Κοιτούσε επί ώρα τη στεφανοθήκη. Ένα υπέροχο άσπρο κουτί με σκαλιστά σχέδια και πεντακάθαρο κρύσταλλο. Την είχαν κάνει ειδική παραγγελία αμέσως μετά τον γάμο της με τον Κώστα πριν δύο χρόνια σαν σήμερα. Μέσα υπήρχε το πέπλο της, τα ασημένια στέφανα και τα δύο ποτήρια σαμπάνιας από όπου ήπιαν στην υπεροχή εκείνη τελετή. Σαν να είχε περάσει ένας αιώνας από εκείνη τη μέρα, φαίνονταν τώρα στη Νανά. Άνοιξε το περίτεχνο κουτί και έβγαλε το ένα ποτήρι. Το πήρε στην κουζίνα και το γέμισε κρασί, παρότι ήταν ακόμα νωρίς το πρωί. Το ήπιε με βουλιμία και γέμισε ξανά. Μέχρι το μεσημέρι υπολόγιζε να είχε κάνει την ίδια ιεροτελεστία, πάνω από 20 φορές. Άρχισε να κάνει τις ετοιμασίες για το βραδινό τραπέζι χαμένη στις σκέψεις της.

Η ζωή με τον Κώστα, σε ένα απαίδευτο μάτι, φάνταζε ειδυλλιακή. Ήταν όμορφος, ήρεμος και κουβαλητής. Όμως η Νανά τους τελευταίους μήνες ένιωθε ένα παγωμένο ρεύμα αέρα κάθε που στεκόταν δίπλα του. Ψυχρός και απόμακρος την έκανε να σκέφτεται χίλια κακά. Είχε επιχειρήσει να κοινωνήσει την ανησυχία της στην καλύτερη της φίλη και κουμπάρα της, την Λένα, αλλά αυτή άλλαζε αμήχανα συζήτηση ανασκευάζοντας όπως όπως τις ανησυχίες της. Άργησε η Νανά να αποκωδικοποιήσει την στάση και των δύο τους. Αλλά τώρα, χάρη σε ένα λάθος μήνυμα και μια ειδική χρονική συγκυρία, τα είχε πλέον καταφέρει. Το βράδυ, στο δείπνο που θα παρέθετε για να «γιορτάσουν» την επέτειο, θα τους ανέλυε επιτέλους τους προβληματισμούς της, χωρίς να έχουν πλέον την ευκαιρία να την καθησυχάσουν με κοινοτυπίες.

Το ποτήρι γέμιζε ξανά και ξανά με κρασί και το μυαλό της Νανάς θόλωνε όλο και πιο πολύ. Πώς σε δύο χρόνια είχε αλλάξει τόσο η ζωή της; Τι είχαν γίνει τα όνειρα της; Πριν λίγες μόλις μέρες είχε πάει μόνη, χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν, χωρίς ένα χέρι να την συνδράμει, να γκρεμίσει σε μια στιγμή το όνειρο της ζωής της. Τη μητρότητα. Αυτό ειδικά, το ότι εκβιάστηκε έστω και εν αγνοία του Κώστα, σε άμβλωση, δεν θα του το συγχωρούσε ποτέ. Από κοριτσάκι ακόμα αδημονούσε να γίνει μητέρα. Να έχει ένα ανθρωπάκι να το κανακεύει, να το διδάσκει, να είναι ολόδικο της. Μα προφανώς οι συνθήκες δεν ήταν κατάλληλες. Ίσως αργότερα. Ίσως με άλλες παραμέτρους ή και άλλους πρωταγωνιστές. Χάιδεψε την άδεια της κοιλιά και τα μάτια της αρχίσαν να ματώνουν.

Εδώ και μέρες κλεινόταν συχνά πυκνά στο μπάνιο για να κλάψει, μακριά από το βλέμμα του Κώστα για το χαμένο της μωρό. Ξαναγέμισε το κολονάτο ποτήρι. Έβγαλε τον κιμά από το ψυγείο και άρχισε να πλάθει με ζήλο τα μπιφτέκια. Ήταν το αγαπημένο του. Ένα φαγητό στο οποίο η Νανά πάντα αρίστευε αλλά που ουδέποτε πλέον είχε όρεξη να φτιάξει. Σήμερα όμως ήταν μια διαφορετική μέρα. Θα περνούσε την βραδιά με αυτούς που αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο. Τον άντρα που διάλεξε συνοδοιπόρο στη ζωή της και την πίστη της φίλη που γνώριζε σχεδόν από όταν γεννήθηκε. Τρεις άνθρωποι που μοιράζονταν πολλά. Περισσότερα από μια κουμπαριά. Μια αγάπη διαιρεμένη στα τρία.

Πέταξε με βία το ποτήρι στα πλακάκια της κουζίνας. Μάζεψε με προσεχτικές κινήσεις τα κρυσταλλάκια. Τα θολά της μάτια την έκαναν απρόσεχτη και ένα γυαλάκι μάτωσε τον δείκτη της. Δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να πλάθει τον κιμά. Θα έφτιαχνε ένα δείπνο αξέχαστο.

Το σπίτι ήταν έτοιμο. Το τραπέζι είχε στρωθεί με το καλό τραπεζομάντηλο και το σερβίτσιο από την προίκα της. Η κουμπάρα ήταν σε μεγάλα κέφια και με το γνωστό μπρίο της έκανε τον Κώστα να γελάει διαρκώς. Κάναν μεταξύ τους αστεία σε σημείο που ούτε καν πήραν χαμπάρι τη Νανά που σηκώθηκε να φέρει το κυρίως πιάτο. Μόλις είδε ο Κώστας τη πιατέλα με τα μπιφτέκια ξέσπασε σε χειροκροτήματα. «είδες ρε Λένα τι διαμάντι γυναικάκι έχω;» είπε σκουντώντας τη κουμπάρα του. «Γι’ αυτό δεν την αλλάζω με τίποτα. Πασά με έχει η Νανά μου» πρόσθεσε και έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό. «Σιγά Χριστιανέ μου θα ζεματιστείς» είπε η Λένα γελώντας ξεκαρδισμένη σαν να είχε μόλις ακούσει το καλύτερο ανέκδοτο και άρχισε και αυτή να τρώει το, ομολογουμένως, κάπως σκληρό μπιφτέκι της. Η Νανά δεν έτρωγε, παρά μόνο τους κοιτούσε. Πήγε στην στεφανοθήκη και έφερε το δεύτερο ποτήρι του γάμου. «Καλά ρε φιλενάδα, με ένα ποτήρι θα πιούμε και οι τρεις;» είπε η Λένα μπουκωμένη «Ναι δεν βρίσκω το άλλο αλλά σίγουρα κάπου εδώ γύρω είναι» απάντησε η Νανά και το γέμισε κρασί. «Εξάλλου είναι συμβολικό» συνέχισε. «Όπως ήπιαμε με τον Κώστα σε αυτά κοινωνώντας το μυστήριο του γάμου μας, σας ζητώ τώρα να μοιραστείτε το κρασί προκειμένου να κοινωνήσετε οι δύο σας ένα άλλο μυστήριο». Ο Κώστας και η Λένα κοιτάχτηκαν με απορία. Ο Κώστας θέλησε να κοροϊδέψει την γυναίκα του για τις αρλούμπες που έλεγε αλλά ξαφνικά δεν ένιωθε καθόλου καλά. Η Νανά συνέχισε ακάθεκτη να βγάζει τον μικρό της λόγο.

«Είναι καιρός τώρα που ο γάμος αυτός έχει γίνει παρωδία. Τα έχω πει και με τους δύο σας αλλά υποστηρίζετε ότι λέω βλακείες. Όμως πλέον ξέρω. Ξέρω που πας μετά τη δουλειά Κώστα, και ξέρω γιατί δεν απαντάς τα απελπισμένα μου τηλεφωνήματα Λένα. Και ξέρετε και εσείς. Γιατί εκείνη την ώρα είστε ο ένας μέσα στον άλλο». Ο Κώστας πετάχτηκε όρθιος να διαμαρτυρηθεί, αλλά πριν μιλήσει κοίταξε την Λένα. Μια Λένα που έβηχε διαρκώς και από το μισάνοιχτο στόμα της έτρεχε πηχτό αίμα. Την ίδια στιγμή ένας δυνατός πόνος έκανε το στομάχι του να διπλωθεί στα δύο.

Η Νανά ατάραχη μίλησε. «Κοίτα να δεις τελικά που το άλλο ποτήρι βρέθηκε άντρα μου. Μέσα στα μπιφτέκια που μόλις φάγατε. Μη με κοιτάς με αυτό το βλέμμα. Είμαι απόλυτα σίγουρη για τη σχέση σου με την δήθεν φίλη μου. Βλέπεις το τελευταίο μήνυμα που της έστειλες για το ραντεβού σας ήρθε κατά λάθος στο δικό μου κινητό». Ο Κώστας ξερνώντας αίμα πλησίασε την Λένα που τώρα σφάδαζε στο πάτωμα. Έκανε να πιάσει το τηλέφωνο του να καλέσει το ΕΚΑΒ αλλά η Νανά του το άρπαξε από το χέρι. «Άστο ρε αγάπη. Είσαι τόσο ανίκανος που πάλι λάθος νούμερο θα καλέσεις» κάγχασε και με μια γουλιά αποτελείωσε το κρασί που είχε απομείνει στο κολονάτο ποτήρι.