Πρόγραμμα ανταλλαγής μεταπτυχιακών φοιτητών, Ντουμπρόβνικ – Κροατία

Όπου σκας μύτη εσύ το άκυρο Ελληνάκι ξέρωγω, από τα βάθη της εξωτικής Κυψέλης, ιθαγενής πλατείας Κανάρη ,με τσαμπουκά και ύφος και all star και bag pack να κατακτήσεις τη δαλματική γη.

Προσαρμόζεσαι γρήγορα, παίζει αρκετός φοιτητόκοσμος από τα 4 σημεία του πλανήτη, αλλά δεν μασάς, κάνεις παρέα με πολλούς.

3η εβδομάδα παραμονής, κανονίζεται εκδρομούλα
Εννοείται είσαι μέσα
ΒΑΡΑΖΝΤΙΝ…. η παλιά πόλη, από τα πιο όμορφα μέρη να δει κανείς στην χώρα.

Προοπτική για να μείνετε 3ήμερο, έξοδα πληρωμένα – δωράκι από το πανεπιστήμιο με μόνη υποχρέωση να συμμετέχετε στο ετήσιο πολιτιστικό φεστιβάλ της πόλης και να προωθήσετε ως διεθνείς φοιτητές , το κύρος της σχολής μπλα μπλα μπλα.
Extra Bonus η δυνατότητα να παρακολουθήσεις το Spancir Fest απίστευτες συναυλίες από κορυφαίους διεθνείς μουσικούς.

Μια μέρα πριν αναχωρήσετε, σου σφυρίζουν πως πρέπει να πάρεις και καλά ρούχα μαζί, η παρουσίαση του προγράμματος της σχολής στην οποία πρέπει να παρευρεθείτε, το απαιτεί – και οκ, μην πας με σκισμένο τζιν κ βρώμικα all star, δε λέει…

Χώνεις μια μαύρη μακριά φούστα στην τσάντα, ένα λευκό μπλουζάκι τιραντάκι κι ένα μαύρο κοντό ζακετάκι μπολερό και εύχεσαι να μην βρωμάς πολύ έντονα κυψελίλα αναπνέοντας τον ίδιο αέρα με την αριστοκρατία που παίρνει ανάσες βορειοανατολικά της Αδριατικής…

Παπούτσια ;
Βγαίνεις μια βόλτα στα μαγαζιά, σκατά – όλα πανάκριβα και ούτε καν του γούστου σου. Απογοητευμένη μπαίνεις σε ένα πολυκατάστημα και σχεδόν στην τύχη αγοράζεις ένα ζευγάρι πέδιλα με μπαρέτα, και 8ποντο τακούνι. Ξέροντας πως και 8 πόντοι για σένα την άχρηστη είναι πολλοί, εύχεσαι να μην υπάρχουν κάμερες τριγύρω να καταγράψουν τις θεϊκές σου πτώσεις

Φτάνοντας στο Βαραζντιν, κοιτάς σα χαμένο.
Πόλη καρτ-ποστάλ, επιβλητική , μαγική

ΓΟΥ-Α-ΟΥ σκέφτεσαι «σίγουρα δεν περπατάω στη Δροσοπούλου αυτή τη στιγμή»

Η πρώτη μέρα κυλάει με βόλτες, γνωριμίες με φοιτητές από άλλα πανεπιστήμια και πολύ μουσική από την συναυλία. Είσαι το μόνο Ελληνάκι άλλα δεν τρέχει τίποτα, μια χαρά κολλάς με τα άλλα παιδιά ως συνήθως, κυρίως με τα παλαβά τα Ιταλάκια και τα all time classic πανηγύρια της Ευρώπης, τους Ιρλανδούς. Όλα καλά

(μέχρι στιγμής)

Η δεύτερη μέρα είναι η μέρα που πρέπει να φορέσετε τα καλά σας και να προωθήσετε το προ’ι’όν σας, ‘εδώ το καλό πανεπιστήμιο πάρε πάρε έέέέέλα πάρε πάρε’
οκ μικρό τίμημα για το γαμάτο τριήμερο που σας προσφέρεται.

Όλα εξελίσσονται ομαλά, η ενημέρωση των επισκεπτών τελείωσε και εσύ κατάφερες να ανταποκριθείς εξαιρετικά, ούτε μία φορά δεν έπεσες από τα 8ποντα, οπότε κάνεις κρυφό χάι5 στον εαυτό σου.

Ένας από τους καθηγητές του πανεπιστημίου, ο υπεύθυνος του τμήματος σου συγκεκριμένα, προτείνει στην ομάδα σου να πάτε όλοι μαζί για φαγητό και αναλαμβάνει να σας οδηγήσει στο Petkovic, σε ένα κάστρο γοτθικού ρυθμού που λειτουργεί και ως χώρος αναψυχής, 20 λεπτά απόσταση από την πόλη.

Το ταξί σας αφήνει στην πύλη του κάστρου. ΟΚ βαρύ κτίριο. Μουντό. Φτιαγμένο από πέτρα και σίδερο. Αντιπροσωπευτικό του καιρού του, μαντεύεις κάπου στον 17ο αιώνα. Δεν φαίνεται να καλοδέχεται επισκέπτες το κάστρο, δεν μοιάζει φιλικό προς τους τουρίστες. Εκπλήσσεσαι που ο καθηγητής διαβεβαιώνει πως το φαγητό στο εστιατόριο του ισογείου είναι καταπληκτικό, βασικά κυρίως εκπλήσσεσαι που υπάρχει εστιατόριο, πιο πιθανό θα σου φαινόταν αν σου έλεγαν πως εδώ υπάρχει δράκος που τρώει κακά Ελληνάκια.

Με το που πάτησες το πόδι σου μέσα στο κτίριο, το δάγκωσες!
25 βαθμοί έξω, λιγότερο απο 15 ένιωσες καθώς περπατούσες στον προθάλαμο που οδηγεί σε μία από τις αίθουσες του ισογείου. Σαν μοναστήρι ήταν εκεί. Οκ ίσως και σαν φυλακή. Δεν έχεις μπει ποτέ (ακόμα) σε μεσαιωνική φυλακή, αλλά δεν φαντάζεσαι πως ένα ευρύχωρο μπουντρούμι θα διέφερε πολύ από τούτες εδώ τις αίθουσες.

Οι υπόλοιποι της παρέας βέβαια, εκστασιασμένοι! «ω τι υπέροχο κάστρο, πόσο γραφικό, τι σπουδαία πολιτισμική κληρονομιά και εξσκουιζιτ και μαγκνιφισεντ» και τέτοια …

«Ελάτε να δείτε Παρθενώνα ρε ΙΝΔΙΚΑ ΧΟΙΡΙΔΙΑ , και μιλάτε μετά για πολιτισμική κληρονομιά!! ούγκανα της μεσοευρώπης!!!! » – θες να βροντοφωνάξεις, ξεχειλίζοντας εθνική υπερηφάνεια, έτσι στο άκυρο και χωρίς κανένα λογο, λες και σου υποτίμησε κανεις τον Παρθενώνα σου -αλλά έτσι είναι ο Έλληνας, πάντα όταν πεινάει κάποιος του φταίει, εν προκειμένω ο κόσμος που θαύμαζε (και όχι άδικα) το μεσαιωνικό κροατικό κάστρο!

Δέκα – δώδεκα τραπέζια το πολύ, σε μία κλειστοφοβική αίθουσα στα δεξιά της κεντρικής αίθουσας του ισογείου, κατεβαίνοντας λίγα σκαλιά -ας πούμε ημι-υπόγειο.

Ειλικρινά σε ξεπερνάει πως γι αυτό εδώ το μικρό εστιατόριο, γίνεται πανικός όπως μαθαίνεις και κόσμος προσπαθεί για εβδομάδες να κλείσει τραπέζι ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΚΡΟΑΤΕΣ. Σας βάζουν να καθίσετε πάνω σε κάτι άβολες σιδερένιες στενές καρέκλες , τα κωλομέρια υποφέρουν κ το υπερήφανο ελληνικό ξιγκάκι στα μπουτάκια σου δεν το εκτιμάει καθόλου!!

Δεν ξέρεις την τύφλα σου από κροατικά και σιγά μην μετέφραζαν το μενού στα αγγλικά τα σοβινιστικά καθίκια, οπότε κάνεις την πείνα σου φιλότιμο και πέφτεις στην ανάγκη του Γερμανού συμφοιτητή σου, που κάθεται δίπλα σου και υποστηρίζει πως κάτι ψιλοσκαμπάζει από τη γλώσσα και θέλοντας να σου πουλήσει μούρη μπας και του κάτσεις , αναλαμβάνει να παραγγείλει και για τους δυό σας, απλώνοντας ταυτόχρονα τη χερούκλα του στους ώμους σου , «ώπαααα ώπαααα φιλαράκι θα στο ξεράνω» σκέφτεσαι και του χαμογελάς γλυκά ενώ τινάζεις με θηλυκότητα το κορμί σου για να πέσει το χέρι του, σαν τον τικ του Μητσοτάκη στο πιο θρας μέταλ όμως…

Έρχεται το φαγητό, ο Άλμπερτ έχει παραγγείλει ΖΑΡΚΑΔΙ τελικά, «γιααααααα γιααααααααααα ιστ γκουυυυυντ ντιρρρ για!!!!!!» λέει όλο περηφάνια για το καραμελωμένο πτώμα μπροστά του, του εξηγείς σε άπταιστα αγγλικά «ΦΙΛΕ, ΔΕ ΓΑΜΑΣ ΕΤΣΙ»
Όλοι στο τραπέζι έχουν παραγγείλει κάτι αντίστοιχο, ζαρκάδια, ελάφια, βίσονες, – κανάς μονόκερος λείπει, κανάς βίκινγκ και η θεια σου που ο άντρας της φασώθηκε με την au pair μόνο αυτά τα είδη με κέρατα δεν σερβιρίστηκαν.

Ούτε μια πατατούλα ρε φίλε!!!! Ούτε λίγο ψωμάκι!! Μόνο πτώματα, και οκ δεν σε λες και βίγκαν, έχεις θυσιάσει στον Οντίν άπειρα πιτόγυρα, αυτό όμως ξεπερνάει τα όρια σου, Bambi δεν έφαγες και δεν πρόκειται να φας ποτέ στη ζωή σου, ΤΕΛΟΣ και πολλά είπαμε.

Κλείνεις μάτια και κατεβάζεις καντήλια σιωπηλά. Και κρυώνεις. Και θα μείνεις νηστική. Και ο Άλμπερτ έχει γίνει στενός κορσές.

ΚΑΙ ΚΑΤΟΥΡΙΕΣΑΙ

Πρόμπλεμ είναι αυτό τώρα. Για τους εξής λόγους, πρώτον το φαι μεν δεν τρώγεται, το κρασί δε, πίνεται μια χαρά… Είσαι στο 3ο ποτήρι και όντας θεονήστικη όλη μέρα, ένα ώπα έχεις αρχίσει να το νιώθεις. Δεύτερον, η φήμη σου περί κακού προσανατολισμού ξεπερνάει τα στενά όρια του μικρού μας γαλαξία.

Όμως ΠΡΕΠΕΙ να πας… like, ΠΡΕΠΕΙ ΟΜΩΣ!! Αν σου πατήσει κανείς την κοιλιά , θα αρχίσει να αναβλύζει δαλματικός οίνος απ τα αυτιά σου, εκεί έχει φτάσει η φούσκα σου, το 94% του σώματος σου είναι αυτή τη στιγμή τσίσα.

Σηκώνεσαι με χάρη, παρασύροντας το τραπεζομάντιλο ασφαλώς, στον αέρα πιάνει ο Άλμπερτ το ζαρκάδι του, νταξ τυχερός είσαι σκέφτεσαι, δεν θα πηδήξεις που δεν θα πηδήξεις απόψε, μη μείνεις και νηστικός… «Γουερ γιου γκόινγκ μπειμπί» ρωτάει με οξφορδιανή προφορά νταουντάουν Ντίσελντορφ , «τσιςς» του απαντάς εσύ ΕΛΑ ΡΕ ΚΥΨΕΛΑΡΑΑΑΑΑ, μονολογείς, γελάς και μόνη σου, αποθέωση!

Βγαίνεις από την αίθουσα του φαγητού και περιπλανιέσαι στο χώρο. Σου’χει φύγει η μαγκιά, αλήθεια κατουριέσαι πολύ, ρώτησες που είναι η τουαλέτα αλλά παρά τις οδηγίες εσύ κάνεις κύκλους στο ισόγειο του κάστρου. Αποφασίζεις να απομακρυνθείς λίγο, κάπου εδώ θα είναι , δεν μπορεί. Κάπου στρίβεις, κάτι σκαλάκια ανεβαίνεις, εν τέλει βρίσκεις πόρτα με πινακίδα WC λίγο πριν ραντίσεις με τιμημένα ελληνικά ούρα, το παγκοσμίου φήμης κροατικό γοτθικό μνημείο και σε απελάσουν μετά βα’ι’ων και κλάδων, ούτε βρακί δε θα προλάβαινες ν αλλάξεις πριν σου σφραγίσουν το διαβατήριο, περσόνα νον γκράτα με θρασύτατη ουροδόχο κύστη.

Κατουράς, ξαλαφρώνεις, ρίχνεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου, τσεκάρεις λίγο το μαλλί. Όλα οκ.

Κοιτάς με κενό βλέμμα γύρω σου. Τοίχοι, πόρτες, στροφές, σκαλάκια, σκάλες.
Το κενό σύνολο.
Δεν αναγνωρίζεις τίποτα
Πως θα επιστρέψεις;

Παίρνεις βαθιά ανάσα, κλείνεις λίγο τα μάτια και προσπαθείς λίγο να συγκεντρωθείς.
Αρχίζεις να περπατάς στο μισοσκόταδο, ίσως έστριψες εδώ και μετά κατέβηκες αυτά εδώ τα 5 σκαλοπάτια. Και μετά προχώρησες εδώ και ξαναέστριψες εδώ.

Ναι. ΌΧΙ

Έχεις χαθεί απίστευτα.

Πάνω κάτω σκάλες, δεξιά αριστερά διάδρομοι και τοίχοι…
Δεν έχεις πάρει την τσάντα σου μαζί, οπότε δεν έχεις και κινητό να ειδοποιήσεις πως χάθηκες, οκ ας γινόσουν ρεζίλι ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΒΓΕΙΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ δεν είναι καν αστείο πια.

Τα πόδια σου πονάνε, τα τακούνια σε έχουν πεθάνει, ένα κλικ είσαι από το να αρχίσεις να φωνάζεις βοήθεια.

Στρίβεις για ακόμα μία φορά σε έναν σκοτεινό διάδρομο ΘΕΕ ΜΟΥ ΚΑΝΩ ΚΥΚΛΟΥΣ σκέφτεσαι, όταν ξαφνικά βλέπεις μια πόρτα με μία επιγραφή στα κροατικά και από κάτω αγγλικά PERSONNEL ONLY.
Η πόρτα είναι μισάνοιχτη και σαν να ακούς κάτι, δεν έχεις άλλη επιλογή, ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις

Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα. Σκόνη παντού, εργαλεία. Στο κέντρο της αίθουσας ένα κυκλικό μωσα’ι’κό, πέτρες, γρανίτες και υπολογιστές, εκτυπωτές, χαρτιά και… κάποιος!
Ένας άντρας στέκεται σκυμμένος, κρατώντας κάτι σχέδια, μελετώντας τα χαρτιά του στο πάτωμα.

Δεν σε έχει δει. Προχωράς προς το μέρος του «excuse me, sir…… excuse me!!»

Σηκώνει το κεφάλι του.
Το πρώτο που παρατηρείς είναι τα μαλλιά.
Πολλά.
Καστανοκόκκινα!!!
Πολύ μαλλί, σπαστό και WOW πραγματικά κόκκινο!!
Ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου πάνω στο κεφάλι συγκρατούν τις κόκκινες μπούκλες από το να πέσουν στα μάτια, τα οποία είναι το δεύτερο πράγμα που παρατηρείς σχεδόν αμέσως
Βασικά , πιο συγκεκριμένα ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

ο θάνατος ο ίδιος!

ξεκίνησε από έκπληξη στο άκουσμα της φωνής σου, για να εξελιχθεί μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου σε οργή

Έχεις κάνει καμιά 10ριά βήματα προς την κατεύθυνση του, όταν τον βλέπεις να πετάει τα χαρτιά που κρατάει και να ορμάει προς το μέρος σου συνοφρυωμένος, σφίγγοντας τις γροθιές του ξερνώντας λέξεις στα κροατικά

‘τη γαμήσαμε΄ σκέφτεσαι

και έχεις δίκιο

Ο τύπος σε πιάνει από το μπράτσο και σε τραβάει έξω, σε σέρνει σχεδόν

«hey HEEEEEEEEEEEY WHAT THE FUUUUUUCK ,MISTER!!!!!!!!!!!!!!!!!» φωνάζεις προσπαθώντας να απαγκιστρωθείς

Άδικα παλεύεις, ο άντρας συνεχίζοντας να μιλάει κροατικά , εμφανώς έξαλλος συνεχίζει να σε παρασύρει προς άγνωστη κατεύθυνση.
Κάπου εκεί ο πανικός σου χτυπάει τιλτ και αρχίζεις να αντιστέκεσαι χτυπώντας τον προσπαθώντας να ελευθερώσεις το χέρι σου φωνάζοντας βοήθεια στα αγγλικά.
Δεν καταφέρνεις πολλά, ο τύπος είναι πολύ δυνατός, όμως τουλάχιστον σταματάει να σε σέρνει, όχι όμως και να χαλαρώνει το σφίξιμο στο χέρι σου.
-ΗOW DARED YOU , how dared you walk into my floor in these shoes , in these high pointed heels! Do you not know what you ‘ve done, Have you not read the sign???? σε ρωτάει έξαλλος, απευθυνόμενος πρώτη φορά σε σένα στα αγγλικά

«ποιο sign άνθρωπε μου, δε ξέρω κροατικά, άσε με!!!!!ΑΦΗΣΕ ΜΕ!!!!!!!»απαντάς στα αγγλικά και συ και τραβάς δυνατά το χέρι σου «χάθηκα, εντάξει?? ήμουν στο κωλοεστιατόριο και βγήκα για να πάω τουαλέτα και χάθηκα, τι δεν καταλαβαίνεις, μπήκα στην κωλοαίθουσα σου και πάτησα το κωλοπάτωμα σου για να σου ζητήσω να με βοηθήσεις να βγω από αυτό το κωλοκάστρο ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ»

κλαις

Τον κοιτάς μέσα από σταγόνες δακρύων οργής περισσότερο και λιγότερο φόβου.
Τον παρατηρείς ρουφώντας τις μύξες σου
Κόκκινες τούφες, καστανοκόκκινα κοντά γένια, ίσια μύτη, πολύ ανοιχτά γαλάζια μάτια και ψηλά ζυγωματικά.
«τι είναι αυτός εδώ ρε» σκέφτεσαι
ιδιαίτερη μούρη

στόμα, χρώμα ματιών, μαλλιά μικρού παιδιού
βλέμμα ύφος ζυγωματικά καταραμένου δαίμονα

σκέφτηκες προς στιγμήν τον φόβο των Τούρκων, αιώνες τώρα για τους Κροάτες πολεμιστές, τους οποίους δεν κατάφεραν ποτέ να νικήσουν σε καμία μάχη και την παροιμία των Γερμανών «»God save us from plague, hunger, wars and croatian warriors»

δεν ξέρεις τι σκεφτόταν εκείνος αλλά εξακολουθούσε να είναι σφιγμένος.

«τα παπούτσια σου, τα τακούνια! καταστρέφουν το πάτωμα, έχει πινακίδες δεν τις είδες, εδώ είναι ιστορικός χώρος και το μωσαϊκό που πάτησες και χάραξες με τα παπούτσια σου, είναι 400 ετών, εδώ είναι εργοτάξιο καταλαβαίνεις τι έκανες!!!» η φωνή του συνεχίζει να είναι γεμάτη θυμό αλλά τουλάχιστον δεν φωνάζει πια. Τα αγγλικά του, με ελαφριά κροατική προφορά «μύριζαν» Λονδίνο.
Ο ίδιος μύριζε Bvlgari Black , από προσανατολισμό πας σκατά αλλά από όσφρηση σκίζεις, συγνώμη κι όλας…..

«απλά ήθελα να κάνω τσίσα» ψελλίζεις καταπίνοντας μύξες

«οκ» σε κοιτάει μέσα από πυκνές βλεφαρίδες, μισοκλείνοντας τα μάτια.
«πάμε» λέει και σου σπρώχνει λίγο τον ώμο κάνοντας νόημα με το κεφάλι του να προχωρήσεις. «this way»
περπατάει δίπλα σου αφήνοντας σου προβάδισμα λίγα εκατοστά, κάθε φορά που είναι να στρίψετε σε ακουμπάει στην πλάτη «this way»

4 this way μετά, αρχίζεις να αναγνωρίζεις τον προθάλαμο του εστιατορίου.
Εντωμεταξύ έχουν αρχίσει να ανησυχούν για σένα, και συναντάς την ομάδα σου εκεί να είναι έτοιμη να ξεκινήσουν να σε ψάχνουν. Μαζί και ο υπεύθυνος του εστιατορίου, ο οποίος έρχεται προς το μέρος σας
«Luka, you found the girl!» αναφωνεί και κάνει τις συστάσεις

και όταν λέμε κάνει τις συστάσεις εννοούμε συστήνει τον αντίχριστο, στον καθηγητή σου, εσένα ούτε που να σε φτύσει ο ταβερνιάρης

-από δω ο Luka Verdan ο πολιτικός μηχανικός μας, μέλος της ομάδας που συνεργάζεται με το υπουργείο πολιτισμού και κάνει αναπαλαίωση στο κάστρο μας

ο καθηγητής τείνει το χέρι του και κατά την χειραψία οι 3 άντρες μιλάνε κροατικά, όσο οι συμφοιτητές σου προσπαθούν να καταλάβουν τι συνέβη με σένα και για ποιό λόγο φαίνεσαι τόσο ταραγμένη

«λοιπόν, καταλαβαίνετε πως είναι πολύ δύσκολο να κάνω την δουλειά μου, όσο αδαείς τουρίστες καταπατούν χώρους στους οποίους η πρόσβαση απαγορεύεται καταστρέφοντας μήνες δουλειάς, δημιουργώντας ζημιές» ακούστηκε να λέει στα αγγλικά ο κοκκινοδαίμονας κοιτώντας προς το μέρος σου

‘αααααα το πουστράκι!!!!!!!!με έδωσε’ σκέφτεσαι και αρχίζεις να παίρνεις ανάποδες
«σας είπα κύριε, ΧΑΘΗΚΑ… δεν το έκανα επίτηδες, δεν πρόσεξα την πινακίδα, άλλωστε το κάστρο σας δεν είναι τόσο user friendly, θα έπρεπε να είχατε προβλέψει πως κόσμος θα χανόταν μέσα σε τόσους διαδρόμους αλλά σας νοιάζουν μόνο τα λεφτά από τους αδαείς τουρίστες , για να χρυσοπληρώνουν τα κωλοφαγητά σας με τα καημένα τα ελαφάκια είναι καλοί ε? »

«you are pushing this too far» απάντησε ο Luka και κάπου εκεί απασφάλισες.

«AM I pushing this too far ρε?????? ΕΓΩ????? ΠΟΥ ΟΡΜΗΞΕΣ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙΡΕΙΣ, ΠΟΥ ΜΕ ΤΣΟΥΒΑΛΙΑΣΕΣ ΣΑΝ ΝΑ ΗΜΟΥΝ ΚΟΜΜΑΤΙ ΚΡΕΑΣ???»

‘αρκετά αρκετά’ είπε ο καθηγητής σας διαισθανόμενος επερχόμενη ελληνοκροατική σύρραξη, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά

«NO IT’S NOT ENOUGH, IT’S NOT EVEN CLOSE TO BE ENOUGH he THAT MAN THERE, he pushed me and he shoved me and….»

«EΠΡΕΠΕ ΝΑ ΣΕ ΠΕΤΑΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΚΛΩΤΣΙΕΣ, ΓΙΑ ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟ , ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΟΠΕΛΑ ΜΟΥ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΕ ΜΝΗΜΕΙΟ ΜΕ ΤΑ ΨΗΛΑ ΤΑΚΟΥΝΙΑ ΣΟΥ ΤΙ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ, CLUB? AH.. THOSE FOREIGN TOURISTS , THOSE FUCKING TOURISTS…»

‘ΛΥΣΣΑΞΕΣ ΜΕ ΤΑ ΤΑΚΟΥΝΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΛΥΣΣΑΞΕΙΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕ!!!, ΑΣΤΑ ΔΙΑΛΑ ΠΙΑ!!!’ φωνάζεις στα ελληνικά , απηυδισμένη και σκύβεις , λύνεις τα λουράκια , τα βγάζεις και ΦΡΑΑΑΑΑΠ του τα πετάς στα μούτρα….. «YOU ARE THE BARBARIANS, I AM GREEK, I KNOW ALL ABOUT HOSPITALITY, WE GREEKS TREASURE HOSPITALITY ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΕ, WE TREAT TOURISTS WITH RESPECT, ΜΠΑΣΤΟΥΝΟΒΛΑΧΕ ΠΟΥ ΘΑ ΜΕ ΠΕΙΣ ΕΜΕΝΑ FUCKING TOURIST ΠΟΥ ΠΑΤΗΣΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑΤΑΚΙ ΣΟΥ, ΒΛΑΜΜΕΝΕ»

Κάνεις μεταβολή και αρχίζεις να τρέχεις προς την έξοδο…Ξυπόλυτη κατεβαίνεις τα σκαλιά δύο δύο, εντάξει αφού δεν έπαθες εγκεφαλικό αυτή τη στιγμή δεν θα πάθεις ποτέ.

Έξω έχει αρχίσει και ψιχαλίζει. Νιώθεις το χώμα στα πόδια σου αλλά η αίσθηση είναι ευχάριστη.

Απλά, να φύγεις από εδώ.

Μπροστά εσύ, να περπατάς – να τρέχεις σχεδόν και πίσω σου ο Άλμπερτ – με την τσάντα σου, προσπαθώντας να σε προλάβει….
Δεν άργησε να σε φτάσει «τι έπαθες μπεμπέ – δεν φοράς παπούτσια, τα πόδια σου θα πονέσουν, μα τι έπαθες!!!!!!»
-άσε με και συ ρε Άλμπι να χαρείς άσε με!!!Μη μου μιλάς!!!!!

Συνέχισες να προχωράς προς τον κεντρικό δρόμο, ήσουν ακόμα μακριά, ακόμα περπατούσες στο μονοπάτι του κάστρου.

Συνέχιζε να ψιλοβρέχει, τα πόδια σου γλιστρούσαν και κάνα δυο φορές κόντεψες να σκάσεις κάτω, ε ναι αυτό έλειπε άλλωστε από την πληγωμένη σου περηφάνια, να κυλιστείς σα γουρούνι μέσα στις λάσπες.
Ο Άλμπερτ κάποια στιγμή πήγε να σε πάρει στα χέρια, «ΟΥΤΕ ΝΑ ΤΟ ΣΚΕΦΤΕΙΣ ΦΙΛΕ, ΟΥΤΕ ΝΑ ΤΟ ΣΚΕΦΤΕΙΣ ΟΜΩΣ» γρύλισες και ο κακομοίρης μαζεύτηκε και περιορίστηκε να σε ακολουθεί σιωπηλά.

Πόσο μακριά ακόμα Θεέ μου, σκεφτόσουν, τα πόδια σου άρχισαν να πονάνε πολύ , το έδαφος τραχύ και συ , η πριγκίπισσα των all star υπέφερες! Ξυπόλυτη περπατούσες μόνο στο παρκέ του σαλονιού σου… αχ το σαλόνι σου….. χιλιάδες αστρικά μίλια μακριά από τα δαλματικά χώματα που σου πλήγωναν τώρα τις πατούσες….

Εσύ, ο Άλμπερτ , ένας γρύλος και λογικά με την καλή σου τύχη παντοτινό σύμμαχο στα βήματα σου, σε λίγο θα σας έκανε παρέα και κάνα λυκάκι, έτσι για να γουστάρετε μέσα στη βροχή, λίγο πριν νυχτώσει..

Ακουμπάς σ ένα δέντρο, απελπισμένη.

» Άκου πρέπει να γυρίσω πίσω να πω στους άλλους να φέρουν ένα αυτοκίνητο να σε πάρουν, δεν βλέπω να υπάρχει άλλος τρόπος, εντάξει μπεμπέ?» προτείνει ο δόλιος ο Άλμπι, ήρεμα χαμογελώντας

Ηττημένη, του γνέφεις καταφατικά.
Πω πω ξεφτίλα…..

Έμεινες να κοιτάς τον Αλμπερτ που κατευθυνόταν προς το κάστρο. Ξανακοίταξες τον δρόμο, είχες ακόμα ελπίδα μήπως εμφανιζόταν κανένα ταξί.

Ακούστηκε ήχος
Δεν χάρηκες, σιγά μην ήταν ταξί… Ήταν ήχος μηχανής, κάποιος ερχόταν από τον δρόμο που κατέβαινε περιφερειακά από το κάστρο, προφανώς κάποιος που είχε πάει για φαγητό στο εστιατόριο.
Μισόκλεισες τα μάτια και ευχήθηκες να μη σου δώσουν σημασία οι επιβαίνοντες στη μηχανή, τι θα σκεφτόντουσαν άραγε για σένα, μόνη, βρεγμένη, ξυπόλυτη καθισμένη σε μια πέτρα στη μέση του πουθενά

Γύρισες το κεφάλι προς τα πίσω, μην δώσεις στόχο και ευχήθηκες να προσπεράσουν.

Η μηχανή πια, ήταν πολύ κοντά, σε λίγο θα είχε περάσει.

Ακριβώς μπροστά σου, ο ήχος της μηχανής σταμάτησε. Ο αναβάτης την έσβησε.
Γύρισες το κεφάλι και κοίταξες.

Μέσα στο μισοσκόταδο, δεν φαινόντουσαν πια κόκκινα τα μαλλιά, ούτε διακρίνονταν εύκολα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά.
Μόνο τα μάτια. Υπερβολικά ανοιχτά, εξωπραγματικά κρύα, απόκοσμα γαλάζια.

Πλησίασε και ανακάθισε απέναντι σου. Τα μαλλιά του νωπά πια από το ψιλόβροχο, έμοιαζαν σκούρα

Δεν φαινόταν θυμωμένος, φανταζόσουν πως μετά τα παπούτσια που έφαγε στη μούρη, θα σε έψαχνε να σε ανασκολοπίσει, το λιγότερο, και μετά να κρεμάσει το κουφάρι σου στο πιο ψηλό σημείο του κάστρου για παραδειγματισμό, τύπου «THOU SHALT NOT WEAR HIGH HEELS HENCEFORTH, ENTERING THESE SACRED GROUNDS»

Δεν φαινόταν θυμωμένος

Σε κοιτούσε όπως κοιτάζει κάποιος ένα παράξενο αντικείμενο, σε περιεργαζόταν.

Το ίδιο έκανες και συ.

Πήρε στα χέρια του το πόδι σου.
Το ακούμπησε στο γόνατο του όπως καθόταν χαμηλωμένος.
Έτρεξε τα δάχτυλα του στο πέλμα «γουαααααααα……τ γουοοοοοοοο ου, γουααααατ αρ γιου ντ ντ γουααααααα γιου ντ ντ ουιν δεαρ» προσπαθείς να πεις με κάτι λέξεις που μοιάζουν με αγγλικά

Δεν απαντάει
Με τα δάχτυλα καθαρίζει φύλλα που έχουν κολλήσει με λάσπες κάτω από τα πόδια σου.
Έχει αδειάσει το στομάχι σου, έχει ανέβει στους πνεύμονες WHAAAAT THE FFFFUCKING FUUUUCK IS THAAAAAT
Κάθε φορά που τα δάχτυλα του αγγίζουν τα πέλματα σου, νιώθεις καρφίτσες στην σπονδυλική στήλη.
Καθαρίζει κάθε χιλιοστό, με επιμέλεια. Με δείχτη και αντίχειρα βγάζει σκουπιδάκια, με μέσο και παράμεσο στεγνώνει λάσπες.
Το ένα του χέρι κρατάει σφιχτά το πόδι σου από τον αστράγαλο για να μην γλιστρήσει από το γόνατο του, με το άλλο καθαρίζει το πέλμα
Πρώτα το ένα πόδι , μετά το άλλο

Όταν πια και τα δύο σου πόδια είναι καθαρά, τον ακούς να λέει

«Έλα μαζί μου Ελληνάκι»

Ακολουθείς.

Η ρεφλεξολογία είναι μια μέθοδος εναλλακτικής ιατρικής που στηρίζεται στην εφαρμογή ειδικών πιέσεων και μαλάξεων στο πέλμα και την ράχη των ποδιών. Επειδή στο πέλμα υπάρχουν 7.200 νευρικές απολήξεις, αυτές οι εξειδικευμένες πιέσεις προκαλούν ένα «αντανακλαστικό» ερέθισμα σε καθένα σημείο και όργανο του σώματος ξεχωριστά, με αποτέλεσμα την διέγερση του νευρικού και του αμυντικού συστήματος του οργανισμού (πηγή wikipedia)

7.200 νευρικές απολήξεις.
Ποια νευρική απόληξη άραγε, ήταν υπεύθυνη για το ότι ξαφνικά το μυαλό σου μούδιασε και δεν τον κλώτσησες , δεν το σιχτίρισες, δεν του έριξες μπουνίδι να του μαυρίσεις και τα 2 μάτια έτσι για να δεις επιτέλους λίγο χρώμα στο σχεδόν διάφανο γαλάζιο του.

Ποιό κουμπί σου πάτησε, και απενεργοποίησε όλες τις λειτουργίες σου εκτός από το function:OBEY

Aυτά είναι κόλπα ζόρικα που κάνουν στο Ντουμπρόβνικ, το λέει και το τραγούδι!

«Έλα μαζί μου» σου είπε και σε πήρε από το χέρι, εντελώς περιττή χειρονομία, θα πήγαινες ούτως ή άλλως, ΡΕΦΛΕΞΟΛΟΓΙΑ φίλε, τι λέμε τόση ώρα…

Ανέβηκες στη μηχανή του, και με την άκρη του ματιού σου είδες το ταξί με τον Άλμπερτ, τον καθηγητή σου και κάνα δυο ακόμα συμφοιτητές να στρίβουν στο δρόμο , προφανώς για να έρθουν να σε πάρουν.
Τους κούνησες το χέρι, καθώς ο Luka έβαζε μπροστά τη μηχανή, δευτερόλεπτα πριν εξαφανιστείτε από το οπτικό τους πεδίο.

Ωραία, είσαι λοιπόν στη μηχανή ενός παντελώς άγνωστου άνδρα, που μία ώρα πριν σου επιτέθηκε
και με τον οποίον λίγο έλειψε να πιαστείτε στα χέρια. Ενός άνδρας που σε πρόσβαλε, και του πέταξες τα παπούτσια σου. Ενός άνδρα που μύριζε υπέροχα, που σου άγγιξε τα πόδια και σου ανατίναξε τις αισθήσεις, ενός άνδρα που το σώμα του αγκάλιαζες σφιχτά τώρα, όσο εκείνος πάταγε γκάζι και σε πήγαινε ο θεός ξέρει που…

ΚΑΛΗ ΦΑΣΗ!!!!

Πήρες βαθιά ανάσα, αν υπάρχει, αν υπήρξε ποτέ YOLO, είναι ΑΥΤΟ.

20 περίπου λεπτά αργότερα, μετά από μία μαγική διαδρομή που αναγνώριζες πως ήταν ο περιφερειακός δρόμος πίσω από το δάσος, στο δρόμο για Varazdin φτάσατε σε έναν μικρό οικισμό.
Ήταν νύχτα πια.

Σε βοήθησε να κατέβεις ‘come with me» είπε και σε έσπρωξε απαλά χαμηλά στη μέση
Ό,τι τι; δεν θα ακολουθούσες , ξερωγω? *είναι τρελοί αυτοί οι Κροάτες!!!

Μπήκατε σε ένα μικρό μαγαζί, έμοιαζε με παμπ, ζεστό, φτιαγμένο από ξύλο. Κόντεψες να λιποθυμήσεις από τις μυρωδιές..

Σου έκανε νόημα να καθίσεις
«Πεινάς» είπε , πήγες να απαντήσεις όταν συνειδητοποίησες πως δεν ήταν ερώτηση.

Παράγγειλε στην σερβιτόρα στα κροατικά , ευχήθηκες να μην είναι πάλι κάνα τρομακτικό πιάτο, αν και για ένα περίεργο λόγο πίστευες πως και καγκουρό να σου έδινε να φας, θα το τσάκιζες εκείνη τη στιγμή…

Δεν ήταν καγκουρό, ήταν ένα καλοψημένο μπιφτεκάκι, με τραγανές πατατούλες ναι υπάρχει θεός τελικά.

-You have insulted me, είπε αυστηρά και σε κάρφωσε στα μάτια, παραλίγο να σου κάτσει το μπιφτέκι στον οισοφάγο.
Προσπάθησες να καταπιείς για να μιλήσεις αλλά σε πρόλαβε και πάλι

-Δεν είμαστε βάρβαροι, σεβόμαστε τους ξένους. Το κάστρο είναι ανοιχτό σε επισκέπτες και δουλειά μου είναι , τόσο να το διατηρώ σε καλή κατάσταση όσο και να το κάνω ασφαλές για τον κόσμο που έρχεται. Εκεί που μπήκες, δεν ήταν ασφαλές.
-Απλά ήθελα… εγώ μόνο που.. δεν σκέφτηκα , βασικά χάθηκα οκ; χάνομαι συνέχεια οκ; και μετά φοβήθηκα και μετά εσύ φώναζες και μετά πονούσαν τα πόδια μου και μετά είπες ότι θα με πετάξεις έξω και μετά και μετά…
ήπιες μια γουλιά κρασί και μπουκώθηκες πάλι πατάτες με μπιφτέκι , νταξ πεινούσες πολύ

Γέλασε

Ωραίο γέλιο. Ωραία δόντια. Ωραίο στόμα. Ωραία χείλια,
Σου έπεσαν οι πατάτες, δάγκωσες σκέτο το πιρούνι, ξεκαρδίστηκε.

οκ , μοιραία γκόμενα δε σε λες, αλλά για καραγκιόζης άνετα περνάς την οντισιόν

Συνέχισε να σε κοιτάει και να σου μιλάει για τη δουλειά του και το κάστρο , πόση ώρα μείνατε εκεί; πόση ώρα σου μιλούσε; πόση ώρα κάνει να περάσει η αίσθηση από τις βελόνες στη σπονδυλική σου στήλη, από την ώρα που σου καθάρισε τα πόδια;

Ένιωσες τα μάτια σου βαριά, έκανες να πάρεις ξανά το ποτήρι με το κρασί. Σε σταμάτησε, σου πήρε το ποτήρι από το χέρι.

-Enough

ινάφ, ότι πεις εσύ αρχηγέ, σκέφτηκες

Φώναξε την σερβιτόρα και πλήρωσε, σου έκανε νόημα να σηκωθείς.

Τον ακολούθησες ξανά, για άλλη μια φορά ξυπόλυτο γυφτάκι

Σου φόρεσε το μπουφάν του (εννοείται ότι ρούφηξες με όλη σου τη δύναμη τη μυρωδιά του ρούχου, βεντουζάρησες τα ρουθούνια σου και τράβαγες μυτιές σαν να μην υπάρχει αύριο!) και ξεκινήσατε.

Αναγνώρισες το κάστρο, μετά από λίγη ώρα. Γυρνούσατε εκεί. Τι θα έκανες εκεί εσύ όμως, οι δικοί σου είχαν σίγουρα φύγει, άλλωστε τέτοια ώρα όλοι οι ιστορικοί χώροι ήταν κλειστοί.

Τον ακολούθησες, μπήκατε από μία πύλη που δεν είχες δει πριν. Προσπεράσατε το ισόγειο και σε πήρε από το χέρι ξανά «I want to show you something»
Ανεβήκατε σκάλες, και μέσα από σκοτεινούς διαδρόμους βρεθήκατε και πάλι στην αίθουσα που τον είχες πρωτοδεί.

Γέλασε όταν σε είδε να κοντοστέκεσαι, ‘έλα μη φοβάσαι, δε φοράς παπούτσια τώρα’ είπε κοροϊδευτικά και αλήθεια ήθελες να ρίξεις ένα μικρό μπουνίδι σε εκείνο το ωραίο χαμόγελο, με τα ωραία δόντια και τα ωραία χείλια, εκείνη τη στιγμή!

Σε τράβηξε στο κέντρο της αίθουσας, εκεί που τον είδες σκυμμένο πρώτη φορά. Δεν έβλεπες καλά , το μόνο φως ήταν από μία λάμπα γραφείου εκεί δίπλα, πήρε έναν φακό και φώτισε το πάτωμα

Έμεινες έκθαμβη. Είχες ξαναδεί μωσαϊκά, οι βυζαντινοί έκαναν θαύματα, η Ελλάδα έχει παράδοση σε μωσαϊκά από την αρχαιότητα. Αυτό όμως ήταν κάτι μοναδικό. Κομμάτια στο πάτωμα, έλεγαν ιστορίες από επικές μάχες , άγρια ζώα ξέσκιζαν εχθρούς, περήφανα πουλιά άπλωναν τα φτερά τους…

-Είδες τώρα , Ελληνάκι; Αυτά προσπαθούσα να προστατέψω, γι αυτά φώναξα, γι αυτά σε τρόμαξα.
Δεν είμαι βάρβαρος, δεν είμαι αφιλόξενος Ελληνάκι, κατάλαβες;

κατάλαβες

Αυτό που δεν κατάλαβες ήταν για ποιό λόγο σε έσπρωξε προς το ξύλινο τραπέζι, λίγα βήματα πιο πέρα. Αυτό που δεν κατάλαβες ήταν για ποιό λόγο σε σήκωσε και σε κάθισε εκεί πάνω, και πραγματικά δεν κατανοούσες καθόλου το λόγο που το χέρι του έτρεξε κατά μήκος της γάμπας σου, ως τον μηρό. Ξεπερνούσε κάθε δυνατότητα κατανόησης σου, πως έγειρε πάνω σου και πήρε το στόμα σου στο δικό του, δεν ήταν καθόλου σαφής ο λόγος που η γλώσσα του απαίτησε τη δική σου, πραγματικά όμως, τίποτα από αυτά δεν μπορούσες να καταλάβεις, αλλά οκ ούτως ή άλλως σε ένα τεστ IQ στο facebook δεν είχες σκοράρει και πολύ ψηλά, οπότε αφέθηκες στο φιλί του κι ας ένιωθες ηλίθια

Έκανες να τυλίξεις τα χέρια σου γύρω του αλλά τραβήχτηκε. «τι έκανα πάλι» σκέφτηκες

Χαμογέλασε

«Δεν είμαι αφιλόξενος, Ελληνάκι» είπε ξανά, και χαμήλωσε το κεφάλι του, σπρώχνοντας το σώμα σου προς τα πίσω. Κάπου εκεί τον έχασες από το οπτικό σου πεδίο.

«που πάει ο δαίμονας» αναρωτήθηκες αλλά όχι για πολύ.

Σύντομα τον βρήκες
ή μάλλον, τον ένιωσες.

Είδες αμυδρά , το εσώρουχο σου να διαγράφει κυκλική πορεία και να προσγειώνεται κάπου πάνω στο ψηφιδωτό με τους μεσαιωνικούς Κροάτες πολεμιστές, χαρά που θα πήραν!!!

Και αμέσως μετά, το χάος.

Με το που ένιωσες τα χείλια του να σ ακουμπάνε, τινάχτηκες ΩΩΩΩΩΩΩΠΑ ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΠΑ ΦΙΛΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ ΓΟΥΟΟΟΟΟΟΟΟΟΥ ΓΟΥΑΤΤΤΤΤΤΤΤ ΔΔΔΔΔΔ ΓΟΥΟΟΟΟΟΟΟΟΟΥ

-croatian hospitality είπε και βύθισε τη γλώσσα του μέσα σου

Η Κροατία (κροατικά: Hrvatska, προφέρεται: Χρβάτσκα), της οποίας η επίσημη ονομασία είναι Δημοκρατία της Κροατίας (κροατικά: Republika Hrvatska / Ρεπούμπλικα Χρβάτσκα), είναι μία δημοκρατική χώρα στην νότιο-ανατολική Ευρώπη, και συνορεύει στα βόρεια με την Ουγγαρία και την Σλοβενία, στα ανατολικά με την Σερβία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ενώ στην νότια άκρη της με το Μαυροβούνιο. Στο δυτικό της τμήμα βρέχεται από την Αδριατική θάλασσα η οποία αποτελεί έτσι τα φυσικά της σύνορα.

Τι άλλο ξέρω ΤΙ ΑΛΛΟ ΞΕΡΩ για την Κροατία, σκεφτόσουν με πανικό προσπαθώντας να μην σκέφτεσαι τι σου κάνει ένας παντελώς πανάγνωστος άνδρας, όσο σε κράταγε στο στόμα του και σε ρούφαγε με δύναμη ΤΙ ΑΛΛΟ ΞΕΡΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ ΓΟΥΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΟΟΟΟΥ
Ο τομέας των υπηρεσιών επικρατεί στην οικονομία της Κροατίας, ακολουθούμενος από το βιομηχανικό τομέα και τη γεωργία. Ο τουρισμός είναι σημαντική πηγή εισοδήματος το καλοκαίρι, με την Κροατία να είναι ο 18ος δημοφιλέστερος τουριστικός προορισμός στον κόσμο. Το κράτος ελέγχει μέρος της οικονομίας με σημαντικές δημόσιες δαπάνες. Η Ευρωπαϊκή ένωση είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Κροατίας.

Με τα δάχτυλα του σε κρατούσε ανοιχτή όσο η γλώσσα του χωνόταν και εξερευνούσε, όσο έγλειφε και πιπίλαγε και κατάπινε και Η περιοχή γύρω από την πόλη του Κνιν έχει μεσαιωνικά φρούρια και πολλά αρχαιολογικά ερείπια. Η πρόσφατα ανακαλυμμένη Ρωμαϊκή πόλη Burnum είναι 18 χλμ. από το Κνιν στην κατεύθυνση του Κίστανιε. Εκεί υπάρχουν τα υπολείμματα του μεγαλύτερου αμφιθέατρου στη Δαλματία, χτισμένου το 77 μ.Χ., επί της βασιλείας του Βεσπασιανού που μπορούσε να φιλοξενήσει 8000 θεατές.

Έναν αιώνα μετά , ανασηκώθηκε. Ιδρωμένες τούφες από τα μαλλιά του έπεφταν στα λέιζερ μάτια του , σκούπισε τα χείλια του με το χέρι , σε ανασήκωσε και σου ψιθύρισε «show me how your people treat strangers, how warm they welcome them»

Δεν πρόλαβες να απαντήσεις κάτι, άλλωστε δεν μπορούσες να αρθρώσεις λέξη, έτρεμες σαν ψάρι και αν δεν σε κρατούσε θα είχες γίνει και συ μωσαϊκό προς μελέτη και συντήρηση.

Τράβηξε το μπλουζάκι σου , το σουτιέν έτρεξε να βρει το βρακάκι που το είχε φορέσει καπέλο ένας ιππότης και λίγα δευτερόλεπτα μετά, τα δάχτυλα του βασάνιζαν τις θηλές σου , για να δώσουν τη θέση τους στη γλώσσα του,
Η Κροατική γλώσσα (στα κροατικά Hrvatski jezik / Χρβάτσκι γιέζικ) είναι μία από τις πρότυπες εκδοχές του Κεντρικού-Νοτίου Σλαβικού διασυστήματος, αποκαλούμενη παλιότερα (και σήμερα συχνά) Σερβο-κροατικά και βασισμένα στην στοκαβική διάλεκτο. Τα Κροατικά χρησιμοποιούνται βασικά στην Κροατία και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη όπου είναι επίσημη γλώσσα, καθώς και από την κροατική διασπορά. Η Κροατική γλώσσα είναι μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και ανήκει στη δυτική ομάδα των νότιων σλαβικών γλωσσών.

Δύο αιώνες μετά ξαναπήρε το στόμα σου στο στόμα του, κλέβοντας σου ανάσες
«πόσο φιλόξενη είσαι εσύ Ελληνάκι?» είπε αναπνέοντας στο λαιμό σου, και σε γύρισε με την πλάτη σου στο στήθος του, αφήνοντας μικρά σημάδια από τα δόντια του στον αυχένα και την πλάτη σου

«κοίτα, εγώ είμαι πολύ φιλόξενη, να φανταστείς όταν έρχονται φίλες σπίτι μου να μείνουν, στο κρεβάτι μου κοιμούνται και γω κατάχαμα αν και δεν κοιμόμαστε πολύ , να φανταστείς μια φορά με την Τζένη και την Μαίρη άκου να δεις πλάκα δεν είχαμε κοιμηθεί καθόλου όλη νύχτα , πίναμε σαγκριά και βλέπαμε ταιν…
Σε πίεσε με δύναμη και έπεσες με το στήθος πάνω στο τραπέζι, με το ένα χέρι σε πίεζε στη μέση και σε κρατούσε ακινητοποιημένη και το άλλο έτριβε, χάιδευε, βυθιζόταν.
Στο δίλεπτο ήσουν ΕΤΟΙΜΗ, νταξ εδώ είμαστε παλικάρι, ΦΤΑΑΑΑΑΑΣΑΜΕΕΕΕ ΛΕΜΕΕΕΕΕ ετοιμάστηκες να φωνάξεις όταν άκουσες τον ήχο από το φερμουάρ του παντελονιού του, και Ο Καθεδρικός του Αγίου Στεφάνου και το Επισκοπικό Ανάκτορο έχουν ρυθμό Αναγεννησιακό-μπαρόκ και μια πρόσοψη με ένα τριγωνικό αέτωμα και ένα Αναγεννησιακό Καμπαναριό Ρομανικού ρυθμού από το 16ο αιώνα, έργο Βενετσιάνων καλλιτεχνών.
Άλλα σημαντικά νησιά στην περιοχή είναι τα Μπρατς, Τσιόβο, Σόλτα και Βις.

Τύλιξε τα μαλλιά σου στο ένα χέρι και με το άλλο σε κρατούσε από τη μέση σταθερή, οκ όσο έτοιμη κι αν ήσουν δεν περίμενες να σε πιέσει τόσο δυνατά, τόσο ορμητικά, τόσο άγρια. Τόσο πολύ, όλο αυτό ήταν ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ, εκείνος ήταν ΤΟΣΟ ΠΟΛΥΣ, σε γέμιζε ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ κάπου εκεί χάθηκες, κάπου εκεί ανατινάχτηκες, μικρά μικρά κομματάκια… έγινες και συ μωσαϊκό στα χέρια του, κομμάτι από τα ψηφιδωτά του…

3 αιώνες μετά άνοιξες τα μάτια σου, δίπλα του, στο πάτωμα.
Σε κρατούσε αγκαλιά, και έλεγε λέξεις στα κροατικά, δεν ήξερες τι σήμαιναν μα μπορούσες να μαντέψεις, λίγο πολύ τις ίδιες έλεγες και συ από μέσα σου στα ελληνικά.

Ξημερώματα σε πήγε σπίτι σου. Κατέβηκες από τη μηχανή.

«καληνύχτα Ελληνάκι»
«Goodbye Luka»

Απομακρύνθηκες , λίγο πριν την πόρτα σου, τον άκουσες να φωνάζει
«hey, haven’t you forgotten something»
Άνοιξε την μπαγκαζιέρα στο πίσω μέρος της μηχανής, έβγαλε από μέσα τα παπούτσια σου

«‘Έπρεπε να τα κρατήσω, να μην στα δώσω ποτέ ξανά, άλλωστε σε συνήθισα πια , ξυπόλυτη. Παρ’ τα»

Πήρες τα παπούτσια , είχες ένα σφίξιμο στην καρδιά

Σε ξανατράβηξε κοντά του, και δάγκωσε τα πάνω χείλος σου.

«Φόρα παπούτσια χωρίς τακούνια αύριο, έχω κι άλλα πράγματα να σου δείξω στο κάστρο μου. Μη με κάνεις να φερθώ αφιλόξενα.»