Αθήνα, Ελευθέριος Βενιζέλος, τοπική ώρα:17:10

Στο σπίτι της Μαρίας, ο Άγιος Βασίλης έφερνε πάντα την Πρωτοχρονιά τα δώρα. Ακόμα και όταν εκείνη έπαψε να πιστεύει στην ύπαρξη του, το συνήθειο αυτό δεν μπόρεσε να το αλλάξει. Γι’ αυτό είχε επιβάλει και σε εκείνον να ανταλλάσσουν δώρα στη χαραυγή κάθε νέου έτους. Πόσα χρόνια είχαν περάσει άραγε από την Πρωτοχρονιά εκείνη, που είχε ευχηθεί το δώρο της να μην χωράει σε κανένα κουτί; Τόσο πολλά που δεν θυμόταν πια. Το μόνο που είχε απομείνει πλέον ήταν η δική της απογοήτευση, που το πολυπόθητο δώρο δεν θα ερχόταν ποτέ και εκείνου η ενοχή, που δεν μπορούσε να της το χαρίσει. Για έναν περίεργο λόγο είχε φορτωθεί οικειοθελώς όλη την ευθύνη και ας βεβαίωναν οι γιατροί πως ήταν θέμα του συνδυασμού τους. Είχαν δοκιμάσει στο παρελθόν να τραβήξουν χωριστούς δρόμους, μάταια όμως. Οι ζωές τους ήταν δεμένες τόσο άρρηκτα, που το “χώρια” έμοιαζε αβάσταχτο κάθε φορά και το “πρόβλημα” ανούσιο όταν δεν μπορούσαν να ξυπνάνε ο ένας δίπλα στον άλλο. Αποδέχτηκαν έτσι πως το “μαζί” τους δεν θα αποκτούσε ποτέ δική του υπόσταση και είχαν μάθει να λειτουργούν με αυτό ως δεδομένο. Και πλέον δεν πονούσε τόσο, όλες τις μέρες του χρόνου, εκτός από την Πρωτοχρονιά. Ό,τι και αν είχαν δοκιμάσει , το σαράκι αυτό δεν είχαν καταφέρει να το κατατροπώσουν την Πρωτοχρονιά. Λες και το κάθε καινούργιο ξεκίνημα ερχόταν για να θυμίσει αυτό που δεν θα έφερνε. Γύρισε και τον κοίταξε να κάθεται δίπλα της. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν… Τρυφερά έσφιξε την ζώνη του και έχωσε το μικρό της χέρι μέσα στο δικό του. Εκείνος της χαμογέλασε και της έσφιξε το χέρι. Το αεροπλάνο ήδη τροχοδρομούσε πάνω στον διάδρομο. Το περίεργο αυτό ταξίδι μόλις ξεκινούσε.

Λονδίνο, Gatwick, τοπική ώρα: 19:30

Αν κάποιος έλεγε στην κυρία Ευδοκία πως θα έμπαινε σε αεροπλάνο για πρώτη φορά λίγο μετά τα εβδομήντα, εκείνη θα τον περνούσε για τρελό. Να όμως που ήταν ήδη σχεδόν πέντε ώρες μέσα στο αεροπλάνο. Ο ανεφοδιασμός κόντευε να τελειώσει και σύντομα θα βρίσκονταν και πάλι στον αέρα, μέσα στην κοιλιά του σιδερένιου πουλιού. Κοίταξε τα πόδια της και χάρηκε που η φίλη της η Φρόσω της είχε χαρίσει αυτές τις κάλτσες. Ο μόνος φόβος της όταν το είχε πάρει απόφαση, ήταν να μην πρηστούν τα πόδια της που υπέφεραν ήδη από κιρσούς, φλεβίτη και αρθριτικά. Η επόμενη πτήση θα διαρκούσε σχεδόν δέκα ώρες. Ήπιε το χάπι της πίεσης και ξάπλωσε λίγο το κάθισμα της προς τα πίσω. Χάζεψε τους συνεπιβάτες της και θύμωσε με το ζευγάρι που καθόταν δεξιά της. Μα γιατί το έκαναν αυτό όλοι οι νέοι άνθρωποι; Γιατί επέλεγαν να είναι μακριά από τις ρίζες τους τέτοιες μέρες; Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία… “Μαμά βρήκαμε και φέτος προσφορά εισιτήρια για το εξωτερικό, θα έρθουμε να σε δούμε τα Φώτα.” Άραγε καταλάβαινε πόσο την πονούσε αυτή η επιλογή του; Ένα δάκρυ κύλησε στο ρυτιδιασμένο της μάγουλο και όσο ο ύπνος ερχόταν να καθίσει στα γέρικα βλέφαρα της, σαν ταινία τρεμόπαιξαν εικόνες από αλλοτινά Χριστούγεννα. Ο συγχωρεμένος ο άντρας της να στήνει το δέντρο, εκείνη να πλάθει τα μελομακάρονα και ο μικρός να τρέχει χαρούμενος με το αστέρι στο χέρι γύρω από το τραπέζι. “Εγώ θα το βάλω μανούλα στην κορυφή! Εγώ!!!!” δήλωνε και η εικόνα χανόταν μέσα στην λήθη του ύπνου.

Σιάτλ, Sea-Tac, τοπική ώρα: 22:10

Ο Βαγγέλης είχε ξαναπεράσει από αυτό το αεροδρόμιο. Φοιτητής ήταν τότε και με έναν φίλο είχαν κάνει αυτό το υπερατλαντικό ταξίδι. Τότε πίστευε πως η ζωή είναι μια βόλτα. Μια όμορφη βόλτα ανάμεσα σε σταθμούς, σαν αυτή που έκαναν απόψε. Τότε δεν ήξερε πως ένας σταθμός θα τον έκοβε για το υπόλοιπο της ζωής του στα δύο. Όχι, δεν της χρέωνε κάτι. Κατά γράμμα και με συνέπεια τηρούσε τη δικαστική απόφαση. Εκείνος τα Χριστούγεννα, εκείνη την Πρωτοχρονιά. Αυτό είχε ορίσει το δικαστήριο. Πότε θα συνήθιζε επιτέλους αυτό το μοίρασμα; Πότε θα έφευγε από μέσα του αυτό το κατακάθι της πίκρας. Σεβόταν την επιλογή της, να μην θέλει εκείνον πλέον σαν κομμάτι της ζωής της. Ήξερε καλά πως αντικειμενικά ήταν το σωστότερο. Αυτό που δεν μπορούσε να αντέξει ήταν η απουσία τους από την καθημερινότητα του. Και αυτή η γαμημένη η Πρωτοχρονιά την έκανε ακόμα πιο αβάσταχτη. Θα θελε να μπορούσε να κοιτάξει τα ματάκια τους όταν τα άνοιγαν εκείνο το πρωινό. Θα ήθελε η πρώτη δική του εικόνα του νέου έτους να περιλαμβάνει τις καστανές μπούκλες της κόρης του και τα στραβά δοντάκια του γιου του. Απορροφημένος στις σκέψεις του, δεν πρόσεξε τη γηραιά κυρία που επέστρεφε από την τουαλέτα, παρά μόνο όταν εκείνη άφησε διακριτικά μια καραμελίτσα ούζου δίπλα στο αυτοκινητάκι που είχε ακουμπισμένο στο αδειανό κάθισμα δίπλα του. Με ευγνωμοσύνη την ευχαρίστησε και ξετύλιξε την καραμέλα. Και όσο η γλύκα της καραμέλας μαλάκωνε μέσα του το θυμό, οι τουρμπίνες του αεροπλάνου έπαιρναν και πάλι μπροστά.

Τόκιο, Narita Int., τοπική ώρα: 15:45

Όταν έλεγε στους άλλους στην πλατεία τι τελικά αφορούσε η αγγελία, θα πάθαιναν εμπλοκή. Ποιος να του το έλεγε πως το “σεντόνι” του εκείνη την ημέρα θα τον οδηγούσε σήμερα εδώ. Ένα συνηθισμένο κρύο βράδυ του Δεκέμβρη ήταν, όταν εντελώς τυχαία, όπως ήταν ξαπλωμένος στο χαρτόκουτο του, που ήταν καλυμμένο με εφημερίδες όπως πάντα, πρόσεξε το περίεργο κάλεσμα. Το συνήθιζε αυτό για να τον παίρνει ο ύπνος και να ξεχνάει το κρύο και την πείνα. Διάβαζε ό,τι βρισκόταν μπροστά στα μάτια του. Έτσι, εκείνο το βράδυ διάβασε την περίεργη αγγελία και τώρα διαπίστωνε πως, αν είχε στρώσει ανάποδα το φύλλο της εφημερίδας, δεν θα έβλεπε πότε όλα αυτά που είχε δει τις τελευταίες ώρες. Ο γιατρός στο κέντρο αστέγων του το είχε ξεκαθαρίσει. Λίγα ήταν τα ψωμιά του. Με το νέο χρόνο θα έπρεπε οπωσδήποτε να μπει σε νοσοκομείο και το πιθανότερο ήταν να μην έβγαινε ποτέ ξανά από εκεί. Αρχικά του είχε φανεί καλό το νέο. Με τα μεγάλα κρύα θα είχε ένα μαλακό κρεβάτι και λίγο ζεστό φαΐ. Το έλεγες και πρωτοχρονιάτικο δώρο από μια άποψη. Η ζωή όμως, ακόμα και όταν έχει φτάσει στο χαμηλότερο σκαλί αξιοπρέπειας, είναι γλυκιά. Και εκείνος δεν ήθελε να έρθει η Πρωτοχρονιά και ας έτρεμε από την παγωνιά. “Θες να αποφύγεις την Πρωτοχρονιά; Έλα να κυνηγήσουμε παρέα τον ήλιο!” έγραφε η αγγελία και από κάτω είχε μια διεύθυνση. Δεν ήξερε ο Αντώνης τι σήμαινε αυτό το “κυνηγάω τον ήλιο”. Εκείνος μια ζωή χίμαιρες κυνηγούσε. Το μόνο που ήξερε με σιγουριά ήταν πως ήθελε να αποφύγει την Πρωτοχρονιά και ό,τι αυτή θα έφερνε μαζί. Κοίταξε το ολοκαίνουργιο διαβατήριο του και τη φωτογραφία πάνω σ αυτό. Εκείνοι του το είχαν εκδώσει μέσα σε λίγες μέρες. Για πρώτη φορά από την ώρα που είχαν ξεκινήσει από την Αθήνα, έξω δεν ήταν πίσσα νύχτα. “Μάλλον γι’ αυτό την έλεγαν χώρα του Ανατέλλοντος ηλίου”, σκέφτηκε και μασούλησε με θόρυβο λίγα φιστίκια. Σίγουρα κανένας δεν θα τον πίστευε στην πλατεία. Τι σημασία όμως είχε, αν τον πίστευαν ή όχι; Εδώ και εκείνος δυσκολευόταν να πιστέψει τι προσπαθούσαν, τόσοι άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, να πετύχουν. Η κούραση πάντως είχε γλυκάνει λίγο τα πρόσωπα όλων. Ακόμα και ο σαρανταπεντάρης που καθόταν διαγώνια του και που σχεδόν όλο το ταξίδι κρατούσε σφιχτά ένα παιδικό αυτοκινητάκι στο χέρι του, κοιμόταν γαλήνιος. Αθόρυβα σηκώθηκε και έπιασε το αμαξάκι που πέσει στην μοκέτα και το ακούμπησε και πάλι στο άδειο κάθισμα δίπλα του. Ο πιλότος ανακοίνωνε πως ο ανεφοδιασμός είχε ολοκληρωθεί και πως περίμεναν να πάρουν άδεια απογείωσης. Είχε έρθει και πάλι η ώρα να δέσει τη ζώνη του.

Ντουμπάι, Dubai Int., τοπική ώρα : 23:30

“Τα λεφτά δεν αγοράζουν την ευτυχία. Ναι, δεν αγοράζουν τη δική σου ευτυχία… Μπορούν όμως να αγοράσουν την ευτυχία κάποιων άλλων. Πλέον το ξέρω καλά. Μου στοίχισε λίγο παραπάνω από ό,τι υπολόγιζα. Και σε χρόνο και σε χρήμα, μου κόστισε κάτι παραπάνω. Δεν ήταν εύκολο να οργανωθεί όλο αυτό. Χρειάστηκε να επιστρατευτεί ολόκληρη ομάδα που δούλεψε τόσο τον προγραμματισμό του σχεδίου πτήσης, όσο και την υλοποίηση. Άξιζε όμως και το παραμικρό ευρώ! Στην μάταια και ανούσια ζωή μου ως κληρονόμος μια τεράστιας περιουσίας, αυτό το ταξίδι είναι το μόνο για το οποίο θα είμαι περήφανος όταν κλείσω τα ματιά μου, και ας λένε οι οικονομικοί σύμβουλοι μου πως είμαι τρελός. Τα κακομαθημένα παιδιά μου, ήδη ετοιμάζονται να μου ζητήσουν να παραιτηθώ της διαχείρισης των οικογενειακών επιχειρήσεων και δεν σκοπεύω να τους χαλάσω χατήρι. Πέτυχα το σχεδόν ακατόρθωτο. Σε μισή ώρα θα έχουμε πιάσει τον στόχο μας. Τον ήλιο μπορεί να μην τον πιάσαμε, αλλά τον κυνηγήσαμε περήφανα. Λίγοι ξέρουν τι σημαίνει το φαινόμενο “chase the sun”. Τη σιχαίνομαι την Πρωτοχρονιά. Όταν από βρέφος έχεις τα πάντα, τίποτε δεν μπορεί να σε ευχαριστήσει. Μια ζωή ζήλευα την ικανοποίηση των άλλων όταν άνοιγαν τα δώρα τους. Εμένα ποτέ, κανένα δώρο δεν μπόρεσε να μου χαρίσει έστω και λίγη ευτυχία και ας είναι αλαζονικό αυτό που λέω. Για πρώτη φορά επιτέλους αγόρασα κάτι που μου χάρισε ευτυχία μέσω της ευτυχίας τρίτων. Χρόνε, κατάφερα να σε κατατροπώσω. Πρωτοχρονιά, κατάφερα να σε εξαφανίσω! Ήλιε, βγήκα στο κατόπι σου… Το ταξίδι μπορεί σιγά σιγά να τελειώσει.”

Αθήνα, Ελευθέριος Βενιζέλος, τοπική ώρα: 03:00

“Σε δέκα λεπτά προσγειωνόμαστε στο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο καιρός στην Αθήνα είναι αίθριος με βορειοδυτικούς ανέμους και η θερμοκρασία αυτήν τη στιγμή είναι 6 βαθμοί Κελσίου. Η τσάρτερ πτήση “κυνηγώντας τον ήλιο” έφτασε στο τέλος της. Αναχωρήσαμε στις 31/12/2017 στις 17:10 τοπική ώρα Ελλάδας και αυτήν τη στιγμή είναι 03:02 ξημερώματα 2/1/2018. Μια πλήρης περιστροφή της γης και γίναμε όλοι μαζί δραπέτες της φετινής Πρωτοχρονιάς. Ο κυβερνήτης, οι συγκυβερνήτες και το προσωπικό του αεροσκάφους εύχονται σε όλους τους επιβάτες το νέο έτος να είναι απαλλαγμένο από μάταιες προσμονές. Μια μέρα είναι η Πρωτοχρονιά, όπως όλες οι υπόλοιπες. Παρακαλώ δέστε τις ζώνες σας.”