Εφτά παρά τέταρτο το πρωί. Δίπλα μου το κινητό στην αφύπνιση έχει αρχίσει και χτυπάει. Του απευθύνομαι γλυκά και τρυφερά όπως κάθε πρωί καθημερινής «σκάσε επιτέλους, σε άκουσα».
Άλλη μια υπέροχη μέρα ξεκινάει. Σηκώνομαι σαν ζόμπι. Προσπαθώ να συντονίσω το μυαλό μου. Τι μέρα είναι, γιατί πρέπει να ξυπνήσω, τι πρέπει ακριβώς να κάνω.
Όπως καταλάβατε δεν είμαι πρωινός τύπος. Κουτουλάω στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Πηγαίνω στο μπάνιο με κλειστά μάτια. Η επόμενη κίνηση να ανοίξω την καφετιέρα. Καφές ρε φίλε. Η σπουδαιότερη ανακάλυψη του ανθρώπου. Δεν ζω χωρίς αυτόν. Δεν λειτουργώ καν. Μέχρι να πιω το πρώτο φλιτζάνι δυσκολεύομαι ακόμη και να επικοινωνήσω.
Θυμάμαι όταν πήγαινα σχολείο. Με το ζόρι με ξύπναγε η μάνα μου. Ζούσα για τη στιγμή που θα το τελείωνα, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι θα κοιμάμαι όσο θέλω. Αμ δε. Ήρθε το πανεπιστήμιο και μου γκρέμισε το όνειρο. Εκεί βέβαια πολλές φορές δεν χρειαζόταν καν ξυπνητήρι. Ίσα που προλάβαινα πολλές φορές να πάω σπίτι ν’ αλλάξω και βουρ για τη σχολή. Κάπου εδώ θα ήθελα να διαμαρτυρηθώ διότι το αμφιθέατρο δεν προσφέρεται για στιγμές χαλάρωσης και ξένοιαστου ύπνου. Φασαρία κι άβολα καθίσματα.
Και τελείωσα και το πανεπιστήμιο που λέτε. Κι ήμουν σίγουρη ότι θα έκανα καιρό να ακούσω τον μισητό ήχο. Ξεκίνησα όμως πρακτική. Ωράριο γραφείου. Και το ξυπνητήρι εκεί κάθε πρωί να χτυπάει σαν δαιμονισμένο. Ευτυχώς που ο καλός μου φίλος ο καφές ήταν πάντα δίπλα. Είχαμε δώσει όρκους αιώνιας πίστης κι αγάπης. Αν μπορούσε να μου μιλήσει το φλιτζάνι μου, είμαι σίγουρη ότι θα έλεγε με σατανικό χαμόγελο «ότι και να κάνεις είσαι το πουτανάκι μου «.
Και πριν τελειώσω καν την πρακτική ήρθε το πρώτο παιδί. Πριν δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια. Κι η μέρα που βγήκα από το μαιευτήριο, ήταν η μέρα που συνειδητοποίησα ότι ποτέ ξανά δεν θα κοιμόμουν όπως και όποτε ήθελα.
Επτά το πρωί. Έχω ήδη πιει την πρώτη γουλιά καφέ. Ανάβω το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Ετοιμάζω το κολατσιό των παιδιών για το σχολείο. Τα καμάρια μου τα μοσχαναθρεμμένα δεν θέλουν να ψωνίζουν από το κυλικείο. Μετά φτιάχνω το γάλα και τα τοστ. Όταν τελειώσω και μ’ αυτά ξεκινάει το μαρτύριο. Ξεκινάω την περιοδεία στα δωμάτια. Προσπαθώ να τα ξυπνήσω. Ως συνήθως πρέπει να περάσει τουλάχιστον ένα τέταρτο πριν καταφέρω να τα σηκώσω από τα κρεβάτια τους.
Τα πρωινά μας είναι γεμάτα σασπένς. Ευτυχώς δεν βαριόμαστε ποτέ. Η μεγάλη κόρη ήδη φοιτήτρια. Οι δυο μαθητές λυκείου και το πιτσιρίκι στο δημοτικό. Όταν σκέφτομαι ποσά πρωινά θα εξακολουθώ να ετοιμάζω κολατσιό και γάλα θέλω να βάλω τα κλάματα. Ευτυχώς συνέρχομαι γρήγορα. Ο μεγάλος έχει κλειστεί στην τουαλέτα. Η μικρή από έξω του φωνάζει. Το επόμενο στάδιο είναι να αρχίσει να ουρλιάζει. «Μαμαααααααααά πες του να τελειώνει, θα χάσω το αστικό». Βέβαια το καμάρι μου δεν πτοείται και βουρτσίζει τα δόντια του σε slow motion απλά και μόνο για να την εκνευρίσει.
Με τα πολλά καταφέρνουμε να συντονιστούμε και να ξεκινήσουμε. Η μικρή πάει με τις φίλες της με το αστικό. Ο λεβέντης δεν μπορεί τον συνωστισμό. Είναι η ώρα που αναλαμβάνω τον ρόλο του ταξιτζή. Πρώτη στάση το σχολείο του μικρού. Επόμενη το σχολείο του μεγάλου. Τον αφήνω στο πάρκινγκ, μου κάνει τη χάρη να μου πει «τσάο μάνα» και φεύγω. Στο γυρισμό περνάω κι από τον φούρνο.
Κι έρχεται η δική μου ώρα. Η ώρα του δεύτερου καφέ. Που είμαι μόνο εγώ και το φλιτζάνι μου. Η ώρα που αδειάζει το μυαλό μου από όλα. Μια ώρα ολοδική μου. Δεν ακούγεται τίποτα. Μόνο ο ηδονικός ήχος της καφετιέρας. Γιατί είναι έρωτας ρε φίλε ο καφές. Κάθε γουλιά και χαμόγελο. Εγώ, ο καφές και τα τσιγάρα μου. Μόνοι μας χωρίς κανένας να μας ενοχλεί.
Ευλογημένος όποιος πρώτος σκέφτηκε να αλέσει αυτά τα μικρά καφέ σποράκια και να τα βράσει. Πόσες στιγμές μας είναι συνδεδεμένες μαζί του. Πόσες φορές έχω πει, βάλε καφέ κι έρχομαι. Βάλε καφέ να σου πω. Βάλε καφέ, άκου και μην μιλάς. Πάντα εκεί, φίλος πιστός. Κι όσο κι αν επιμένει το ξυπνητήρι ότι τα καταφέρνει να με σηκώσει από το κρεβάτι, ο καφές είναι αυτός που με κάνει να λειτουργώ. Οπότε φίλοι μου, ξυπνητήρι – καφές σημειώσατε δύο.