Τρεις μήνες μετά. Ο πάγκος του πρώτου οργασμού αυτή τη φορά δέχεται την οργή της. Τον κοπανάει με τις γροθιές της και εκσφενδονίζει πάνω του ποτήρια. Πόνος. Ο αντίποδας της ηδονής.

Σκηνή ζηλοτυπίας σε εκείνη; Από ΑΥΤΟΝ; Πως ΤΟΛΜΗΣΕ! Πως τόλμησε να περάσει από το μυαλό του η σκέψη ότι ανήκει σε αυτόν και μόνο σε αυτόν; Πως τόλμησε να σκεφτεί ότι θα δοθεί πια, θα ΑΝΗΚΕΙ πια σε οποιοδήποτε αρσενικό; Πως τόλμησε να ΔΙΑΝΟΗΘΕΙ ότι η σχέση τους είναι κάτι παραπάνω από σεξουαλική; ΠΩΣ ΤΟΛΜΗΣΕ; Ποιος; Αυτός; Το πιτσιρίκι;
Αυτός την κοιτάει με φόβο και έκπληξη. Και με μια αδιόρατη σπίθα ενθουσιασμό στα μάτια του. Ήξερε ότι έμπαινε σε επικίνδυνα νερά όταν της ανέφερε εκείνον τον τύπο στο καφέ που την κοίταζε. Και που τον κοίταζε και αυτή. Το ήξερε γιατί του το έχει ξεκαθαρίσει. Δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει έρωτας, δεν υπάρχει δέσιμο, δεν υπάρχει σχέση. Δεν χωράνε αυτά μέσα της. Έτσι του είπε. Έτσι λέει και στην ίδια.

«Σήκω» του γαβγίζει. «Θα βγούμε απόψε» «Με παρέα, οπότε δεν με ξέρεις, δεν σε ξέρω» και φεύγει κοπανώντας την πόρτα πίσω της με όση δύναμη έχει.

Σηκώθηκε με βαριά καρδιά. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς έχει πάθει με αυτή τη γυναίκα. Όμορφη είναι σίγουρα. Έξυπνη πολύ. Έμπειρη επίσης. Αλλά δεν ήταν αυτό. Είναι κάτι άπιαστο αυτό που τον τραβάει σε αυτήν. Είναι ότι είναι και αυτή άπιαστη.

Συναντήθηκαν στο μπαρ με την παρέα τους. Ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο σαν απλοί φίλοι. Αυτό του έδωσε και πολύ του ήταν. Την χάζευε. Κόκκινο φόρεμα της φωτιάς. Ψηλή γόβα. Και χείλη…ω θεέ μου τα χείλη της.

Δεν του έδινε καμία σημασία. Δεν του απηύθυνε καν τον λόγο. Ήταν απασχολημένη με έναν κοινό γνωστό. ΠΟΛΥ απασχολημένη. Τόσο που είχε στρέψει όλο της το κορμί προς εκείνον για να του μιλήσει, τόσο που συνεχώς έγλυφε αυτά τα χείλη, τόσο που τα γόνατα της άγγιζαν τα δικά του. Τόσο που τον άφηνε, τυχαία δήθεν, να ακουμπήσει το χέρι του στο πόδι της. Τόσο που έκανε την κίνηση που έκανε και στον ίδιο εκείνο το βράδυ, τρεις μήνες πριν. Το βράδυ που τα ξεκίνησε όλα. Νωχελικά, ακούμπησε το ένα της χέρι χαμηλά στο λαιμό του, κοντά στο αυτί και το άλλο το ακούμπησε ελαφριά πάνω στην αγκράφα της ζώνης του. Και ακριβώς εκείνη την στιγμή, τον κοίταξε στα μάτια. Του έδινε το μάθημά του. Δεν είμαι δική σου, του φώναζε η ματιά της.

Είσαι. Είσαι δική μου. Το αποφάσισε εκείνη τη στιγμή. Παρακολουθούσε το φλερτ της που όλο και εξελισσόταν, γινόταν όλο και πιο έντονο, όλο και πιο ερωτικό. Οι ματιές της τον κορόιδευαν. Δεν θα γίνω ποτέ δική σου. Η απόφασή του όμως είχε παρθεί. Είσαι ήδη. Και θα το καταλάβεις σύντομα. Απόψε.

Αυτός σηκώνεται και αρχίζει να χαιρετάει την υπόλοιπη παρέα. Φεύγω τους λέει, δουλεύω νωρίς αύριο. Χαιρετάει και εκείνη που τον κοιτάει με απορία και λίγο λύπη. Παραλίγο να σπάσει τότε, να μείνει και να την διεκδικήσει αλλά ξέρει ότι έτσι δεν θα κερδίσει. Φεύγει…. Έχει ένα σχέδιο και θα το φέρει εις πέρας.

Δεν ήταν δύσκολο να βρει το αυτοκίνητό της. Είναι γνωστό το πάρκινγκ που το αφήνει. Ανάβει ένα τσιγάρο και περιμένει, είναι σίγουρος ότι δεν θα χρειαστεί να περιμένει για πολύ. Είτε μόνη είτε με συνοδεία θα έρθει σύντομα. Το παιχνίδι που την κράταγε όλο το βράδυ έληξε την στιγμή που εκείνος έφυγε. Δίκιο είχε. Πριν περάσει μισή ώρα άκουσε τα τακούνια της. Μόνο τα δικά της. Μόνη της ήταν. Ανακουφίστηκε εκείνη τη στιγμή και στη σκέψη αυτού που θα ακολουθούσε σκλήρυνε. Σκλήρυνε όπως τότε, τρεις μήνες πριν.

Την ώρα που έφτασε στο αυτοκίνητο εμφανίστηκε μπροστά της. «Τι δουλειά εχ….» πάει να πει αλλά δεν την αφήνει. Το χέρι του κλείνει το στόμα της, δεν την αφήνει να μιλήσει. Δεν είναι ώρα για λόγια, έχει πει πολλά τρεις μήνες τώρα. Τώρα είναι ώρα για πράξεις, να δείξει ότι είναι αρσενικό, να δείξει ότι την θέλει τόσο μα τόσο πολύ, να δείξει ότι κάνει τα πάντα για να την κατακτήσει.

Την γυρνάει πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, δεν αντιστέκεται καθόλου. Με το ένα χέρι την κρατάει πάνω στο καπό και με το άλλο της σκίζει εσώρουχο και καλσόν. Είναι υγρή, είναι ζεστή, είναι πρόθυμη. Αυτή ανοίγει λίγο τα πόδια της, τόσο όσο χρειάζεται για να τον διευκολύνει. Μπήκε μέσα της χωρίς ίχνος αντίστασης. Μπήκε μέσα σε καυτή λάβα, τόσο καυτή που στάθηκε ακίνητος για μερικές στιγμές. Οι στιγμές όμως πέρασαν και το πάθος τον κατέβαλε. Με δύναμη, με βία, άρχισε να μπαινοβγαίνει απολαμβάνοντας την αίσθηση του οργασμού της πάνω του. Ένιωθε τα υγρά της, τις συσπάσεις της, άκουγε τις φωνές της και ενώ δεν μπορούσε να δει τα μάτια της ήξερε το βλέμμα τους. Την παράδοση.
«Είσαι δική μου» της φώναξε την στιγμή που με μία τελευταία, βαθιά κίνηση, έχυσε και αυτός μέσα της.

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα