Τα παπούτσια της – πέδιλα κόκκινα ,10ποντα- τη στενεύουν λίγο μετά από τόσες ώρες ορθοστασία. Η μπλούζα της – φθηνό, άσπρο μακό – μουσκεμένη λίγο στην πλάτη, η φούστα της- τζιν, κοντή , με κουμπάκια – λίγο τσαλακωμένη .
Μέσα Μάη και ο ήλιος ζεσταίνει την άσφαλτο ,έξω από τη βιτρίνα του μικρού μαγαζιού.

Σε λίγο οι τελευταίοι πελάτες θα έχουν εξυπηρετηθεί . Σε λίγο αυτός θα κατεβάσει τα ρολά. Σε λίγο θα μείνουν μόνοι . Όπως κι άλλα μεσημέρια, 3 φορές τη βδομάδα, 3 κλεμμένα μεσημέρια ,3 μεσημέρια γεμάτα έρωτα ,χωρίς λόγια – όσα ήταν να πούνε τα είπαν πριν 2 μήνες , λίγο μετά που έπιασε δουλειά στο βιβλιοχαρτοπωλείο στο κέντρο, τα είπαν με τα μάτια που χαμήλωναν αμήχανα ,με σιωπές που έκαιγαν , με δειλά αγγίγματα – θα μείνουν οι 2 τους.
Ανεβαίνουν αργά τη σκάλα για το πατάρι, την κρατάει από τους ώμους , τα χείλια ανυπόμονα, τα δάχτυλα μπλεγμένα σε ρούχα και μαλλιά, τα μάτια υγρά.

Τον σφίγγει επάνω της – 3 μεσημέρια την εβδομάδα είναι δικός της -, πιέζει το σώμα του στο δικό της – 3 μεσημέρια την εβδομάδα είναι δική του -, τα χέρια του κάτω από τη μπλούζα στην πλάτη της ,τα χέρια της στα μπράτσα του ζητάνε περισσότερα, όλο και περισσότερα . Μέσα στο σκοτάδι – το λίγο φως που μπαίνει από τις περσίδες είναι αρκετό για να κάνει τα ιδρωμένα κορμιά να γυαλίζουν – τα χέρια του σφίγγουν το στήθος της , τα χέρια της σπρώχνουν τους γοφούς του ανάμεσα στα πόδια της που τυλίγονται γύρω του. Τα κουμπιά στο παντελόνι του γλιστράνε υπάκουα στα δάχτυλα της, η φούστα της σηκωμένη ψηλά δεν τους εμποδίζει. Πάνω στον παλιό δερμάτινο καναπέ , τα χείλια γίνονται επικίνδυνα, αφήνουν απαγορευμένα σημάδια, τα δάχτυλα δοκιμάζουν την υγρασία μέσα από τα εσώρουχα και, ανίκανα πια να κάνουν πίσω, βυθίζονται πιο βαθιά ,όλο και πιο βαθιά ,όλο και πιο γρήγορα.

Οι ανάσες βαριές ,όλο και πιο γρήγορες – εδώ δεν κινδυνεύουν, δεν ακούει κανείς – » σε Θέλω , Τώρα » »όχι,οχι ακόμη » βασανίζουν ο ένας τον άλλο , οι ρώγες της σκληρές στη γλώσσα του , ούτε αυτός αντέχει άλλο , μπαίνει σκληρός και καυτός μέσα της. Ταξιδεύουν χορεύοντας για λίγα λεπτά τον πιο άγριο χορό, μπαινοβγαίνει στο κορμί της γλιστράει πιο υγρός κάθε φορά ,τον τραβάει ξανά και ξανά μέσα της …. Δεν αντέχει άλλο , Τώρα!

Οι ανάσες τους ,η πιο άγρια μουσική.

Οι σπασμοί τους διαλύουν, σφίγγουν ο ένας τον άλλο, και μένουν έτσι ιδρωμένοι, ανήμποροι κατασπαραγμένοι.

Σε λίγο θα ξαναφορέσουν τα ρούχα τους ,σε λίγο θα πλύνουν τα πρόσωπα τους και θα χτενίσουν τα μαλλιά τους, σε λίγο θα σηκώσουν τα ρολά και το μικρό βιβλιοχαρτοπωλείο θα ανοίξει για το απογευματινό ωράριο.

Και κείνοι θα συνεχίσουν να ζουν τις χωριστές ζωές τους – αληθινές ή ψεύτικες, ποιος μπορεί να πει με σιγουριά; – μέχρι το επόμενο δικό τους μεσημέρι -άλλο ένα ζεστό Μαγιάτικο μεσημέρι.