Δύο συστατικά.
Ένα μπολ από πορσελάνη, δύο χέρια από διάφανο δέρμα. Δάχτυλα γεμάτα αμυχές όπου το αλάτι τρυπώνει μεταδίδοντας ένα οξύ πόνο. Τα δάχτυλα κλείνουν, γροθιά, το μπολ σπάει, κομμάτια πάνω στα χέρια.

«Θυμάσαι που κάποτε μου έλεγες ότι δε θα ξεκολλάς από πάνω μου;»
«Θυμάμαι…»
«Τώρα; Πού είσαι τώρα; Γιατί δεν νιώθω το σώμα σου καρφωμένο πάνω μου;»

Φωνάζεις από το σαλόνι για τα σπασμένα κομμάτια. Δεν έρχεσαι μέσα, δεν έρχεσαι να με δεις στο πάτωμα, κλαμένη, με κόκκινα, μικροσκοπικά ρυάκια να τρέχουν από τα δάχτυλά μου. Φωνάζεις και ζητάς ησυχία, να κάνω μία δουλειά σωστά, να φτιάξω επιτέλους ένα φαγητό.
Κοιτάω το αίμα που έχει γεμίσει την παλάμη μου και πλέον στάζει πάνω στο φόρεμά μου. Σφίγγω το χέρι μου σαν γροθιά, μικρές σταγόνες πετάγονται πάνω μου και χτυπάω με δύναμη το πάτωμα. Κόκκινοι κύκλοι, κόκκινα σημάδια, κόκκινα και το αποτύπωμα από τα παπούτσια σου όταν έτρεξες, επιτέλους, καταπάνω μου να δεις τι έπαθα.

«Δεν σε αγαπάω πια. Κουράστηκα, βαρέθηκα. Κάθε μέρα μία επανάληψη, μία φωτογραφία που χάνει τα χρώματά της».
«Δεν προσπάθησες και ποτέ. Κρέμασες τα γάντια, άφησες τον εαυτό σου, γέμισες βαθουλώματα τον καναπέ με το καθισιό σου».
«Κι εσύ με παράτησες».
«Κι εσύ με άφησες».
«Δειλή».
«Φοβιτσιάρη».

Με κοιτάς με βλέμμα απάθειας. Πάω στοίχημα ότι θα ήθελες να πεθάνω, εδώ και τώρα να σου αδειάσω την γωνιά να μην με έχεις έγνοια. Να κόψω κι άλλο τις φλέβες μου με τα κομμάτια του μπολ, να μην κοιτάς καν και να ειδοποιήσεις το φορείο να έρθει να με πάρει. Η τρελή που αυτοκτόνησε, η χαμένη που σκέφτηκε μόνο τον εαυτό της. Σε σπρώχνω, δε σε βλέπω, γύρνα το κεφάλι και μην με κοιτάς, δε θέλω οίκτο ούτε λύπηση.
Τα δάκρυα κυλάνε και τα σκουπίζω με τα ματωμένα χέρια μου. Πρέπει να τελειώσω αυτό που ξεκίνησα, πρέπει να ανακατέψω τα δύο υλικά.
Ξύδι και αλάτι, αλάτι και ξύδι.
Πάνω στις πληγές, δεν κάνουν διαφορά.

«Μη… φύγεις».
«Τι νόημα έχει; Ούτε θες να μείνω, ούτε προσπαθείς. Χαραμίζεις τον εαυτό σου, χαραμίζω την ζωή μου».
«Ναι, το ξέρω. Αλλά μη φύγεις. Σκέφτομαι την αυριανή μέρα χωρίς εσένα κι είναι κενή. Άχρωμη. Άγευστη».
«Κράτα αυτό».
«Τι… τι είναι αυτό; Ένα κομμάτι πορσελάνη; Κι αυτό πάνω τι είναι, ξεραμένο αίμα;»
«Δύο συστατικά είμαστε. Ξύδι κι αλάτι. Και τα δύο πονάνε, και τα δύο ξεχωρίζουν. Αλλά αυτό που θα μας σώσει είναι το λάδι. Και ο χρόνος, που κυλάει σαν λάδι, θεραπεύει».

Την νύχτα, χαζεύω το χνώτο σου που σχηματίζεται πάνω στον παγωμένο αγέρα, όσο κοιμάσαι. Μπορούσα να σε χαζεύω για ώρες, όσο κοιμόσουν. Το πρωί ήμουν κομμάτια κι όλο ρωτούσες γιατί δεν κοιμάμαι καλά. Γιατί μένω ξύπνια.
Η βαλίτσα είναι σχεδόν άδεια, τα χέρια πληγιασμένα, τα πόδια μου κουρασμένα. Μαζεύω τα κομμάτια του σπασμένου μπολ και τα πετάω στα σκουπίδια. Κρατάω μόνο ένα, ματωμένο, αιχμηρό και στο αφήνω στο κομοδίνο.
Δε θέλω αποχαιρετισμούς.
Δε θέλω δάκρυα, υποσχέσεις ή απειλές.
Θέλω απλά να κυλήσει ο χρόνος και να γιατρέψει τις πληγές.
Όλες, εκτός απ’ αυτές που δε θέλουμε να κλείσουμε εμείς.

«Θυμάσαι που κάποτε μου έλεγες ότι δε θα ξεκολλάς από πάνω μου;»
«Θυμάμαι…»
«Τώρα έφυγες, με εγκατέλειψες κι ο χρόνος δεν γιάτρεψε τίποτα. Μόνο το αίμα σου μου έμεινε, ξεραμένο, πάνω σε αυτό το πορσελάνινο κομμάτι. Αν δεν έχω εσένα να κολλήσω, τουλάχιστον θα κολλήσω το αίμα μου. Ξύδι κι αλάτι, αλάτι και ξύδι. Δύο πληγές, πάνω σε μία».

https://www.youtube.com/watch?v=V6HaijesNEE