Κυριακή κοντή γιορτή, λέει η γνωστή παροιμία….
Αν με ρωτήσεις σήμερα πως νιώθω για τις Κυριακές θα σου πω πως με πιάνει μία μελαγχολία. Και είναι εξαιρετικά περίεργο που ανεβάζονται τα κείμενα μου Κυριακές. Σημαδιακό θα το έλεγα. Παρόλ’ αυτά, για κάποιο λόγο, αυτή τη φορά η Κυριακή με γέμισε με νοσταλγία γιατί ήρθαν στο μυαλό μου αναμνήσεις από τις πραγματικές Κυριακές που έχω ζήσει στη ζωή μου και με γέμισαν αγάπη, θυμίζοντας μου πως είναι πραγματικά.
Όταν ήμουν παιδάκι, οι Κυριακές ήταν οι αγαπημένες μου. Σηκωνόμασταν το πρωί από το κρεβάτι χωρίς «Έλαααα ρε μαμά, άφησε μας λίγο παραπάνω να κοιμηθούμε!!», πίναμε το γάλα μας χωρίς γκρίνια και αμέσως μετά μας φόρτωνε ο μπαμπάς στο αυτοκίνητο να πάμε εκδρομή. Πρώτη στάση ήταν βεβαίως να πάμε το μοσχάρι γιουβέτσι στον γειτονικό φούρνο για να είναι έτοιμο κατά την επιστροφή μας. Θυμάμαι τη μαμά μου να βάζει με ευλάβεια τα υλικά στο μεγάλο στρογγυλό μαντεμένιο ταψί που είχαμε για τον φούρνο και μετά με επίσημο ύφος να το παραδίδει στον φούρναρη. «Κυρ Νίκο θα επιστρέψουμε σε κανα δίωρο, βάλε όλη σου την τέχνη κι αυτή τη φορά» και ο κυρ Νίκος, φορώντας την λευκή ποδιά να της κλείνει το μάτι και να τη διαβεβαιώνει πως θα κάνει θαύματα.
Το λευκό lada μας περίμενε να μπούμε όλοι μέσα και στη συνέχεια ξεκινούσε το ταξίδι του. Θυμάμαι ακόμα και τώρα τον ενθουσιασμό μου και του αδερφού μου μέσα στο αυτοκίνητο για το που θα πηγαίναμε. Ο μικρός ήταν καθισμένος στη μόνιμη θέση του ανάμεσα στα μπροστινά καθίσματα, παρακολουθούσε συνεπαρμένος το ταξίδι μας ενώ εγώ κολλούσα τη μύτη στο παράθυρο πίσω από το κάθισμα της μαμάς και φανταζόμουν εικόνες, λέξεις, συναισθήματα. Ο σκύλος ήταν σταθερά σκαρφαλωμένος στον αριστερό ώμο του μπαμπά από το πίσω κάθισμα με το κεφάλι έξω από το παράθυρο και τον αέρα να ανεμίζει τα αυτιά του. Η μαμά τραγουδούσε πάντα το τραγούδι που έπαιζε εκείνη τη στιγμή στο κασετόφωνο και εγώ με τον αδερφό μου γελούσαμε κρυφά γιατί ποτέ δεν πήγαινε με το ρυθμό του τραγουδιού αλλά είχε μία χρονοκαθυστέρηση. Και όσο εμείς γελούσαμε τόσο αυτή συνέχιζε, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της λίγο παραπάνω, κάνοντας τον μπαμπά που οδηγούσε να χαμογελάει γλυκά.
Ο αγαπημένος προορισμός μας τις περισσότερες φορές ήταν ο Λυκαβηττός. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που ακόμα και τώρα, όταν θέλω να γαληνέψω, θα ανεβώ πάνω ψηλά για να θαυμάσω τη θέα και να έρθω πιο κοντά στην παιδική αθωότητα μου. Τώρα που το σκέφτομαι, ένιωθα ότι ταξιδεύαμε ώρες ολόκληρες για να φτάσουμε εκεί ενώ σήμερα ξέρω ότι η απόσταση ήταν μόνο 5 χιλιόμετρα, ίσως και λιγότερα. Το παιδικό μυαλουδάκι είναι απίστευτο πόση επιμήκυνση του χρόνου κάνει μόνο και μόνο για να χωρέσει τον ενθουσιασμό του μέσα.
Μόλις φτάναμε παρκάραμε το lada με φάτσα στη θέα, ανοίγαμε τις πόρτες με ενθουσιασμό ενώ η μαμά φώναζε να μην τρέχουμε, να φορέσουμε τα μπουφάν μας και να βάλουμε το λουρί στο σκύλο για να μην ξαμοληθεί και τον ψάχνουμε στον Πειραιά και με ανυπομονησία ξεκινούσαμε το οδοιπορικό μας. Πόση χαρά κάναμε να περπατάμε μέσα στα μονοπάτια του Λυκαβηττού, να ανεβαίνουμε στους βράχους και να αφήνουμε τον ήλιο να κάψει τα πρόσωπα μας….
Μόλις τελείωνε η βόλτα μας άφηνε ο μπαμπάς να παίξουμε μπάλα στην αλάνα ενώ η μαμά καθόταν στο παγκάκι και μας χάζευε και στη συνέχεια μας φόρτωναν στο αυτοκίνητο για να πάμε να πιούμε ουζάκι στον Αποσπερίτη που βρισκόταν λίγο παρακάτω. Δυο πορτοκαλάδες χωρίς ανθρακικό και δύο ουζάκια με μία μικρή ποικιλία «Δεν θα φάτε πολύ για να μη σας κοπεί η όρεξη» έλεγε με επιβλητικό ύφος η μαμά κι εμείς ορμούσαμε στα κεφτεδάκια και τα λουκανικάκια της ποικιλίας σαν λιμασμένα μετά το περπάτημα και το παιχνίδι.
Φορτωμένοι και πάλι μέσα στο ταλαίπωρο lada επιστρέφαμε στο φούρνο όπου μας περίμενε το μαγειρεμένο μοσχαράκι και μία ζεστή φραντζόλα ψωμί και βουρ για το κυριακάτικο τραπέζι. Ο μπαμπάς έκοβε τη σαλάτα, η μαμά έβαζε το φαγητό στα πιάτα και καθόμασταν όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι της κουζίνας να φάμε φαγητό μοσχομυριστό. Ο μπαμπάς μας φώναζε να φάμε και σαλάτα, η μαμά μας πίεζε να φάμε όλο το φαγητό μας ενώ ο σκύλος μας παρακαλούσε κάτω από το τραπέζι να του ρίξουμε μεζεδάκι μέχρι να γεμίσει και το δικό του μπολ με φαγητό. Στο τέλος η μαμά μας έλεγε όλο χαρά ότι θα τρώγαμε σαλάμι, το γνωστό μωσαϊκό και ουρλιάζαμε από χαρά αφού δεν έμπαιναν ποτέ γλυκά στο σπίτι μας. Έπαιρνε το μεγάλο τάπερ που είχε στην κατάψυξη με το γλυκό και, ακολουθώντας την ιεροτελεστία χρόνων, ορμούσαμε και οι τέσσερεις πάνω στο κρεβάτι των γονιών μας με τέσσερα κουταλάκια και πιάναμε από μία γωνία του τάπερ ο καθένας να φάμε το υπέροχο γλύκισμα μέχρι τη στιγμή που η μαμά μας έλεγε τέλος και αναγκαστικά σταματούσαμε, έχοντας κλέψει μία τελευταία κουταλιά στο τέλος.
Ορμούσαμε στην τηλεόραση να δούμε μία ταινία στο βίντεο που ήταν προσεκτικά διαλεγμένη από τους γονείς μας και μετά αναγκαστικά ύπνος μέχρι το απόγευμα που ήταν η χειρότερη ώρα αφού έπρεπε να τελειώσουμε τα μαθήματα για τη Δευτέρα και δεν μας έκανε καρδιά. Φωνές, κλάματα αλλά επιτέλους ολοκληρωνόταν η διαδικασία για την επόμενη μέρα.
Την ώρα που πέφταμε για ύπνο θυμάμαι ακόμα τη μαμά να έρχεται στα κρεβάτια μας και να τραγουδάει στον αδερφό μου το «Αν θα πας καμιά φορά στο Μεξικό, κι αν θα βάλεις στο κεφάλι σου σομπρέρο…» ενώ σε μένα, τη ρομαντική, μου τραγουδούσε «Τα γαλάζια σου γράμματα, τρυφερές αναμνήσεις….» μας αγκάλιαζε με αγάπη και μετά με ένα γλυκό φιλί μας έλεγε καληνύχτα. Βεβαίως ποτέ δεν κοιμόμασταν αμέσως με τον αδερφό μου, μιλούσαμε και γελούσαμε μέχρι που έσκαγε ξανά μύτη στο δωμάτιο απειλώντας μας ότι θα φάμε το ξύλο της χρονιάς μας για να κλείσουμε επιτέλους τα μάτια μας, γεμάτοι πλέον από εμπειρίες που διαρκούν μέχρι σήμερα.
Κυριακή κοντή γιορτή. Έτσι λέει η γνωστή παροιμία. Και, ακόμα κι όταν το ξεχνάω με το πέρασμα του χρόνου, έτσι παραμένει βαθιά στην καρδιά μου.

Ta Bizoudakia tis Attartis