Σήμερα δεν θέλω να πω ιστορίες. Να μιλήσω θέλω. Εδώ. Στο χαρτί μου. Αφού έξω από αυτό τα μόνα μου λόγια που ακούγονται είναι τα τετριμμένα. Τι θα φάμε, τι δουλειές έχουμε, πόσα λεφτά μένουν να βγει ο μήνας. Κάθομαι λοιπόν και συζητάω προκειμένου να φύγει το μυαλό λίγο από τα καθημερινά. Για πάμε λοιπόν. Ας μιλήσουμε. Ας πούμε για την αγάπη. Ξέρεις τι είναι αγάπη; Μη βιαστείς να απαντήσεις. Σκέψου το λίγο. Είναι αγάπη το σφιχταγκαλιασμένο ζευγάρι που ζει ο ένας για την μυρωδιά του άλλου; Ή μήπως είναι έρωτας; Μήπως είναι το αγόρι που ξεροσταλιάζει στο παγκάκι μόνο για ένα βλέμμα του κοριτσιού του από το απέναντι μπαλκόνι; Ή είναι απλή καψούρα; Είναι δυο άνθρωποι σε ένα νοσοκομείο που ζουν μαζί τις τελευταίες ανάσες του ενός τους; Ή είναι ανάγκη; Είναι αγάπη η αγκαλιά του παιδιού στον γονέα ή απλά κάτι που επιβάλλει η ιδέα της οικογένειας; Η φίλη που κλαίει στην αγκαλιά μας και τρέχει να μοιραστεί τα μυστικά της, μας αγαπά ή μας εμπιστεύεται και γι αυτό έρχεται κοντά μας;

Από πολύ μικρή είχα ένα μεγάλο θέμα. Μπέρδευα τα συναισθήματα. Έπασχα, ας μου συγχωρεθεί η έκφραση, από ένα είδος συναισθηματικού αυτισμού. Ξέρω δεν ισχύει ο όρος, αλλά δεν ξέρω αλλιώς να το ονομάσω. Πάντα έμπλεκα την αγάπη με τον έρωτα, τον έρωτα με την έλξη, την καψούρα με το νοιάξιμο, την φιλία με την παρέα, το κολλητιλίκι με έναν απλό χαιρετισμό. Μου έλεγε ο περιπτεράς «ε, τι γίνεσαι εσύ όλα καλά;» και έλεγα, οκ με νοιάζεται. Είναι φίλος μου. Ο περιπτεράς. Ναι. Με καλούσε η συμμαθήτρια για διακοπές στο εξοχικό τους και την βάφτιζα κολλητή. Ούτε μου περνούσε από το μυαλό ότι απλά γούσταρε τον αδελφό μου φερ’ ειπείν. Θυμάμαι ομηρικούς καυγάδες με την μάνα που τσατιζόταν επειδή τα έδινα όλα για τις φίλες. Και έπειτα νέους ομηρικούς καυγάδες με τις φίλες μου, πως αφοσιωνόμουν σε κάθε φορά και έναν διαφορετικό έρωτα της ζωής μου. Αλλά δεν με ένοιαζε. Σιγά! Τι είναι τα συναισθήματα για να τους βάλω ταμπέλες; Τι και αν είναι αγάπη, έρωτας, φιλία; Εγώ ένιωθα όμορφα και το βίωνα με πάθος, ολοκληρωτικά. Μόνο που να. Κάθε που μια καρδιακή φιλία αποδεικνύονταν περιστασιακή παρέα, κάθε που ένα «για πάντα» κρατούσε στην καλύτερη 2 με 3 χρόνια, εγώ στραπατσαριζόμουν. Λούφαζα. Κλεινόμουν. Και γινόμουν φτωχότερη. Γιατί έχανα όλες τις καταθέσεις που είχα κάνει σε αυτό το πλαστό, με λάθος ταμπέλα, συναίσθημα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά, αλλά ήταν σαν υποθετικά να ζεις μια ζωή σε μια πόλη που την ονομάζεις Αθήνα, και ξάφνου να μαθαίνεις πως όλοι οι άλλοι την λένε ας πούμε, Καρδίτσα. Σοκ. Σοκ που η αγάπη τελικά δεν ήταν παρά κάτι άλλο. Ένας έρωτας, μια συνήθεια, μια καψούρα, μια αδελφική φιλία. Μην παρεξηγηθώ. Υπέροχα συναισθήματα και αυτά. Αλλά όχι αγάπη.

Σηκωνόμουν λοιπόν στα πληγιασμένα μου ποδάρια και ξεκινούσα για μια νέα αγάπη. Μια φιλική αγάπη έως ότου να αποδειχθεί παρέα, μια ερωτική αγάπη έως ότου να αποδειχθεί ένα περνώ καλά. Κάθε φορά και πιο φειδωλή όμως. Κάθε φορά αλλιώτικη. Γιατί με τα συνεχόμενα στραπάτσα, έχανα σιγά σιγά εκείνο το κοριτσάκι που είχε φίλο καρδιακό έναν περιπτερά και αγάπη της ζωής της ένα τυχαίο αγόρι στο προαύλιο του σχολείου. Μα το αγαπούσα εκείνο το κορίτσι (και αυτό). Και δεν μου άρεσε. Με θύμωνε απίστευτα που ήμουν ανίκανη να διαχωρίσω τα αισθήματα! Φαίνεται αστείο αλλά το να ζεις έτσι, το λες και αναπηρία! Και μισούσα που με τον καιρό, προκειμένου να μην δώσω λάθος συναίσθημα, άρχισα να μην αγαπώ! Γιατί οκ. Μπορείς να νιώσεις φιλία, έρωτα, αδελφικότητα, συντροφικότητα για κάποιον και να βγει λάθος. Αλλά δεν θα πληγωθείς τόσο όσο αν έχεις πιστέψει πως τον αγαπάς. Είχα αρχίσει λοιπόν να πορεύομαι χωρίς αγάπη.

Και έφτασα εδώ. Να χω διανύσει το καλύτερο μισό της ζωής μου και μόλις τώρα να βρίσκω επιτέλους το κόλπο της αγάπης! Ξέρεις τι είναι αγάπη λοιπόν; Αγάπη για μένα είναι οι Κύκλωπες! Τα πλάσματα που ειλικρινά πλέον μπορώ να πω ότι έχω αγαπήσει δεν είναι άντρες ή γυναίκες, παιδιά ή ενήλικες. Είναι κυκλωπάκια. Γιατί ανακάλυψα ένα τρικ να διαχωρίζω ποιους αγαπώ και με αγαπούν. Ένα απλό αξίωμα, σαν των μαθηματικών. Είναι όλοι όσοι έχουμε κοιταχτεί τόσο βαθιά στα μάτια, για τόσο χρόνο όσο χρειάζεται και από τόση κοντινή απόσταση όση πρέπει, προκειμένου τα δυο μάτια τους να ενωθούν σε ένα. Ένα και μόνο μάτι, θολό, εκεί στη μέση του μετώπου. Εκεί που κάποιες φιλοσοφίες τοποθετούν το τρίτο μάτι. Αυτό της ψυχής. Ακριβώς σαν τους Κύκλωπες…
Αν θες λοιπόν να μάθεις την αγάπη άκου με. Μέτρα πόσα κυκλωπάκια έχεις στη ζωή σου.

Υ.Γ. Το μόνο που μένει πλέον είναι να βρω έναν τρόπο να κοιτάξω και έμενα έτσι κάποια φορά.