Αθήνα, Αύγουστος 2004

Η ζέστη σφυροκοπά αλύπητα το κατάμεστο στάδιο, χωρίς ωστόσο να καταφέρνει να αποτρέψει στο ελάχιστο τους διεκδικητές της ύψιστης διάκρισης, που έχουν συρρεύσει από όλες τις γωνιές του κόσμου. “Κλαίρη, έχω ένα αλλεργικό στη στάση 14. Μπορείς να επιληφθείς, επειδή αυτήν τη στιγμή βλέπω μια εξάρθρωση ώμου;” “Κανένα πρόβλημα, Πάνο. Το αναλαμβάνω εγώ”. Με γρήγορα βήματα καταφθάνει στο σημείο της κλήσης. Τον βλέπει καθιστό και σκυμμένο σε μια καρέκλα, να κρατά με το αριστερό του χέρι τον δεξιό του βραχίονα. “Hello, Sir! I’m Claire. What’s your emergency?” του λέει χαμογελαστά. Ανασηκώνει το κεφάλι. Το καταπράσινο βλέμμα του, συναντά για πρώτη φορά τα δικά της μάτια. Επικρατεί μια παράξενη παύση, μια απρογραμμάτιστη σιωπή, λες και κάποιο ακαθόριστο μαγνητικό πεδίο τους κρατά εκεί, να κοιτάζονται κατάματα και να μην μπορούν να αρθρώσουν λέξη. Ένας μικρός αναστεναγμός βγαίνει από το στόμα του, υποδηλώνοντας πως το τσίμπημα του προκαλεί σουβλιές. Τα δυο στρογγυλά λιβάδια στο πρόσωπό του, ανοιγοκλείνουν γρήγορα. “Γεια σου, χέρι πονάει, μέλισσα δάγκωσε”, ψελλίζει σε σπαστά Ελληνικά. Ένα αυθόρμητο γέλιο ζωγραφίζεται στο στόμα της Κλαίρης, η οποία σπεύδει να περιθάλψει τον ασθενή της. “Εντάξει, λοιπόν, για να δούμε τι έχουμε εδώ. Μιλάς κι Ελληνικά, οπότε θα συνεννοηθούμε άψογα!” του λέει, ενώ ξεκινά να περιεργάζεται την πληγή του. “Ναι, μιλάω λίγο, έχω και κάποιους φίλους στο Ελλάδα… αααααααααουτς!!!” Η κραυγή από την πίεση που άσκησε στο τραύμα η Κλαίρη, διακόπτει τον λόγο του. “Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα, απλά πρέπει να το καθαρίσω, για να μη μολυνθεί. Συγγνώμη αν σε πόνεσα”. Την παρατηρεί με τα δικά του μάτια καρφωμένα επάνω της, όση ώρα εκείνη τον περιποιείται. “Και τώρα θέλω μια βαθιά ανάσα από σένα, εντάξει;” “Ανάσα;” ρωτά με απορία, με τον τόνο της φωνής του να προδίδει ένα μέρος της σκέψης του. “Ανάσα, ναι! Take a breath, please!” Προτού προλάβει να το συνειδητοποιήσει, η ενέσιμη κορτιζόνη είχε περάσει στις φλέβες του. Κι όμως, δεν ήταν μόνο αυτό. Ένιωθε παράξενα, σαν να είχε δεχτεί μέσα του και κάτι άλλο, εκτός από το φάρμακο. Σαν να τον είχε ποτίσει με κάτι δικό της, η αίσθηση του αγγίγματος της, είχε καταφέρει να εισχωρήσει αστραπιαία. “Τώρα, θα περιμένουμε λίγη ώρα να δούμε αν όλα είναι εντάξει, θα σου μετρήσω και λίγο την πίεση, και σε λίγο θα μπορείς να επιστρέψεις στα καθήκοντά σου. Πως νιώθεις;” Μια γνώριμη κι αγαπημένη μελωδία διακόπτει τη στιχομυθία τους. “Lane moje, ovih dana više i ne tugujem. Pitam samo da l’ si sama, ljude koje ne čujem.” Η Κλαίρη απαντά βιαστικά στο κινητό της, βλέποντάς τον να την περιεργάζεται αχόρταγα, σχεδόν προκλητικά. “Da li vam se dopada pesma?” τη ρωτά, την ώρα που κατεβάζει το τηλέφωνο από το αυτί της. “Συγγνώμη;” απαντά εκείνη, αυθόρμητα. “Χαχαχαχα, νόμιζα μιλάς Σερβικά. Το τραγούδι αυτό Σερβικό. Σε ρώτησα αν αρέσει εσένα. Σέρβος είμαι εγώ, Miroslav…”

Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 2004

Η Ελλάδα έχει μόλις αποχαιρετήσει τους φιλοξενούμενους της, που είχαν καταφθάσει απ’ όλη την υφήλιο. Χιλιάδες κόσμου απόλαυσαν τη φιλοξενία και τις ομορφιές του τόπου αυτού. Κι ανάμεσά τους, δυο ψυχές κατάφεραν να ενωθούν απρόβλεπτα, άξαφνα. Είχαν κληθεί αμφότεροι να προσφέρουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους, για τους σκοπούς του μεγαλειώδους θεσμού. Και κάπου εκεί, θαρρείς σαν κάποια συμπαντική δύναμη να όριζε τις μοίρες τους, οι δρόμοι τους συναντήθηκαν. Αναμένει καρτερικά στο σημείο του ραντεβού, σιγοψιθυρίζοντας τους στίχους του “Lane moje”. Στο μυαλό της ανασύρονται εικόνες από μνήμες νωπές. Βραδινή βόλτα στο Μοναστηράκι, με τον Miroslav να της μεταφράζει τα λόγια του τραγουδιού. Μαγική η δύναμη της μουσικής! Ακούς κάτι σε μια γλώσσα παντελώς άγνωστη, κι όμως καταφέρνει να σε σαγηνεύσει, χωρίς απαραίτητα να κατανοείς τι λέει. Έτσι την είχε μαγέψει η μελωδία του Zeljko, κάπως έτσι κατάφεραν να την κατακτήσουν και τα καταπράσινα μάτια του Miroslav. Για δέκα πέντε ημέρες είχαν και οι δυο παρασυρθεί σε μια δύνη απερίγραπτη, σε έναν τυφώνα πρωτόγνωρου πάθους, που καμιά λέξη δεν είναι αρκετή για να τον περιγράψει. Κι ύστερα, είχε έρθει η ώρα του αποχωρισμού. Τα χιλιόμετρα είχαν δηλώσει την παρουσία τους αποφασιστικά, ωστόσο δεν είχαν καταφέρει να γίνουν εμπόδιο, ανάμεσά τους. Αντίθετα, τροφοδότησαν σθεναρά τα συναισθήματα, έκαναν την προσμονή πιο ορμητική, πιο σημαντική. Αυτήν την προσμονή, που μόλις τώρα έφτανε στο τέλος της. Το κάτασπρο χαμόγελό του, σκόρπισε λευκό φως σε ολόκληρη την πλατεία. Γιόρταζε μαζί τους η αδερφή του Αλέξανδρου, του μεγάλου στρατηλάτη, σαν να είχε βάλει κι αυτή το χεράκι της, για να συναντηθούν ξανά. Η Κλαίρη χώθηκε βιαστικά στην αγκαλιά του, προσπαθώντας να ρουφήξει και το τελευταίο δευτερόλεπτο από την ολιγοήμερη επίσκεψη. Γνώριζε πως ο χρόνος θα κυλούσε γρήγορα, ήταν ο μεγάλος τους αντίπαλος. Κι όμως, κανείς από τους δυο τους δεν σκόπευε να παραδοθεί αμαχητί. Ήταν αποφασισμένοι να τον αντιμετωπίσουν στα ίσια!

Βελιγράδι, Ιανουάριος 2005

Περπατούν κατά μήκος του Δούναβη, με τα χέρια τους να μην έχουν ξεκολλήσει ούτε στιγμή, από την ώρα που έφτασε. Τα είδωλά τους καθρεφτίζονται στα γαλάζια νερά. Κοντοστέκονται και παρατηρούν την εικόνα. Σιωπούν. Την έχουν μάθει τη σιωπή, την έχουν συνηθίσει. Πολλές οι στιγμές της πρακτικής σιωπής μέσα στην ημέρα τους, που όμως δεν τους ενοχλεί, πια. Ξέρουν ότι δεν σημαίνει απολύτως τίποτα γι’ αυτούς, έχουν καταφέρει να επικοινωνούν χωρίς λόγια, χωρίς εικόνα αληθινή. Μόνο με τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, ακόμα κι αν μεσολαβήσουν ημέρες ολόκληρες, χωρίς να μιλήσουν. Συνεχίζουν να περιπλανώνται στην πόλη. Ο Miroslav προσπαθεί να της δείξει τις ομορφιές του δικού του τόπου, να την ξεναγήσει σε -όσο μπορεί- περισσότερα κομμάτια της δικής του ζωής. Τη συστήνει στους φίλους του, την πηγαίνει στο σχολείο που εργάζεται, τη γνωρίζει στους γονείς και την αδερφή του. Έξω από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Σάββα, τον βλέπει να δακρύζει. Με αναφιλητά ακούγεται από το στόμα του το πρώτο τους “σ’ αγαπώ”. Πόσες φορές ακόμα επρόκειτο να το πουν ο ένας στον άλλο! Πόσες ακόμα φορές θα σιγοτραγουδούσαν αγκαλιασμένοι “Kad’ na te pomislim, bojim se da te opet zavolim”….

Σαντορίνη, Ιούλιος 2005

Τούτη τη φορά είχε μεσολαβήσει μεγάλο διάστημα. Είχαν λείψει πολύ ο ένας στον άλλο, αλλά δεν επέτρεπαν στην χρόνο και την απόσταση να τους δηλητηριάσουν. Αντίθετα, είχαν βρει τον τρόπο να χρησιμοποιούν τις παραμέτρους αυτές προς όφελός τους, ενδυναμώνοντας τη σχέση τους. Πήγαιναν κόντρα, το γνώριζαν… Κόντρα στις στατιστικές, κόντρα στην κοινή λογική, κόντρα σε ό,τι προσπαθούσε να μπει ανάμεσά τους. Ήταν τόση η ένταση και η φόρα των συναισθημάτων τους, όμως, που διέλυε στο πέρασμά της οτιδήποτε με υλική υπόσταση. Σφιχταγκαλιασμένοι κάθονται στις πέτρες της Καλντέρας κι ατενίζουν τον ατέρμονο ορίζοντα. Κάνουν όνειρα, οραματίζονται μια κοινή πορεία. Στη θέα του ηλιοβασιλέματος από το Ημεροβίγλι, ορκίζονται αγάπη παντοτινή. Και κάτι μέσα τους, τους λέει πως η ώρα εκείνη πλησιάζει!

Βελιγράδι, Δεκέμβριος 2005

Η διαδικτυακή επικοινωνία βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα, παρά ταύτα η Κλαίρη και ο Miroslav εκμεταλλεύονται κάθε νέα τεχνολογική εξέλιξη, για να μπορούν να συνομιλούν όσο πιο συχνά γίνεται. Οι βιντεοκλήσεις και οι συνομιλίες μέσω κάμερας στον υπολογιστή, έχουν γίνει τα πολύτιμα εργαλεία τους, η καθημερινότητά τους. Οι Γιορτές στη χώρα του αγαπημένου της, ήταν κάτι που περίμενε με ανυπομονησία. Είχε καταφέρει να πάρει δεκαήμερη άδεια από τη δουλειά της και σκόπευε να την περάσει μέχρι και το τελευταίο λεπτό μαζί του. Το δείπνο στο υπέροχο πλωτό εστιατόριο, μέσα στον Δούναβη, φάνταζε ονειρικό. Ένα όνειρο, που αυτήν τη στιγμή έπαιρνε σάρκα και οστά. Η εικόνα των ήρεμων νερών του ποταμού, σε συνδυασμό με τη ζεστή και ρομαντική ατμόσφαιρα του χώρου, την έκαναν να νιώθει υπέροχα. “Θα ήθελα να έμενα για πάντα εδώ! Να σταματούσα τον χρόνο σε αυτήν τη στιγμή!” O Miroslav χαμογελά αμήχανα. Από το πρωί σήμερα είχε παρατηρήσει κάτι περίεργο πάνω του, κάτι απροσδιόριστο. Κινείτο όλη την ημέρα αλλοπρόσαλλα, σχεδόν ύποπτα. Αινιγματικές γκριμάτσες είχαν διαγραφεί στο πρόσωπό του. Δυο-τρία περίεργα τηλεφωνήματα, που δεν μπορούσε να καταλάβει σε τι αφορούσαν. Κι αυτή η ξαφνική έξοδός του από το σπίτι, το πρωί; Τι σήμαινε; Που είχε πάει; Αρχικά είχε υποθέσει ότι επρόκειτο για κάποιο ζήτημα σχετικό με τη δουλειά του. Δεν ήθελε να γίνει φορτική και αδιάκριτη, γι’ αυτό και το είχε αποσιωπήσει. Καθώς όμως η ώρα περνά, διαπιστώνει ότι ο προβληματισμός αυτός είναι ακόμα εκεί, στοιχειώνει το πρόσωπό του, καθώς και τις στιγμές τους. “Μπορείς να μου πεις τι συμβαίνει, σε παρακαλώ; Από το πρωί σε βλέπω κάπως, σαν κάτι να σε παιδεύει”. “Αλήθεια είναι, κάτι σκέφτομαι. Και θέλω κάτι να πω. Αλλά, σε παρακαλώ, μη μιλήσεις, μέχρι να τελειώσω. Συμφωνούμε;” Ένας κόμπος ανεβαίνει στον λαιμό της. Προσπαθεί να παραμείνει ψύχραιμη. Η εισαγωγή αυτή δεν την έχει βοηθήσει καθόλου, αντίθετα την έχει αναστατώσει. “Σε ακούω, Miroslav. Πάντα σε ακούω, το ξέρεις!!!” “Μισό λεπτό, παρακαλώ!” Με ένα νεύμα του, καλεί τον σερβιτόρο. Ανταλλάσσουν μια σύντομη στιχομυθία και ο νεαρός απομακρύνεται. “Λοιπόν, Κλαίρη. Μπορούσα να πω Αγγλικά, να καταλάβεις πιο καλά, αλλά δεν θέλω. Θέλω να σου πω σε δική σου γλώσσα. Εγώ μπορεί να μη μιλάω καλά γλώσσα, αλλά καρδιά μου μιλάει πολύ καλά. Και καρδιά μου σε αγαπά! Και σε θέλει για πάντα, σε ζωή μου. Σε αγαπάω, Κλαίρη! Αγόρασα αυτό για σένα!” Από την τσέπη του σακακιού του, βγάζει ένα μικροσκοπικό μπλε κουτάκι. Το ανοίγει και της δείχνει ένα υπέρλαμπρο μονόπετρο. “Θέλω παντρευτούμε!” Ένας βιολιστής κάνει την εμφάνισή του από το πουθενά, παίζοντας τη μελωδία του “Lane Moje”. Ο σερβιτόρος πλησιάζει, φέρνοντας στον δίσκο του μια σαμπάνια και δυο κρυστάλλινα ποτήρια. Η Κλαίρη είναι σταστισμένη, σχεδόν εμβρόντητη. Δεν ξέρει πως να αντιδράσει. Δεν ταιριάζουν και με την ιδιοσυγκρασία της όλα αυτά, με τον τύπο της. Κι όμως, όλα όσα θεωρούσε παρωχημένα και μακριά από αυτήν, τώρα εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια της. Και το σημαντικότερο; Δεν την άφηναν καθόλου αδιάφορη, παρά σκορπούσαν ρίγη ικανοποίησης στο κορμί και το μυαλό της. “Ξέρω, δεν περίμενες. Δεν θέλω να είσαι άσχημα, μην απαντάς. Μόνο πάρε αυτό. Και υπόσχομαι κάποτε θα γίνει. Μόνο αυτό…”

Αθήνα, Μάιος 2006

Άλλη μια αφόρητα κουραστική εφημερία φτάνει στο τέλος της. Η Κλαίρη κάθεται στο γραφείο της, βγάζοντας έναν αναστεναγμό κόπωσης και συνάμα ανακούφισης. Ζήτημα να είχε κοιμηθεί 3 ώρες όλο κι όλο, μέσα σε σχεδόν τριάντα ώρες. Κλείνει για λίγο τα μάτια, για να χαλαρώσει. Δεν προλαβαίνει να αφεθεί, όταν η πόρτα χτυπά απότομα. Η Στέλλα, η προϊσταμένη των επειγόντων, μπαίνει φουριόζα στο δωμάτιο. “Κλαίρη μου, είναι ένας έξω και σε ζητά. Του είπα ότι έχεις σχολάσει, αλλά δεν μπορώ να συνεννοηθώ. Ξένος είναι, δεν βγάζω άκρη”. Η Κλαίρη πετάγεται απότομα από την καρέκλα. Δεν μπορεί να συμβαίνει, δεν γίνεται να είναι αυτό που νομίζει. Βγαίνει τρέχοντας στον διάδρομο. Δεν πιστεύει στα μάτια της! Μπροστά της στέκεται ο Miroslav, με το γνωστό χαμόγελο “του προβολέα”, όπως η ίδια του έχει αποδώσει. “Είσαι τρελός, παιδάκι μου; Το πρωί δεν μιλήσαμε, ενώ υποτίθεται ότι ετοιμαζόσουν να πας για δουλειά;” αναφωνεί, με ένα γέλιο να πνίγει τη δήθεν θυμωμένη της στάση. “Δουλειά ήμουν, Κλαίρη. Ήρθα σήμερα πρωί. Πήγα πρεσβεία Σερβίας σε Αθήνα, υπογράψω τα χαρτιά. Έρχομαι Ελλάδα, για πάντα!” Αργά το ίδιο βράδυ, τους βρίσκει στο σπίτι της Κλαίρης. Κουλουριασμένους μέσα στα σεντόνια, με τα κορμιά τους μπλεγμένα, να έχουν επικυρώσει ξανά και ξανά τη νέα συνθήκη. Δεν μπορούσε ακόμα να το πιστέψει κανείς τους. Λυτούς και δεμένους είχε επιστρατεύσει ο Miroslav, για να μπορέσει να πάρει την πολυπόθητη μετάταξη στην Αθήνα. Δεν είχε πει τίποτα στην πολυαγαπημένη του, για να μην της χαλάσει την έκπληξη. Είχε φτάσει επιτέλους η στιγμή. Όλα όσα δυο χρόνια τώρα τους χώριζαν, αποτελούν από σήμερα παρελθόν. Ένα “τίποτα”, που πέρασε και δεν ακούμπησε. Οι αποστάσεις, που τόσο είχαν παλέψει για να τους αποθαρρύνουν. Το χάσμα της γλώσσας, που με τον καιρό κατάφεραν να το εξαλείψουν. Κι ο χρόνος, αυτός που από την πρώτη στιγμή παραμόνευε τη σχέση τους για να χτυπήσει ύπουλα, τώρα πια είχε ηττηθεί κατά κράτος. Κι όλοι οι δρόμοι είχαν ανοίξει. Τους το χρωστούσε άλλωστε το σύμπαν. Για ποιον άλλον λόγο θα τους είχε διασταυρώσει, εάν δεν είχε τελικό σκοπό την κοινή τους ζωή;

Αθήνα, Νοέμβριος 2006

Η Κλαίρη βγαίνει τρέχοντας από την αίθουσα του χειρουργείου. Ευτυχώς όλα πήγαν σύμφωνα με τον προγραμματισμό. Δεν θα χρειαστεί να καθυστερήσει. Σε μια ώρα το πολύ θα έχει φτάσει στο αεροδρόμιο, όπως το έχουν κανονίσει. Βγάζει βιαστικά την ιατρική περιβολή και φορά τα ρούχα της. Γρήγορες οι σκέψεις, περνούν μπροστά από τα μάτια της. Πόσο σπουδαία μέρα έφτασε! Το κλείσιμο ενός κύκλου και το άνοιγμα ενός άλλου, πιο μεγάλου, πιο ακριβού! Ο Miroslav έρχεται για μόνιμη μετεγκατάσταση, από αύριο αναλαμβάνει υπηρεσία στην πρεσβεία. Και τα όνειρά τους, αρχίζουν να πραγματώνονται. Η διαδρομή μέχρι το αεροδρόμιο της φαίνεται ατέλειωτη. Απ’ όλες τις αναμονές που βίωσαν στα δυο αυτά χρόνια, η σημερινή είναι η πιο ανυπόφορη. Ίσως επειδή είναι και η τελευταία τους. Δεν θα χρειαστεί ποτέ ξανά να περιμένουν για τίποτα, από ‘δω και πέρα όλα θα πάνε όπως τα είχαν φανταστεί. Οι επιβάτες της πτήσης από Βελιγράδι έχουν αρχίσει να βγαίνουν. Ανυπομονεί να αντικρίσει τη φιγούρα του, να τον εντοπίσει ανάμεσα στους ταξιδιώτες. Η ώρα περνά, κι ένα περίεργο συναίσθημα αρχίζει να την κατακλύζει. “Για δες τι σου κάνει το άγχος. Χαλάρωσε, κορίτσι μου, όλα έχουν τελειώσει”, λέει στον εαυτό της. Αρκετά λεπτά αργότερα, παραμένει άφαντος. Δεν μπορεί να περιμένει άλλο, κατευθύνεται προς το γκισέ της αεροπορικής εταιρίας. Η υπάλληλος την ενημερώνει πως, άπαντες οι επιβάτες της πτήσης έχουν εξέλθει από την αίθουσα παραλαβής αποσκευών, εδώ και ώρα. Παγωμένος αέρας διαχέεται στο κάθιδρο σώμα της, τη σκίζει σαν το χειρουργικό νυστέρι που πριν από λίγη ώρα κρατούσε στα χέρια της. “Το κινητό! Πόσο ανόητη μπορεί να είμαι; Ξέχασα ν’ ανοίξω το κινητό!” Στη βιασύνη της να φύγει γρήγορα από το νοσοκομείο, είχε ξεχάσει εντελώς να ενεργοποιήσει το τηλέφωνό της. Ένας βομβαρδισμός από ειδοποιήσεις και μηνύματα φέρνουν σκοτάδι στα μάτια της. Το κορμί της παραλύει ολοκληρωτικά, η συσκευή του τηλεφώνου προσγειώνεται στο έδαφος. Η κομματιασμένη οθόνη αρνείται να διαλυθεί εντελώς, επιμένει πεισματικά να λειτουργεί. Η φωτεινή ένδειξη του μηνύματος αντανακλάται στα μάτια της με τη μορφή του μπλε φάρου, αυτού που τόσες φορές έχει αντικρίσει στην καριέρα της! “This morning, car accident near airport. Miroslav dead. I’m sorry, Jelena…”

Πεκίνο, Αύγουστος 2008

Τα έθνη της γης γιορτάζουν το τέλος μιας ακόμα κορυφαίας αθλητικής γιορτής. Πολύχρωμα χαρτάκια, μουσικές από την κινεζική παράδοση και ορδές κόσμου, να λικνίζονται στις μελωδίες του αποχαιρετισμού. Η Κλαίρη παρούσα και σ’ αυτήν τη διοργάνωση, μέλος της επίσημης ιατρικής ομάδας της ελληνικής ολυμπιακής αποστολής. Όπως είχε πρωτοκάνει και πριν από τέσσερα χρόνια, στην Αθήνα. Κι όπως τότε, έτσι και τώρα μια παράξενη λάμψη μαγνητίζει ξαφνικά το βλέμμα της. Μια πράσινη ακτίνα φωτός, που μάταια προσπαθεί να διακρίνει μέσα στο αλαλάζον πλήθος. Μια μελωδία αντηχεί άξαφνα μέσα στο κεφάλι της, ένας σκοπός εντελώς διαφορετικός από τον ρυθμό που βγάζουν τα ηχεία του σταδίου. Τα χείλη της ψιθυρίζουν αυθόρμητα τα λόγια….

https://www.youtube.com/watch?v=e5vd5YUvs2w

Lane moje, ovih dana (γλυκέ μου, αυτές τις μέρες)
više i ne tugujem. (ούτε καν θρηνώ πια)
Pitam samo da l’ si sama (ρωτάω μόνο αν είσαι μόνος)

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΚΟΣ