Η Αναστασία άναψε άλλο ένα τσιγάρο, δέκατο, εικοστό, εκατοστό; Έχασε πια το λογαριασμό και καθώς είναι ψυχαναγκαστική με την καθαριότητα δεν αφήνει ποτέ πάνω από τρία τσιγάρα στο τασάκι. Ο καφές κρύωσε εδώ και ώρα και το ραδιόφωνο παίζει χωρίς να του δίνει σημασία. Μόνο το τραπεζομάντιλο με τις πολύχρωμες βούλες την αποσπά κάποιες φορές από τις σκέψεις της όταν πέφτει στάχτη πάνω του και την τινάζει με μανία.

Μα που έκανε λάθος αναρωτιέται και έφτασε στο σημείο ο λατρεμένος γιος της να της δηλώσει, πως δεν έχει κανένα σκοπό να συνεχίσει το πρόγραμμα του, «αυτό που μου επιβάλλατε»ήταν τα ακριβή του λόγια. Δε θυμάται πόση ώρα εχει περάσει, δε την νοιάζει κιόλας, νιώθει απλά σουβλιές στο μέρος της καρδιάς λες και οι κουβέντες του έγιναν μαχαίρια αληθινά και τη χτύπησαν επανειλημμένα στην καρδιά.

Σηκώνεται να αδειάσει το τασάκι για άλλη μια φορά και ζαλίζεται. Πόσες ώρες άραγε πέρασαν από την τελευταία φορά που έφαγε; Πόση νικοτίνη πια κυλάει στις φλέβες της και τη δηλητηριάζει όπως ακριβώς και όσα δεν περίμενε ποτέ να ακούσει από το λατρεμένο της αντράκι, τι αντράκι δηλαδή, δυο μέτρα παλίκαρος, πότε κιόλας μεγάλωσε τόσο!

Θυμάται τις φορές που γελούσε με τα λογάκια του, πάει τόσος καιρός! Πρέπει να ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια που ο μικρός της πρίγκιπας της είχε πει μια από τις χαριτωμένες εξυπνάδες του, τότε που ήταν πέντε έξι χρόνων, τότε που ακόμα δεν είχε μπει η ρουτίνα και η μίζερη επανάληψη της καθημερινότητας στη ζωή της. Βουρκώνει στην ανάμνηση του, μικρούλης κάθε φορά που του έταζε κάτι «αλήθεια αλήθεια μαμά ή αλήθεια παραμύθια;» πόσο της λείπει εκείνο το μικρό αγοράκι με τα ξανθά μαλλιά και τα σκούρα κάστανα μάτια.

Σηκώνεται, αδειάζει ξανά το τασάκι, πατάει το κουμπί μηχανικά και φτιάχνει άλλο ένα καφέ και ανάβει τσιγάρο. Στο μυαλό της έρχονται τα λόγια του και χτυπούν ξανά με μανία στην καρδιά που κοντεύει να σταματήσει να χτυπά.

«Δεν αντέχω άλλο ρε μάνα, πνίγομαι! Κανείς σας δε με καταλαβαίνει. Δεν θέλω να έχω σχέση με επιχειρήσεις. Δικό σας όνειρο το ξενοδοχείο, δικό σας όνειρο το τουριστικό γραφείο. Δεν έχω καμιά θέση εγω εκεί, μπορείς να το καταλάβεις; Μόνο η μουσική με ανεβάζει, μου γεμίζει την ψυχή και κάνει την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Μόνο τότε νιώθω ζωντανός. Όλες τις υπόλοιπες ώρες νιώθω σαν καλογρασσαρισμένο γρανάζι πιασμένο στη μηχανή που εσείς κατασκευάσατε με τα δικά σας θέλω! και ποια δικά σας δηλαδή, τα δικά του στην ουσία, αφού εσύ ποτέ σου δεν είχες όνειρα και θέλω. Μια ζωή υποταγμένη στον πατέρα ήσουν. Μια ζωή καλοκουρδισμένο ρολόι στο χέρι του να του δείχνεις συνέχεια την ώρα του μεγαλείου του. Τέρμα, δεν πρόκειται να ζήσω τη ζωή που μου κατσικώσατε στο σβέρκο. Φεύγω, φεύγω και δες τι θα κάνεις με την πάρτη σου, άσε με εμένα ήσυχο. Επειδή δηλαδή ξέχασες εσύ να ζεις και να ονειρεύεσαι, θα το πληρώσω εγώ; ΦΕΥΓΩ»

Φεύγει, έφυγε, τέλος.

Κάποια στιγμή θα έρθει ο Πέτρος στο σπίτι και θα της επιρρίψει ευθύνες, πως αυτή φταίει που του φούσκωσε τα μυαλά με τη μουσική. «Τώρα τα πιάσαμε τα λεφτά μας! Ο γιος σου θα γρατζουνάει κιθάρες και θα τραγουδάει για να διασκεδάζουν σουρωμένες τουριστριούλες. Μπράβο κυρά Ελένη, το έκανες το θαύμα σου που ήθελες καλλιεργημένο γιο λες κι είναι χωράφι.» Σαν να τον ακούει…

Κοιτάζει το τασάκι αλλά δε σηκώνεται να το αδειάσει. Ένα τραγούδι της αποσπά την προσοχή από αυτό και της θυμίζει το ξανθό κορίτσι με τα μακριά πλεγμένα με άνθη μαλλιά που ζωγράφιζε ασταμάτητα τα μοναδικά μέρη του νησιού. Τότε που ακόμα είχε όνειρα και στόχους, πριν της ζητήσει ο Πέτρος να βάλει το καβαλέτο στην αποθήκη γιατί πιάνει χώρο στο σαλόνι τους και στο κάτω κάτω με τόσες υποχρεώσεις που θα βρει καιρό να ζωγραφίσει. Άλλωστε αυτός της έχει προσφέρει τα πάντα τι να την κάνει πλέον την τέχνη της; Δεν έχει ανάγκη τίποτα πια, δόξα τω θεω (κι αυτόν τον Πέτρο) να λέμε κι ένα ευχαριστώ για όσα της έχει προσφέρει.

«Γεννήθηκα μ’ ένα γιατί, μες την καρδιά κρυμμένο. Ποιους μάγκες εξυπηρετώ; Ποιοι μ’ έχουν κουρδισμένο; Με φέρανε και μου ‘πανε ποτέ μιλιά μη βγάλω, πως είναι που γεννήθηκα προνόμιο μεγάλο!»

https://www.youtube.com/watch?v=ELF7h9GD1jo

Σαν κάποιο αόρατο χέρι να άνοιξε τέρμα τον ήχο ξυπνά από το λήθαργο των σκέψεων της η Αναστασία και τραγουδά δυνατά κι αυτή τους στίχους που για πρώτη φορά βγάζουν νόημα:

«Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας και ο γιος μου τ’ ανταλλακτικό! Θα’ν’εντάξει μια ζωή στη δούλεψή σας, είν’από άριστο υλικό!»

Πετάει με δύναμη το τασάκι στον τοίχο, γυαλιά, αποτσίγαρα και στάχτες σκορπίζονται παντού αλλά δε τη νοιάζει πια. Κι αν εγώ έγινα εξάρτημα της μηχανής σας ο γιος μου δεν θα γίνει ανταλλακτικό, σκέφτεται, και νιώθει υπέροχα μέσα στο χάος που δημιούργησε στην απόλυτη τάξη της κουζίνας της και τα γέλια της παίρνουν αλμυρή γεύση από τα δάκρυα που για πρώτη φορά μετά από χρόνια είναι δάκρυα χαράς.

 

Κατερίνα Σκορδέλη