Είναι κάποιες στροφές στη ζωή μας, που η όποια απόφαση πάρουμε, γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως θα μας οδηγήσει σε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή της ζωής μας. Το τι θα επιλέξουμε είναι τόσο πολυπαραγοντικό που μοιάζει σχεδόν τυχαίο. Σα να στρίβει κάποιος ένα νόμισμα, κορώνα ή γράμματα. Κάπως έτσι είναι και η 22χρονη φίλη μας Μαρία Ρ. Αλλά ας μην πούμε περισσότερα, ας σκύψουμε να την κοιτάξουμε όσο πιο καλά μπορούμε:

Έσφιγγε με σιγουριά το στυλό. Τα χέρια της είχαν ιδρώσει, αλλά το είχε κλειδώσει καλά στα δάχτυλά της και έγραφε με πείσμα την ήδη πυκνογραμμένη κόλλα της. Ήταν το «τελευταίο μάθημα». Οι τελευταίες αυτές αράδες που κύλαγαν από τα χέρια της μέχρι να παραδώσει το γραπτό της, θα ήταν και το εισιτήριό της για την ορκωμοσία και το Πτυχίο. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή, χαμογέλασε σε αυτή τη σκέψη μα αμέσως πήρε μια βαθιά ανάσα και συγκεντρώθηκε στο γραπτό της, το οποίο παρέδωσε με καμάρι λίγα μόλις λεπτά αργότερα.

Όλα όσα είχε ονειρευτεί ξετυλίγονταν μπροστά της. Τώρα βρισκόταν σε μία κατάμεστη αίθουσα, στο βήμα δίπλα στον πρύτανη και τους καθηγητές της, αντικριστά με τους συμφοιτητές της. Το χέρι της ήταν υψωμένο και με σταθερή φωνή απάγγελνε: «ΑΠΟ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΟΥ ΤΟΥ ΣΕΠΤΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΤΕΜΕΝΟΥΣ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ ΕΞΕΡΧΟΜΕΝΗ, ΚΑΤ’ ΕΠΙΣΤΗΜΗΝ ΒΙΩΣΩΜΑΙ …» Ένας όρκος που επισφράγιζε την ικανότητά της και ταυτόχρονα την αριστεία στις σπουδές της. Οι στιγμές απαγγελίας, έμοιαζαν σα να είχαν παγώσει το χρόνο «… Ο ΘΕΟΣ ΕΝ ΤΩ ΒΙΟ ΒΟΗΘΟΣ». Αυτή η τελευταία φράση έφερε μια ευδαιμονία στο κοινό που εκδηλώθηκε με μια ζωηρή φλυαρία και ξεκλείδωσε το χρόνο. Χαμόγελα, λουλούδια, φωτογραφίες, τραπέζι σε γονείς και αγαπημένους φίλους ήταν μια ξέφρενη και μεθυστική συνέχεια της ημέρας εκείνης που το τέλος της χάνεται μαζί με τα γέλια, τα πειράγματα και τις συγκινήσεις των αγαπημένων της.

Η επόμενη μέρα τη βρήκε στο κρεβάτι με ένα αίσθημα ηρεμίας και ικανοποίησης. Άρχισε να συνειδητοποιεί πως ο κύκλος των σπουδών τελείωσε και ήταν καιρός να ξεχυθεί στα όνειρά της. Τι ήθελε όμως; Στη διάρκεια των προπτυχιακών της χρόνων, αναδύονταν κατά καιρούς ψήγματα επιθυμιών τα οποία έπρεπε πλέον να συνθέσει σε μία ολοκληρωμένη και συμπαγή εικόνα. Τι να έκανε; Καριέρα ή κάτι πιο «μέτριο»; Κορώνα ή γράμματα;

Το ταξίδι της Μαίρης για Γερμανία κλείστηκε πριν καλά – καλά το καταλάβει και η ίδια. Δεν είχε φύγει ποτέ από την πατρίδα της και τώρα βρισκόταν σε ένα αεροπλάνο με στόχο να συναντήσει έναν παντελώς άγνωστό της καθηγητή από το ερευνητικό κέντρο που την είχαν προσλάβει για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Τα είχε κανονίσει όλα ο καθηγητής της από το Πανεπιστήμιο. Θα πήγαινε εκεί για εκπαίδευση λίγων μηνών και έπειτα θα επέστρεφε με τεχνογνωσία για το εργαστήριό του στην Ελλάδα. Η «πρώτη γραμμή της έρευνας», έλεγε ο καθηγητής της, «εκεί να πας. Να ανανεώσουμε το εργαστήριο σε λίγο καιρό». Άφηνε να εννοηθεί πως ίσως να υπήρχε και μια θέση εργασίας για εκείνη κατά την επιστροφή της.

Η συνάντηση δεν ήταν τελικά όσο δύσκολη την περίμενε και η επακόλουθη προσαρμογή της στο χώρο του Ερευνητικού Κέντρου δεν ήταν και τόσο δύσκολη. «Άλλος αέρας, Ευρωπαϊκός! Όλα δουλεύουν άψογα. Συντονισμένες ερευνητικές ομάδες, χρηματοδοτήσεις, συνεργασία μεταξύ εργαστηρίων, μεταξύ χωρών, μεταξύ ηπείρων!!» έλεγε στον αγαπημένο της με ενθουσιασμό μετά τον πρώτο μήνα. Τον είχε αφήσει με πραγματικό πόνο ψυχής. Χρειαζόταν κι αυτός λίγους μήνες ακόμα για να πάρει το πτυχίο του. Θα έκαναν και οι δύο υπομονή μέχρι να ξαναβρεθούν και να συνεχίσουν την κοινή ζωή τους από εκεί που την είχαν αφήσει. Πόσο την πόναγε τη Μαίρη αυτή η απόσταση. Την πλήγωνε. Ήθελε τον άνθρωπό της δίπλα της, να μοιραστεί μαζί του τα πάντα, επιτυχίες και αποτυχίες, θριάμβους και απογοητεύσεις. Πόσο θα ήθελε να πηγαίνανε στις ομαδικές τους συγκεντρώσεις μαζί του. Η αναμονή την πλήγωνε. Χωνόταν τότε με τα μούτρα στη δουλειά για να «ροκανίσει» το χρόνο, να μη σκέφτεται, να περάσει γρήγορα για να γυρίσει στην αγκαλιά του. Ξεχνιόταν με τη δουλειά, παρηγορούταν.

Όσο πέρναγε ο καιρός τόσο τα πρότζεκτ μεγάλωναν κι εκείνη έπεφτε με πάθος στη δουλειά για να ξεχνιέται. Τα εργαστήρια, τα πειράματα, η οργάνωση της δουλειάς, τη μεθούσαν με ενθουσιασμό. Κάθε φορά κάτι καινούριο, από τις δυσκολίες της δουλειάς να βγαίνει νέο πρότζεκτ και νέος ενθουσιασμός, νέα όρεξη, νέο πάθος για δουλειά. Χωρίς να το καταλάβει αραίωνε τα τηλεφωνήματα προς τον αγαπημένο της. Μα κι όταν μιλούσαν μαζί, εκείνη του μιλούσε σαν χείμαρρος για τα νέα της δουλειάς της. Ο καιρός τελείωνε, αλλά αντί να ετοιμάζει την επιστροφή της, εκείνη έβγαλε εισιτήρια για Αγγλία. «Προέκυψε ένα παράπλευρο πείραμα και πρέπει να πάμε δύο ερευνητές εκεί», εξήγησε στον απογοητευμένο σύντροφό της, «μην ανησυχείς, λίγες εβδομάδες ακόμα υπομονή». Και οι εβδομάδες έγιναν μήνας και ο μήνας έγινε τρίμηνο. Πάνω στο τρίμηνο, νέα εισιτήρια, νέος προορισμός, Ηνωμένες Πολιτείες. «Μόνο για δύο μήνες», είπε στον στρατευμένο πλέον αγαπημένο της εκείνη τη φορά που θα ήταν –χωρίς να το ξέρουν– και η τελευταία που μιλούσαν μαζί.

Οι δύο μήνες έγιναν έξι, και οι έξι, χρόνος. Εκείνη απορροφήθηκε από τη δουλειά. Ξεχάστηκε μέσα σε αυτή τόσο που δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε στην αγκαλιά του συναδέλφου της. Το κορμί ζωντάνεψε, ζεστάθηκε η καρδιά της, ρίγησε όλη της η ύπαρξη, ένιωσε ξανά γυναίκα. Αισθάνθηκε πλέον την ισορροπία μεταξύ των επιθυμιών της. Δεν τη χώριζαν στα δύο, δεν ένιωθε μαζί με τη χαρά και θλίψη. Είχε όλα όσα ήθελε. Σε όλη αυτή την ευτυχία προστέθηκαν και δύο θέσεις εργασίας σε μεγάλη πολυεθνική. Ο ερευνητικός τομέας ήταν ο μεγάλος της έρωτας, μαζί με τον νέο της σύντροφο που άρχιζε να γεμίζει σταδιακά την πρώτη θέση στην καρδιά της. Ο χρόνος που περνούσαν μαζί στο σπίτι ήταν ελάχιστος, όμως ήταν μαζί όλη τη μέρα. Άρχισαν να ονειρεύονται οικογένεια και παιδιά, όχι τόσο στο άμεσο μέλλον, η καριέρα ήταν άλλωστε στο απόγειο και για τους δύο.

Την ευτυχία εκείνης της περιόδου ήρθε να ταράξει μια απροσδόκητη εγκυμοσύνη. Και τώρα;! Τι θα κάνει; Τι θα γίνει; Θα μείνουν πίσω τα πρότζεκτ, θα «παγώσει» η καριέρα και τι θα απογίνει; Θα μπορέσει μετά να προλάβει να επανενταχθεί στην «πρώτη γραμμή» της έρευνας; Οι ανησυχίες τη ζώνουν από παντού. Πανικοβλήθηκε. Για αρκετές μέρες δεν ανακοίνωνε την εγκυμοσύνη της και απέφευγε τον αγαπημένο της γιατί της πέρναγε από το νου αυτό που δεν πίστευε ποτέ της πως θα σκεφτόταν. Να αφήσει αυτό το παιδί να γεννηθεί ή όχι; Όλη η μαγεία της εποχής εκείνης χάθηκε. Βυθιζόταν στις σκέψεις της, ήταν λιγομίλητη πια και σκυθρωπή. Λίγο όμως τα μισόλογα, λίγο η αγάπη, το έμαθε ο αγαπημένος της. Με την πολύτιμη βοήθειά του ήρθε το μικρό τους αγοράκι στη ζωή.

Γέλασαν πάλι και οι τρεις με ανακούφιση. Έβαλε φρένο στη δουλειά της και προτεραιότητα στο παιδί της. Το σαράκι όμως την έτρωγε. Στην κούραση της βρεφικής φροντίδας, αναπολούσε τις ατελείωτες ώρες δουλειάς στο εργαστήριο. Λίγο καιρό αργότερα, με αρκετές τύψεις να τη συνοδεύουν άρχισε ξανά τη δουλειά. Ένιωσε πάλι το αίμα να κυλάει στις φλέβες της. Ένιωσε ζωντανή, δυνατή, αυτοδύναμη. Άρχισε πάλι να ξεχνιέται. Ο σύντροφός της δίπλα της, να την υποστηρίζει και να την αγαπά, σταθερά και ακλόνητα. Καμιά φορά της παραπονιόταν για τις πολλές ώρες που αφιέρωνε στη δουλειά της, αλλά ήξερε πόσο σημαντική ήταν για εκείνη και δεν επέμενε πολύ. Εκείνος φρόντιζε το μικρό τους αγόρι, είδε το πρώτο του βήμα, άκουσε την πρώτη του λέξη, το παρηγόρησε στα πρώτα του χτυπήματα.

Η ένταση της δουλειάς μεγάλωνε, οι ανάγκες της εταιρείας επίσης και οι απαιτήσεις για ταξίδια στο εξωτερικό ήταν «αναπόφευκτες». Άρχισε πάλι να ταξιδεύει, στην αρχή με τύψεις για το μικρό τους, αλλά και με καμάρι για την επαγγελματική ανέλιξη. Είχε πλέον δική της ομάδα για να καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της δουλειάς. Το ένα ταξίδι διαδεχόταν το άλλο, πότε για λίγες μέρες, πότε για εβδομάδες καμιά φορά και παραπάνω. Το παιδί το «έβλεπε» μέσα από τα μάτια του αγαπημένου της. Εκείνο είχε ήδη αρχίσει να δείχνει προτίμηση στο μπαμπά παρά στη μαμά. Ζήλευε λίγο, μα χαιρόταν για λογαριασμό του συντρόφου της και έδιωχνε τις σκέψεις. Δούλευε για να ροκανίζει το χρόνο μέχρι να γυρίσει ξανά πίσω στους αγαπημένους της. Μα το επόμενο ταξίδι ήταν πάλι λίγο παρακάτω.

Ούτε τότε κατάλαβε πως βρέθηκε στην αγκαλιά ενός νεαρού συνεργάτη της. Χάθηκαν μέσα στο πάθος, έπνιξαν τον πόνο και τις ενοχές για όσους άφηναν τόσο καιρό πίσω και οι δύο…

Η Μαρία «ξύπνησε» ξαφνικά από το χείμαρρο των σκέψεων και των συναισθημάτων της. Το σενάριο που ξεκίνησε ως γυναίκα καριέρας φαινόταν θελκτικό αλλά τη φόβιζε, ειδικά με τον τρόπο που εκτροχιάστηκε η σκέψη της. Το μάτι της έπεσε σε ένα κέρμα στο κομοδίνο δίπλα της. Το έπιασε σχεδόν μηχανικά. Το έστριψε με δύναμη. Το κέρμα άρχισε να στροβιλίζεται στον αέρα λαμπιρίζοντας και εκείνη ακολουθώντας την πτώση του με τα μάτια της και τον μεταλλικό του ήχο, το διάβασε: «γράμματα»…

Το ξυπνητήρι χτύπησε αμείλικτο, χωρίς να αφήνει περιθώρια για λίγο ακόμα ύπνο που χρειαζόταν μετά το χθεσινοβραδινό ξενύχτι με το μωρό να κλαίει σπαρακτικά. Ήξερε πλέον πως χρειαζόταν υπομονή. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί και πολλά, οι υποχρεώσεις που είχε χόρευαν στο μυαλό της. Να προετοιμάσει το μεσημεριανό φαγητό πριν ξυπνήσουν τα παιδιά, να ετοιμάσει το πρωινό τους πριν τα πάει στον παιδικό και στο νηπιαγωγείο, να ετοιμαστεί, να τσεκάρει άλλη μια φορά τα θέματα για το διαγώνισμα, να ψωνίσει στο «κενό», το γάλα όμως να το πάρει κατά την επιστροφή προς το σπίτι, να μη μείνει τόσες ώρες στο αυτοκίνητο, να πληρώσει και το νερό που ξεχάστηκε και έληξε…

Μπήκε στο μπάνιο σχεδόν παραπατώντας. Αχ να μην ξυπνήσει το μωρό! Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Η «κυρία Μαρία» ήταν πλέον στα 30. Οι ρυτίδες έκαναν ήδη την εμφάνισή τους, μαζί με κάποιες λευκές άσπρες τρίχες. Αυτόν τον καιρό, δεν προλάβαινε να περιποιηθεί τον εαυτό της. Το μωρό της έτρωγε όλο της το χρόνο, ρουφώντας έως και τα τελευταία αποθέματα των δυνάμεών της. Βοήθεια εξωτερική δεν είχε. Μοιράζονταν τα βάρη με τον άντρα της. Ευτυχώς ήταν κι εκείνος κοντά της! Χαμογέλασε στη σκέψη του. Ήταν μαζί από φοιτητές. Τελείωσαν σχεδόν μαζί. Πρώτα εκείνη, μετά από λίγους μήνες εκείνος. Αποφάσισαν να πλέξουν τις ζωές τους. Δουλειά προσδοκούσαν πως θα έβρισκαν, «άμα έχεις τα προσόντα, θα βρεις την άκρη σου», έλεγαν ο ένας στον άλλο και κάπως έτσι απορρίφθηκε μια προσωρινή θέση εργασίας σε ερευνητικό εργαστήριο της Γερμανίας.

Όταν βγήκε στην αγορά εργασίας η Μαρία, συνειδητοποίησε πως το «άριστα» δεν άνοιγε τόσες πόρτες όσες νόμιζε. Ακόμα κι αν τις άνοιγε, οι αμοιβές ήταν κατά πολύ κατώτερες των προσόντων και των προσδοκιών της με ωράρια εξοντωτικά και όχι καλοπληρωμένα. Ο αγαπημένος της δεν πρόλαβε να ψάξει για δουλειά. Έπρεπε να πάει φαντάρος. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα βρισκόταν ο ένας μακριά από τον άλλο για τόσο διάστημα από τότε που γνωρίστηκαν. Πόσα καρδιοχτύπια, πόσες ώρες να τον περιμένει για ένα κλεφτό φιλί σε μια άκρη, εκείνος μέσα από το στρατόπεδο, εκείνη έξω και με ένα συρματόπλεγμα να τους χωρίζει. Δεν το άντεχαν, τόσο που ένα μήνα πριν τελειώσει τη θητεία του, τη ζήτησε σε γάμο. Έτσι κι έγινε.

Λίγο καιρό μετά, η Μαρία βρισκόταν παντρεμένη, άνεργη με τον αγαπημένο της. Ευτυχώς εκείνος έβγαζε κάποια λίγα χρήματα δουλεύοντας περιστασιακά εδώ κι εκεί ενώ παράλληλα αναζητούσε δουλειά. Πριν προλάβει η Μαρία να βρει δουλειά ήρθε η πρώτη εγκυμοσύνη, κατά καλή τους τύχη λίγο καιρό μετά την πρόσληψη του άντρα της στο τεχνικό τμήμα μιας εταιρείας. Τα χρήματα μετρημένα, αλλά το θετικό ήταν πως υπήρχε τουλάχιστον ένας μισθός.

Το πρώτο τους μωρό, έφερε αλλαγές στη ζωή της που δεν περίμενε. Έπρεπε να παλέψει να βρει τον εαυτό της μέσα στο νέο ρόλο. Έπρεπε να βάλει μια σειρά σε όσα γνώριζε για πρώτη φορά και κάπως έτσι έσβησε από το μυαλό της η σκέψη της δουλειάς και το πτυχίο ας πήγαινε λίγο στην άκρη. Η καθημερινότητά της ήταν εντελώς διαφορετική από αυτό που είχε έως τότε στο νου. Εκείνη ήταν πλέον στο σπίτι με φροντίδα για την καθαριότητα, το μαγείρεμα, τα ψώνια στο σουπερμάρκετ και ό,τι άλλο σχετικό και φυσικά αυτοκόλλητη με τις ανάγκες ενός μωρού. Εκείνος δουλειά, σπίτι και μωρό. Μέχρι να το καλοκαταλάβουν, περίμεναν και το δεύτερο παιδάκι τους. Νέα ξενύχτια, νέα προσπάθεια για να εξισορροπηθούν τα οικονομικά, πολλαπλάσιο τρέξιμο και διπλές ευθύνες. Η σκέψη της εργασίας είχε εξαλειφθεί από το νου της και δεν έβγαινε στην επιφάνεια παρά μόνο σε καμιά ελαφριά συζήτηση μεταξύ φίλων μαζί με ένα αναστεναγμό για το «άχρηστο Πτυχίο». Τα δύο παιδιά όμως μονοπωλούσαν το χρόνο της και δεν είχε τη δυνατότητα ούτε δεύτερη σκέψη να κάνει πάνω στο θέμα. Κάπως έτσι το πτυχίο από την άκρη που βρισκόταν, θάφτηκε μέσα σε ένα συρτάρι.

Η ζωή τους κυλούσε ήρεμα και μονότονα. Και να που τώρα είχε έρθει και το τρίτο μωρό. Τα άλλα ήταν είχαν λίγο ξεπεταχτεί ελαφρώνοντας το βάρος της βρεφικής φροντίδας χωρίς όμως να λείπουν οι νέες προκλήσεις προσαρμογής. Κόντευε τα τρία ο μεσαίος και ο πρώτος ήταν πια «μεγάλο παιδί» όπως του έλεγε εκείνη όλο καμάρι και πήγαινε στο νηπιαγωγείο. Τα οικονομικά ήταν αρκετά στριμωγμένα και κάπου εκεί της ήρθε η ιδέα να αρχίσει κανένα ιδιαίτερο μάθημα. Ίσως αν άντεχε ο άντρας της να κρατήσει για λίγες ώρες τη βδομάδα τα παιδιά, να μπορούσε να βγάλει κάτι έξτρα και να συμπληρώσουν το μισθό και να καλύψουν καλύτερα τις ανάγκες τους.

Η επαφή με τα παιδιά της άρεσε. Απολάμβανε κάθε τους λεπτό. Το κατάλαβε από τότε που έκανε τα δικά της. Ρουφούσε κάθε σταγόνα νέας εμπειρίας, αφουγκραζόταν τα συναισθήματά τους, ένιωθε να είναι γίγαντας και μάγος ταυτόχρονα στα μάτια των παιδιών της. Έφτιαχνε το παραμύθι της και το προσάρμοζε στη ζωή. Όλη η φαινομενική ταλαιπωρία, ήταν γεμάτη από μικρές καθημερινές στιγμές οικογενειακής γαλήνης με τρία συν ένα ζευγάρια μάτια να την κοιτάζουν με λατρεία. Ένιωθε σα βασίλισσα των επιθυμιών σε ένα παραμύθι που γίνεται πραγματικότητα μέσα από τις καθημερινές δυσκολίες.
Με τη δουλειά της που ξεκίνησε δειλά και επιφυλακτικά, η επαφή με τα παιδιά του κόσμου, την ενθουσίασε. Οι δύο ώρες, έγιναν τέσσερις και σιγά – σιγά οι ώρες εργασίας μαζί με τις οικονομικές απολαβές της έγιναν εφάμιλλες ενός μισθού. Αν ήταν και λίγο τυχερή, κάποια χρονιά μπορεί και να δούλευε για λίγες ώρες σε κανένα σχολείο.

Έτσι πέρναγαν τα χρόνια, μεταξύ σπιτιού και οικογένειας και μαθημάτων. Μόνο καμιά φορά, σκεφτόταν εκείνο το «άριστα», τον όρκο και τα όνειρα για καριέρα που παρέμειναν στο συρτάρι οριστικά…

Η Μαρία συνήλθε από τις σκέψεις της με ένα κόμπο στο λαιμό. Ένιωθε ένα βάρος στο στήθος που προσπάθησε να το βγάλει με μια βαθιά ανάσα. Τι να κάνει; Τι να διαλέξει; Μια ζωή αφιερωμένη στην καριέρα ή προτεραιότητα στην οικογένεια; Θα μπορούσε άραγε να βρεθεί μια χρυσή τομή για να τα έχει και τα δύο; Είναι άραγε δυνατόν σε ένα νόμισμα να κοιτάς ταυτόχρονα και τις δύο όψεις; Είναι μόλις 22 ετών με ένα πτυχίο και αριστεία στα χέρια, με δυνάμεις και όρεξη για δουλειά και λατρεία για τον αγαπημένο της και την προοπτική της οικογένειας. Τι να κάνει; Πετάει το νόμισμα ψηλά…
Κορώνα ή Γράμματα;

Εσείς, τι θα κάνατε;