Έτρεχα να γλιτώσω από αυτόν. Αισθάνθηκα να ιδρώνω, όσο προσπαθούσα να βγω από το καταραμένο δάσος. Η αναπνοή μου ήταν κομμένη και τα μάτια μου δεν άντεχαν άλλο να είναι ανοιχτά. Φόβος με πλημμύρισε, καθώς το αίμα έτρεχε νωπό επάνω στον ώμο μου. Αναρωτιόμουν αν είχα κάνει ήδη αρκετή απόσταση από την καλύβα για να φτάσω στην έξοδο του αυτοκινητόδρομου.
Δύο ώρες νωρίτερα ήμουν κοντά, κάπου εκεί. Στρίβαμε με το μοναδικό του τζιπ για να πάρουμε τη διαδρομή προς την καλύβα. Για ένα αξέχαστο Σαββατοκύριακο, που δε θα μας αναζητήσει κανείς. Σε ένα σπίτι παραδεισένιο, από αυτές τις καλύβες στη μέση του πουθενά, τις ξύλινες που μπαίνεις μέσα και είναι γεμάτες ζωή. Το σπίτι ήταν κρύο. Το τζάκι σβηστό. Την ώρα που φτάσαμε ήταν περασμένη ήδη η ώρα. Έξω το χιόνι έπεφτε σε χοντρές νιφάδες και το μόνο που καρτερούσα ήταν την αγκαλιά του.
Μόλις μπήκαμε τον κοίταξα στα μάτια. Το γαλάζιο των ματιών του μου φάνηκε για πρώτη φορά τρομακτικό. Ένταση, κυριαρχία, μυστήριο, μόνο σε ένα καταγάλανο βλέμμα. Ένα βλέμμα που αισθάνθηκα ότι με κάρφωσε για πρώτη φορά. Είδα στα μάτια του μία περίεργη λάμψη. Νόμιζα ότι ήταν πάθος. Μπορεί και να ήταν. Αλλά για κάποιο λόγο σκέφτηκα ότι απόψε θα ήμουν το ορεκτικό, το κυρίως γεύμα και το επιδόρπιο. Διαίσθηση άραγε; Κάτι μου έλεγε πως οι φλέβες μου κυλούσαν αίμα για τελευταία φορά. Πήγα κοντά στο παράθυρο, θα ορκιζόμουν πως είδα ένα ζώο κρυμμένο πίσω από ένα δέντρο.
Κρύφτηκα για λίγο πίσω από ένα δέντρο. Ήλπιζα και προσευχόμουν να με κρύβει καλά το δέντρο. Δεν είχα δυνάμεις να τρέξω άλλο, είχα κουραστεί, κομμένη ανάσα και πόνος. Πόνος σε όλο μου το σώμα. Κρύωνα λιγάκι. Όχι τόσο όσο πριν φτάσω στην καλύβα. Με ένα μαντιλάκι σκούπισα το αίμα που έτρεχε ποτάμι. Καθάρισα την πληγή. Σίγουρα θα έφευγε όλο το αίμα από μέσα μου. Άρχισα να πονάω στα μάτια, ο πόνος έγινε αφόρητος, νόμιζα ότι θα εκραγούν και ο αμφιβληστροειδής μου θα γίνει τροφή για τους λύκους. Ασπρίλα στο τοπίο, άσπρα και τα χέρια μου. Πεθαίνω σκέφτηκα. Έβαλα το μυαλό μου να σκεφτεί τι συνέβη. Η τελευταία ελπίδα μου να ζήσω.
Όλα κυλούσαν ομαλά. Μέσα σε όλο το μυστήριο και το τρομακτικό που αισθανόμουν, φάγαμε, ήπιαμε κόκκινο κρασί, με περίεργη γεύση θα έλεγα. Μου είπε ότι ήταν από καλό εκλεκτό κελάρι της γειτονιάς. Γέλασα με αστείες ιστορίες που μου διηγήθηκε. Ιστορίες μάλλον του μπαμπά του ίσως και του παππού του. Είχα στο μυαλό μου μία δεμένη οικογένεια. Που στις γιορτές ο μεγαλύτερος σε ηλικία λέει για την εποχή του, για τις όμορφες γυναίκες, για τα αυτοκίνητα, για την εξοχή. Ήθελα να το φιλήσω αλλά φοβόμουν. Κάθε φορά που κοίταζα τα μάτια του καταλάβαινα το έντονο πάθος του, παράλληλα κάτι με ενοχλούσε. Κάποια στιγμή και εντελώς απρόσμενα με άρπαξε από τους ώμους και με έφερε κοντά στα χείλη του. Τα πόδια μου μούδιασαν.
Δεν αισθανόμουν πια τα πόδια μου. Πάγωσαν από το κρύο. Δεν μπορώ να τα ελέγξω. Να τα σηκώσω να τα κουνήσω. Σίγουρα θα με βρει. Ξαφνικά μία φλόγα άρχισε να καίει τα σωθικά μου. Κρίση πανικού. Έντρομη κοίταξα γύρω μου. Ήξερα ότι ήταν θέμα δευτερολέπτων να με βρει. Δεν ήθελα να πεθάνω. Κι όμως με τόσο αίμα γύρω μου που άρχισε να ποτίζει το χιόνι ήξερα πως ήταν θέμα χρόνου. Ξάπλωσα στο λευκό και κόκκινο κρύο στρώμα, περιμένοντας το θάνατο μου. Θυμήθηκα το φιλί του.
Με φίλησε και η ζέστη του δωματίου με τάραξε. Ξαφνικά ανατρίχιασα σε όλο μου το σώμα. Τύλιξα το λαιμό του στα χέρια μου και κλειδώθηκα στα χείλη του. Τα χάδια του έγιναν διερευνητικά πια. Τα χείλη του εγκατέλειψαν τα δικά μου και άρχισαν να διερευνούν το πρόσωπό μου. Έκλεισα τα μάτια μου.
Άνοιξα πάλι τα μάτια μου. Αντίκρισα τις μαύρες μπότες του στο λευκό χιόνι. Όλα τελείωσαν. Δεν είχα το κουράγιο ούτε να δακρύσω. Τον ήθελα. Τώρα πιο πολύ από πριν. Αλλά θα πέθαινα. Σήκωσα το κεφάλι μου. Το αίμα σταμάτησε να τρέχει. Έβαλα το χέρι μου στην πληγή και είδα ήδη ένα μικρό καύκαλο να σχηματίζεται στις μικροσκοπικές τρυπίτσες του λαιμού μου. Οι κυνόδοντές του σίγουρα θα μου άφηναν σημάδι. Δεν πονούσα πια. Τα πόδια μου ήταν βαριά αλλά μπορούσα να τα κινήσω. Έτεινε το χέρι του να με βοηθήσει να σηκωθώ. Με κοίταξε. Τα μάτια του ήταν πιο έντονα από ποτέ. Όμως αυτή τη φορά γεμάτα ανακούφιση. Μου χαμογέλασε.
Τον κοίταξα αινιγματικά. Δεν κατάλαβα πώς χαιρόταν. Τον ήθελα ναι. Αλλά πώς να ξεχάσω ότι δεν είναι φυσιολογικός, ότι δεν είναι άνθρωπος; Μόνο τα τέρατα δαγκώνουν, λυσσάνε, σκοτώνουν και εγώ δεν ήθελα να πεθάνω. Αυτή η σκέψη με κατέκλυσε.
«Μα δεν έχεις πεθάνει», μου είπε με ζεστή φωνή. Σαν να διάβασε την σκέψη μου. «Δε θα πεθάνεις ποτέ. Είσαι εδώ για πάντα. Και είμαι εδώ για σένα».
Το μυαλό μου άρχισε να γυρίζει. Δεν κατάλαβα τα λόγια του. Μάλλον δεν ήθελα να πιστέψω τα λόγια του. Δεν ήξερα, δεν φανταζόμουν, δεν περίμενα, δεν ήθελα. Αυτός ήθελε. Ξαφνικά το πάθος μου μεταμορφώθηκε σε μίσος. Με άλλαξε για να γίνω η δική του εικόνα. Ήθελα να τον σκοτώσω. Και ήξερα ότι όσα μαχαίρια και να του έμπηγα αυτός θα ήταν ακόμα εκεί. Ζωντανός, νεκρός. Απέθαντος. Έπρεπε να βρω τη λύση. Έπρεπε να τον τιμωρήσω. Θα περίμενα μέχρι να βρω τον τρόπο. Θα έπαιζα το παιχνιδάκι του, θα γευόμουν τον έρωτά του, αλλά τα μυαλά του θα τα τίναζα, θα τα έβλεπα να ρέουν μέσα στο κρύο όπως αυτός με στράγγισε από το δικό μου αίμα. Το τέλος θα ήταν κοντά. Το δικό του. Ήρθε η ώρα να κυνηγήσω.