα πριν φύγεις από την αίθουσα, γυρίζεις, ξέρεις με κάποιο τρόπο πως σε κοιτώ. Μου κλείνεις το μάτι, σκύβεις χαμογελώντας και φεύγεις. Ξέρεις πως ακόμα κι αν έχω καρφωθεί στην καρέκλα μου, εσύ με κουβαλάς μαζί σου.
Πονάω όταν μ’ αγγίζουν. Είμαι εδώ! Μη μ’ ακουμπας! Σε χρειάζομαι! Φύγε μακριά μου. Σε έχω ανάγκη. Δεν ξέρω τι να κάνω. Σε παρακολουθώ. Πίσω από μία φράτζα, σε παρακολουθώ. Μη φοβηθείς, σβήσε με, τα βουτηγμένα στην κιμωλία, χέρια σου, τον πόνο της ψυχής μου. Πρόσεξε μην τη σπάσεις. Σε θέλω εδώ! Φεύγω!

Θα σε περιμένω ξανά. Στο επόμενο κουδούνι. Στο μεταξύ, θα σου φέρω κιμωλία.