Έχεις νιώσει να διαλύονται τα σωθικά σου και να αδειάζεις σε μηδενικό χρόνο; Έχεις αισθανθεί το σώμα σου να τρέμει, το κεφάλι σου να γυρίζει, τα πόδια σου να κόβονται και την κοιλιά σου να πονάει; Έχεις περάσει έστω μια στιγμή που να είσαι σίγουρος πως αυτό είναι το τελευταίο σου λεπτό; Έχεις βυθιστεί στην απόλυτη απελπισία και τον απόλυτο φόβο; Εάν απάντησες ναι στα περισσότερα τότε κι εσύ όπως κι εγώ έχεις βιώσει την λεγόμενη “κρίση πανικού”.

19 χρονών σε μια φαινομενικά ήσυχη εποχή στην ζωή μου. Τσουπ. Άνοιξα την πόρτα στον εφιάλτη. Μπήκε μέσα μου και ρίζωσε σαν να ήταν η μεγαλύτερή μου αγάπη. Και ήταν. Όπως κι εσένα είναι. Αλλά δεν το ξέρεις.

Ξαφνικά, μέσα σε μια μέρα έθαψα την νιότη μου και χήρεψα από μένα.
Κάθε μέρα και χειρότερα. Νοσοκομεία, γιατροί… Θυμάμαι να κλαίω στην αγκαλιά της μαμάς μου και να της λέω “ας μου πει κάποιος πως έχω κάτι. Τουλάχιστον να πάρω φάρμακα”. Κλείστηκα στο σπίτι. Έμεινα μόνη και αβοήθητη. Γιατί εγώ ήμουν η βοήθειά μου και αρνιόμουν πεισματικά να μου την δώσω. Όλοι οι υπόλοιποι προσπαθούσαν, αλλά ήταν αδύνατο. Φοβόμουν να βγω έξω. Φοβόμουν τους ανθρώπους και τις συναναστροφές. Φοβόμουν να χαμογελάσω. Φοβόμουν ακόμα και να δώσω τέλος στην ζωή μου. Όλα τα φοβόμουν. Σταδιακά άρχισα να φοβάμαι και να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ο ψυχολόγος που άρχισα να πηγαίνω δεν με βοήθησε. Γιατί δεν τον άφησα να με βοηθήσει. Και επειδή σταμάτησα να πηγαίνω επειδή φοβόμουν να βγω έξω.

Με αυτόν τον σκύλαρο να κάθεται στο σώμα μου πορεύθηκα για έναν χρόνο. Ανίκανη να τον εκπαιδεύσω. Ανίκανη να τον σηκώσω. Έβλεπα το σώμα μου να παχαίνει και τα πόδια μου αδύναμα να με συγκρατήσουν. Αφέθηκα να με κατασπαράξει αμαχητί. Ο αγώνας που χάνεις είναι ο αγώνας που δεν δίνεις.

Οι κρίσεις πανικού κέρδιζαν έδαφος και η κατάθλιψη ήταν στο διάλειμμα τους. Ανακάλυψα πολύ αργότερα πως ανάμεσα σε άλλα ήταν ο τρόπος μου να πω “κοίτα με”. Είχα ανάγκη να τραβήξω την προσοχή. Να νιώσω αγάπη και αποδοχή. Ακόμα πιο μετά κατάλαβα ότι αυτό το κοίτα με/αγάπα με ήταν από εμένα προς εμένα.

Ένα βράδυ ήρθε στο σπίτι κάποιος και τον άκουσα να λέει για έναν φίλο του που ήρθε από το εξωτερικό και πήγαν σε μια ταβέρνα. Όχι κάτι απίστευτο. Μια ταβέρνα. Που για εμένα ήταν τουλάχιστον αυτοκτονικό να τολμήσω να το σκεφτώ. Κι όμως η σταματημένη μου καρδιά , άρχισε για μερικά δευτερόλεπτα να χτυπά. Ζήλεψα. Ήθελα κι εγώ. Αλλά δεν μπορούσα. Ήθελα όμως. Κι έτσι ξαφνικά όπως άνοιξα την πόρτα στον εφιάλτη μου, του την έσπασα στα μούτρα. Την επόμενη το πρωί σηκώθηκα. Ντύθηκα. Βάφτηκα. Πέταξα τα χάπια ροζ στον σκουπιδοντενεκέ. Και έφυγα. Έμεινα μισή ώρα στην σκάλα μπροστά από την πόρτα κάνοντας ασκήσεις θάρρους. Με αγκάλιασα. Με φίλησα. Με κανάκεψα. Με μάλωσα. Και βγήκα.

Γύρισα όλους τους δρόμους. Μπήκα σε μαγαζιά. Ρώτησα. Αστειεύτηκα με πωλήτριες. Υποκρίθηκα την “κανονική” μέχρι να γίνω κανονική. Ξαναμπήκα στο σπίτι το βράδυ, με τους γονείς μου να με περιμένουν πιο αγχωμένους από εμένα. Κι αυτοί υποκρινόμενοι τους φυσιολογικούς.

Επανέλαβα την ημέρα ξανά και ξανά μέχρι που οι κρίσεις μειώθηκαν. Ο σκύλαρος εκπαιδευόταν μέρα με την ημέρα και ως εκ θαύματος μίκραινε. Μου πήρε μήνες για να ξεχάσω την ύπαρξή του, έστω και για μερικά λεπτά. Έμαθα να αντιμετωπίζω την κάθε μέρα. Μια μια την φορά. Έμαθα επίσης να μην απογοητεύομαι αν μια μέρα δεν μου έβγαινε και σηκωνόμουν πριν καν πέσω. Έμαθα να με αγαπάω. Πολύ. Να με προστατεύω και να πιστέψω πως όλα τα μπορώ. Κι αν δεν μπορώ, έχω ανθρώπους που μπορούν. Γιατί έτσι είναι… Αν σε αγαπάς, μετά μπορείς να τους αγαπάς όλους. Και εάν σε εμπιστευτείς, μετά μπορείς να εμπιστευτείς και άλλους.

Οι κρίσεις πανικού χάθηκαν. Ο σκύλος έγινε κουτάβι τσέπης. Καμιά φορά σε ανύποπτο χρόνο με δαγκώνει. Όμως… Όμως δεν μπορεί πια να με ματώσει. Δεν έχει ούτε τον χώρο, ούτε την δύναμη. Μια κραυγούλα πόνου και μετά πίσω στην ζωή.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Η εποχή της κρίσης έγινε η αγαπημένη μου. Μου θυμίζει την δύναμη μου και την αδυναμία μου. Μου θυμίζει το “κοίτα με” και με κοιτώ. Μου θυμίζει τα 8χρονα μάτια που με βλέπουν κάθε μέρα , στο πως θέλω να με βλέπουν. Όχι σαν έναν υπερήρωα. Αλλά σαν κανονική. Με λίγο από όλα. Και κυρίως μου θυμίζει πως η μοναδική μάχη που είναι χαμένη από την αρχή, είναι εκείνη που δεν δίνουμε. Αγώνας η ζωή.

Αλλά σε αυτόν τον αγώνα επιλέγω να κερδίσω. Κι αφού μπορώ εγώ, σίγουρα μπορείς και εσύ που “με ένιωσες”…

Α.Β

Ta Bizoudakia tis Attartis