Γύρω της, καμιά δεκαριά γυναίκες διαφόρων ηλικιών, με την αμηχανία έκδηλη στα πρόσωπά τους. Άγνωστες μεταξύ αγνώστων. Κι όμως, όλες τους γνωρίζονται, χωρίς να το ξέρουν. Καθεμιά διακρίνει στο πρόσωπο της άλλης κομμάτια δικά της. Ίδια τα βλέμματα, ίδιες οι σκιές που βαραίνουν την ύπαρξή τους στον χώρο. Σκέφτεται από που ν’ αρχίσει, πως να ξεκινήσει την τοποθέτησή της. Σύντομα, παραιτείται από τον όποιο προγραμματισμό. Δεν θέλουν σκαλέτα αυτά, μόνο ψυχή. “Γεια σας! Είμαι η Φανή και το μόνο που μπορώ αρχικά να πω, είναι ότι είμαι κατενθουσιασμένη που σας συναντώ!” Ένα λαμπερό χαμόγελο ζωγραφίζεται στα χείλη της. Έχει δουλέψει πολύ με τον εαυτό της, για να πετύχει το χαμόγελο αυτό. Κι είναι ακριβώς αυτό το μήνυμα, που την έφερε σήμερα εδώ. Να μεταφέρει θέλει την αλήθεια της, να δώσει και στις υπόλοιπες τη “συνταγή”.

Στα μάτια όλων τους, διαβάζει διαδρομές γνώριμες. Μονοπάτια που και η ίδια ξέρει καλά, τα έχει διαβεί. “Καθένας μας, ξεκινά από διαφορετικό εφαλτήριο. Όλα όσα έρχονται στην πορεία μας, έχουν τη βάση τους σε όσα πήραμε στο ξεκίνημά της”. Είχε αναζητήσει τη δική της απαρχή, ξεδιπλώνοντας το κουβάρι της ζωής της. Η αγάπη είναι αυτή που καθορίζει την προσωπικότητα. Ο τρόπος με τον οποίο χορηγείται στον καθέναν, είναι η παράμετρος που διαμορφώνει τα επόμενα. Δεν την είχε στερηθεί την αγάπη. Αντιθέτως, της είχε παρασχεθεί χωρίς φειδώ. Ήταν η μεθοδολογία, που δεν είχε επιτύχει. Διαπλάστηκε με συγκεκριμένες προδιαγραφές, προορισμένη και καθοδηγούμενη για προκαθορισμένη πορεία πλεύσης. Οι γονεϊκές φιλοδοξίες υπήρξαν ο δικός της μπούσουλας. Μάταια το ένστικτο και η ψυχή της, προσπαθούσαν να προβάλουν αντιστάσεις. Πως θα μπορούσε άλλωστε να παρεκκλίνει των προδιαγεγραμμένων, όταν δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξει οποιονδήποτε μηχανισμό ιδίας βούλησης; Κι αν τα στεγανά αυτά φάνταζαν στα μάτια των γονιών της σαν δικλείδες ασφαλείας, προφανώς αγνοούσαν κι οι ίδιοι το πόσο αρρωστημένα τροφοδοτούσαν την αδυναμία της. Ο στόχος επετεύχθη. Είχαν καταφέρει να αναθρέψουν ένα πλάσμα στα μέτρα που εκείνοι είχαν ονειρευτεί σαν ιδανικά, έτοιμο να φέρει σε πέρας τις μεγαλεπήβολες επιθυμίες τους.

“Και κάπως έτσι, ανυποψίαστη και συναισθηματικά ανοχύρωτη, αφέθηκα να κολυμπήσω μόνη, στα βαθιά νερά. Κλήθηκα να υλοποιήσω τις προσδοκίες για τις οποίες με είχαν προετοιμάσει, για χρόνια ολόκληρα. Η κόρη του Αριστείδη και της Αντιγόνης δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει τη συνέχειά τους, να τους διαδεχθεί στο αποστειρωμένο στερέωμα που κι αυτοί είχαν τοποθετηθεί ασυνείδητα από κάποιους άλλους, που είχαν πρωτύτερα επιτελέσει τον ρόλο του μέντορα”. Ήταν ακριβώς αυτή η επιτακτική ακολουθία, που όφειλε να διανύσει η Φανή. Η πίεση δεν άργησε να βγει στην επιφάνεια, κι έτσι ευάλωτη και συναισθηματικά αναλφάβητη όπως ήταν, έγινε το τέλειο θήραμα στην παγίδα του Θάνου. Έπεσε με τα μούτρα, διψώντας για μάθηση. Ήθελε να βιώσει συναισθήματα, να νιώσει πως είναι να ζει κάποιος κανονικά. Η ακαταμάχητη γοητεία της ερωτικής σφοδρότητας την παρέσυρε. Οι θάλασσες των πρωτόγνωρων βιωμάτων ήταν πολύ πιο άγριες απ’ όσο είχε φανταστεί, με αποτέλεσμα να αφεθεί στη δύνη τους.

Βλέμματα συγκαταβατικά την ακολουθούν, από τις παριστάμενες. Όλες ανακαλούν από τις δικές τους μνήμες σκηνές όμοιες με αυτές που περιγράφονται. “Γνωρίζω ότι έχετε υπάρξει εκεί, το βλέπω στα πρόσωπά σας. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, τη σημαντικότητα που είχε στην ψυχοσύνθεσή μου όλη αυτή η πρώτη περίοδος της ευτυχίας. Τότε, που ακόμα δεν ξέρεις. Δεν έχεις ιδέα για το που πας, αλλά δεν σε νοιάζει. Σου φτάνει αυτό που ζεις εκείνη τη στιγμή. Αυτό, που σε έχει ταξιδέψει σε κόσμους που δεν είχες τολμήσει να ονειρευτείς”. Παρήλθε η περίοδος της χάριτος και η αλήθεια ξεκίνησε να βγαίνει προς τα έξω. Η αγάπη που έτρεφε γι’ αυτήν ο Θάνος άρχισε να ξεπερνά τα όρια του ανεκτού. Μεταλλασσόταν σταδιακά σε κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει, αλλά ενστικτωδώς την έκανε να δυσανασχετεί. Η καθημερινότητά του, άρχισε να περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τη Φανή. Παραγκωνίζοντας τους πάντες από δίπλα της, ακόμα και τους γονείς της, κατάφερε να γίνει ο μοναδικός θεατής της παράστασής της. Βάζοντας στην άκρη οτιδήποτε αφορούσε στη δική του ζωή, αφιερώθηκε στο να γίνει η σκιά της, ακολουθώντας την παντού. Ανέπνεε αποκλειστικά για εκείνη. Άρχισε να γίνεται παρεμβατικός. Από τα πιο απλά, μέχρι τα πιο ουσιώδη ζητήματα, αποκτούσε συστηματικά επάνω της μια εξουσία που τη βάραινε. “Ένιωθα σαν να είχα ξαφνικά αποκτήσει έναν υποβολέα, έναν προσωπικό σύμβουλο που όριζε τις κινήσεις μου, την ύπαρξή μου την ίδια”. Συνηθισμένη στο να ακολουθεί τις συντεταγμένες που της δίνονταν, τον πρώτο καιρό παρέμεινε στωική.

“Η νομοτέλεια της ψυχολογίας λέει πως, οτιδήποτε αντιμετωπίζουμε με μετριοπάθεια, θετικό ή αρνητικό, αυτόματα ενδυναμώνεται κι επεκτείνεται. Η συγκαταβατικότητα που είχα δείξει, λοιπόν, είχε ατσαλώσει την τακτική του. Όσο παρέμενα άπραγη, τόσο εκείνος κέρδιζε έδαφος πάνω μου. Στην πορεία μου στο πανεπιστήμιο και τις εκπαιδευτικές μου επιδόσεις, στην επικοινωνία μου με τον έξω κόσμο, στις καθημερινές δραστηριότητες, μέχρι και στις αυστηρά προσωπικές και οικογενειακές μου υποθέσεις, τον έβλεπα να έχει παρεισφρήσει παντού!” Ένα υποτυπώδες σύστημα άμυνας άρχισε να αναπτύσσεται μέσα της, εκπέμποντας μηνύματα αμφισβήτησης και προβληματισμού. Ώσπου ένα απλό περιστατικό ενεργοποίησε τον συναγερμό. “Επιστρέφοντας μια μέρα στο σπίτι όπου ζούσαμε μαζί, αντικρίζω κρεμασμένο στον τοίχο έναν πίνακα που είχα η ίδια ζωγραφίσει για τη μητέρα μου, και της είχα χαρίσει για τα γενέθλιά της”. Ένα τηλεφώνημα υπήρξε αρκετό, για να επιλυθεί ο γρίφος. Η Αντιγόνη της ομολόγησε ότι ο Θάνος είχε πάρει σχεδόν δια της βίας τον πίνακα από το πατρικό της σπίτι. “Η Φανή είναι δική μου και τα πράγματά της, μου ανήκουν!” είχε ισχυριστεί σε ένα παραλήρημα, που είχε θορυβήσει τους γονείς της.

“Δεν ήταν εύκολη η έξοδος από το τούνελ. Πρακτικά και συναισθηματικά, πάλεψα με όλες μου τις δυνάμεις. Το περιστατικό με τον πίνακα διαδέχτηκε ένα τρομακτικό επεισόδιο ανάμεσά μας, που οδήγησε στην ομηρία μου και στον παρά τη θέλησή μου εγκλεισμό στο σπίτι. Χρειάστηκε παρέμβαση από την αστυνομία, που κλήθηκε από τους γονείς μου, για να τελειώσει όλο αυτό. Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε. Με βεβαιότητα σας λέω πως χρειάστηκε μεγαλύτερη πάλη για να ξεπεράσω το συναισθηματικό κομμάτι, παρά το πρακτικό. Σήμερα, όμως, είμαι μια άλλη. Άλλαξα τα πάντα: τόπο διαμονής, αντικείμενο σπουδών, τρόπο σκέψης. Το χρωστάτε στον εαυτό σας, ακολουθήστε την καρδιά σας! Γίνετε κτήμα δικό σας, κανενός άλλου. Σας ευχαριστώ!”