Τυχαία το βρήκα μπροστά μου. Είχα πάρει τον κατήφορο σκυφτός, περπατώντας βυθισμένος στις σκέψεις του μεσημεριού. Κάπου κάπου κάλπαζα, καμαρώνοντας τα καινούρια μου παπούτσια, ένα από τα τελευταία μου δώρα. Περνώντας το φανάρι, το είδα. Εκείνο έστεκε ζωηρό απέναντί μου παίζοντας. Είχε για συντροφιά τον αόρατο αέρα. Άλλοτε στροβιλίζοντας αέναα το πρόσωπό του, άλλοτε ορμώντας στη γη, έδειχνε να απολαμβάνει τα τερτίπια του καιρού. Σαν άλλος Pascal Lamorisse, το ακολούθησα το δίχως άλλο!

Είχα τόσο καιρό να δω αδέσποτο μπαλόνι. Συνήθως, τα παιδιά σφίγγουμε δυνατά ό,τι αγαπάμε ώσπου να πονέσουμε… Ζητάμε επίμονα να αποκτήσουμε την αίσθηση της χαράς, νομίζοντας πως ποτέ δεν τελειώνει κι όταν τη βρούμε; Είναι να μη μας τη στερήσουν. Λοιπόν, ποιό παιδί είχε αφήσει να φύγει από τη χούφτα του τέτοιο φανταστικό δώρο; Λες κι είχε ξεφύγει από ζωγραφικό πίνακα. Καμαρωτό-καμαρωτό να επιδεικνύει τις φρεσκοφουσκωμένες -θαρρώ- καμπύλες του, μισοκουρασμένο καθώς φαινόταν από τη διαδρομή. Ξάφνου, ζητά να ξαποστάσει. Προσγειώνεται ήσυχα στη γη, με την επιφύλαξη του πετούμενου που κοιτάζει συνεχώς γι’ αρπακτικά τριγύρω του. Κοιτάζει δεξιά, καθαρό το πεδίο. Κοιτάζει πίσω, αριστερά, στροβιλίζει την όψη του δεκάδες φορές, ώσπου κάθεται γαλήνιο στο χορτάρι. Στην αρχή μού φάνηκε απίστευτο, μα αυτός ο φουσκωτός επισκέπτης του ουρανού ανάσαινε… Σαν να χτυπούσε καρδιά μέσα στη μουτσούνα του. Δεν ήθελε και δεύτερο ερώτημα, το κόκκινο μπαλόνι αναζητούσε συντροφιά. Το άρπαξα με περισσή χαρά, παρατηρώντας με έκσταση τη σπάνια αντίθεσή του στο γαλάζιο του ουρανού. Τώρα πια καταλαβαίνω. Τα όνειρα έχουν χρώμα κοκκινομπλέ…

Είναι που η φαντασία μας μάγκωσε στα γρανάζια τους, είναι που η θέληση να πετάξουμε εξανεμίστηκε παρέα με τα πιο φανταχτερά “θέλω” μας· γεμίσαμε τα κεφάλια μας γκρίζο και ξεχάσαμε τα κοκκινομπλέ της παιδικότητάς μας. Όμως, γιατί να ρίχνουμε μονίμως τις ευθύνες αλλού; Οι άνθρωποι κάνουμε το στρες, οι άνθρωποι κάνουμε και την ευτυχία. Αλίμονο, η ευτυχία μας κρύβεται στην ίδια χούφτα, που αν τη γυρίσεις ανάποδα στέλνει στο διπλανό σου την πιο οργισμένη γροθιά. Στο ίδιο χέρι, δυο τόσο διαφορετικές εκφάνσεις μας… Όμως ποτέ δεν είναι αργά. Μια αστραπή μπορεί να φωτίσει ολόκληρο τον κόσμο. Το ψυχρό, ανθρώπινο βλέμμα μπορεί μονομιάς να θυμηθεί την πάλαι ποτέ χαμένη του ζωντάνια, με μια σπίθα. Τυφλωνόμαστε μπρος σε ψεύτικες λάμψεις και απομακρυνόμαστε, οι ανόητοι, από το ανθρώπινο χάρισμα της συμπόνοιας. Θέλει μια στιγμή να μεγαλώσεις, θέλει μια στιγμή να ξαναγίνεις παιδί. Μόνο που οι στιγμές δεν είναι αμμοχάλικα, να σκύψεις να πιάσεις μια. Μια στιγμή, μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή. Το μόνο που χρειάζεται, είναι ανοιχτά μάτια.

Δε χρειάζεται να συναντάς κόκκινα μπαλόνια στο δρόμο σου κάθε μέρα. Το φουσκωμένο, ζωηρό μπαλόνι κουρνιάζει για πάντα μέσα μας με τη γέννησή μας, οδηγός και φυλαχτό μας. Φουσκώνει κάθε που στεναχωριόμαστε, ξεφυσά το βάρος του κάθε που ηρεμεί η ψυχή μας. Ξαποστέλνει την κακοτοπιά και ξορκίζει τη μέρα, κινούμενο πολλές φορές αυτόνομα, ξέχωρα από το πώς το θέλουμε. Κι αν υπάρχει κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιώδες επάνω μας που μπορεί να τα αλλάξει όλα, αυτό είναι το ίδιο το μπαλόνι μας. Ανασαίνει αβίαστα, δεν κοστίζει -ακόμα- και δεν ενοχλεί κανέναν. Άσε που μπορείς να το βγάλεις για τη βραδινή του βόλτα στα στενά της γειτονιάς σου, χωρίς ποτέ να σου παραπονεθεί…

Κοιτώντας μέσα μας, πάντα θα ανακαλύπτουμε πτυχές του εαυτού μας που δε φανταζόμασταν ότι υπάρχουν. Αυτό παίρνει χρόνια. Πολλές φορές θέλει το θάρρος να “ψαχουλεύεις” καιρό. Ακόμα κι αν δε βρεις κάτι όμως, τουλάχιστον έκανες την αρχή. Κι είναι σπουδαία η βεβαιότητα του υποσυνείδητου, ότι αν δεν έχεις τη γενναιότητα να αρχίσεις έχεις ήδη τελειώσει. Λάμπει περισσότερο από χρυσάφι.