Με κόπο σήκωσε το βλέμμα και αντίκρισε το φεγγάρι. Μεγάλο, ολοστρόγγυλο, λαμπερό. Χαμογέλασε πικρά… Αυτή ήταν η μόνη σταθερά της ζωής της πια. Το φεγγάρι. Κάθε νύχτα διαφορετικό, μα πάντα πιστό στο ραντεβού του, ήξερε πότε θα το βρει στη θέση του. Το κοίταζε σα να περίμενε να βρει εκεί τις απαντήσεις που ζητούσε. Ένιωθε απογοητευμένη. Κουρασμένη. Ναι, αυτό ήταν, κουρασμένη.


Πότε πήρε τον λάθος δρόμο; Ποια ήταν η απόφαση που ρήμαξε τη ζωή της; Πώς γκρεμίστηκαν όλα σε μια στιγμή; Πού πήγε το κορίτσι που ήταν κάποτε; Το κορίτσι… Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έπαψε να είναι κορίτσι; Αισθανόταν τόσο γερασμένη πια. Είχε συσσωρευτεί πολύς πόνος στην ψυχή της και την γέρασε πριν την ώρα της.

Κοίταξε γύρω της. Όλα ξένα, άγνωστα, αδιάφορα. Είχε τόσο μεγάλη ανάγκη να βρεθεί κάπου που να αισθάνεται ασφάλεια, σιγουριά, οικειότητα. Σαν τα μέρη που μεγάλωσε. Εκεί που όλα είναι γνώριμα, αγαπημένα. Οι εικόνες, οι ήχοι, οι μυρωδιές, οι άνθρωποι. Εκεί που ένιωθε μια ζεστασιά να την τυλίγει, να την προστατεύει. Εκεί που μετρούσε τα μπάνια και τα παγωτά της τα καλοκαίρια, εκεί που έκλεινε τα μάτια τα μεσημέρια που δεν ήθελε να κοιμηθεί και ταξίδευε σε δικούς της κόσμους. Εκεί που ήταν πάντα ο εαυτός της. Γιατί έφυγε από εκεί; Γιατί έκανε όνειρα που δεν μπορούσε να πλησιάσει; Γιατί άνοιξε τα φτερά της τόσο κοντά στον ήλιο κι έπεσε και τσακίστηκε και έχασε τα πάντα;

Κι εκείνος; Πώς να είναι άραγε εκείνος τώρα πια; Πόσα χρόνια έχουν περάσει από εκείνη τη νύχτα που του ράγισε την καρδιά; Έσμιξε τα φρύδια, θυμήθηκε… Τα ίδια της τα λόγια της αντήχησαν μες στα αφτιά της και την αηδίασαν. «Εγώ Στέφανε δεν μπορώ να ζήσω για πάντα εδώ και να θαφτώ στο χωριό. Εγώ θέλω να σπουδάσω, να δουλέψω, να ταξιδέψω, να διασκεδάσω, να απολαύσω την ζωή μου!» του είχε πει χωρίς κανέναν ενδοιασμό, αφήνοντας το χέρι του μετέωρο να κρατά εκείνο το μικρό βελούδινο κουτάκι που ποτέ δεν τόλμησε να ανοίξει.
Έτσι απλά, με λίγες λέξεις είχε κλωτσήσει την αγάπη του, τα όνειρά του, την καρδιά του…

Και τελικά και σπούδασε, και δούλεψε, και ταξίδεψε και διασκέδασε, αλλά δεν απόλαυσε τη ζωή της. Γιατί γρήγορα εγκλωβίστηκε σε έναν φαινομενικά πολλά υποσχόμενο γάμο, που στην πορεία έγινε η φυλακή της. Και τώρα πια δεν ήξερε αν την πονούσαν πιο πολύ οι πληγές στο σώμα ή αυτές στην ψυχή της…

Δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί πως θα ήταν άραγε αν είχε δεχτεί εκείνη την πρόταση του Στέφανου τότε. Δεν κατάφερε να φτιάξει την εικόνα στο μυαλό της. Όμως για το μόνο που ήταν σίγουρη ήταν ότι εκείνος δεν θα σήκωνε το χέρι του επάνω της, δεν θα ποδοπατούσε την αξιοπρέπειά της, δεν θα την τσάκιζε… Όχι, δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος ο Στέφανος. Τον αγαπούσε τον Στέφανο. Με έναν δικό της τρόπο. Μόνο που δεν τον ερωτεύτηκε ποτέ. Ναι, σίγουρα δεν τον ερωτεύτηκε. Γιατί ο έρωτας ρίχνει άγκυρες και κοπάζει τον αέρα που σου φυσάει τα πανιά. Δεν έμαθε ποτέ νέα του. Δεν αναρωτήθηκε ποτέ.

Δεν γύρισε ποτέ ξανά στο χωριό της, ούτε για διακοπές. Η μάνα της πήγαινε μια δυο φορές τον χρόνο και την έβλεπε για λίγες μέρες. Δεν άντεχε μακριά από την μοναχοκόρη της. Χήρα γυναίκα, την έτρωγε η μοναξιά και η ανησυχία για το παιδί της. Κι από τότε που είχε δει εκείνο το σημάδι κάτω από το δεξί της μάτι, η ανησυχία φούντωσε. Όσο κι αν της το δικαιολόγησε με ένα καλοστολισμένο ψέμα, όσο κι αν προσπαθούσε να επιδεικνύει την δήθεν ευτυχία της, όσο κι αν φρόντιζε κάθε φορά να φοράει την γελαστή της μάσκα, η μάνα καταλάβαινε, ένιωθε, άκουγε τα ουρλιαχτά του παιδιού της και μαράζωνε που δεν μπορούσε να την βοηθήσει. Τα πρώτα χρόνια την καμάρωνε που είχε γίνει σπουδαία στη δουλειά της, όμως αργότερα κατάλαβε πως αυτή ήταν η μόνη διέξοδός της, πως δούλευε τόσο πολύ για να κρύβεται από τους εφιάλτες της. Ίσως αν είχε κάνει ένα παιδί… Όχι όχι, καλύτερα που δεν είχε παιδιά, τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν σ’ ένα σπίτι γεμάτο αγάπη, κι εκείνο το σπίτι ήταν γεμάτο δάκρυα. Βουβά, κρυφά, πνιγμένα δάκρυα.
Ο γαμπρός της δεν της γέμισε ποτέ το μάτι. Δεν την ξεγέλασαν τα πλούτη και η εξουσία που είχαν τυφλώσει την κόρη της. Κάτι δεν της άρεσε από την αρχή επάνω του. Δεν μπόρεσε τότε να το προσδιορίσει, μετά κατάλαβε.

Ένα θλιμμένο πρόσωπο της φάνηκε πως είδε επάνω στο φεγγάρι. Σα να έκλαιγε κι εκείνο για την ρημαγμένη της ζωή. Έσφιξε τα μάτια κι άφησε τα δάκρυα που έπνιγε τόσα χρόνια να κυλήσουν. Θάλασσες φουρτουνιασμένες ξεχύθηκαν για ώρα πολλή. Δεν έβλεπε πια το φεγγάρι, δεν έβλεπε τίποτα. Ξέσπασε. Λίγο μετά, μόλις κόπασε η καταιγίδα ήξερε τι ήθελε να κάνει. Σήκωσε την βαλίτσα που ήταν δίπλα στα πόδια της και την έβαλε βιαστικά στο αυτοκίνητο. Μπήκε μέσα, σκούπισε τα μάτια και ξεκίνησε για το αεροδρόμιο. Ήταν αποφασισμένη. Θα γύριζε πίσω. Η μάνα της θα έπαιρνε μεγάλη χαρά! Τώρα πια θα μπορούσε να ζήσει στο χωριό. Στην ηρεμία… Ναι αυτό ήθελε στη ζωή της πια! Ηρεμία! Θα φρόντιζε τον κήπο, θα πήγαινε βόλτες στο βουνό που τόσο αγαπούσε κάποτε, θα απολάμβανε τη φύση. Εκείνες οι τριανταφυλλιές να υπήρχαν άραγε ακόμα στην είσοδο της αυλής; Κι αν δεν υπήρχαν εκείνη θα τις φύτευε ξανά. Και γεράνια και βασιλικούς και χρυσάνθεμα! Ίσως να ξαναέπιανε κι εκείνο το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να γράφει κάποτε. Ξαφνικά ανυπομονούσε! Είχε ακόμα ομορφιές η ζωή για εκείνη.
Κι ο Στέφανος; Τι να έκανε άραγε αν την έβλεπε; Μπα, ούτε που θα την θυμόταν πια! Σίγουρα θα είχε την δική του οικογένεια και θα την είχε διαγράψει από την μνήμη του, αυτό της άξιζε άλλωστε!

Είχε χαθεί στις σκέψεις της και δεν κατάλαβε πως είχε αναπτύξει τόσο μεγάλη ταχύτητα. Όταν παραβίασε το στοπ δεν πρόλαβε να δει το φορτηγό που ερχόταν καταπάνω της. Μόνο την μανιασμένη του κόρνα πρόλαβε να ακούσει κι αμέσως μετά ένα δυνατό χτύπο… Κι ύστερα σιωπή…

Η μάνα της υποδέχτηκε το άψυχο σώμα της κόρης της μ’ έναν σπαραγμό. Λίγο πιο πίσω άλλο ένα ζευγάρι μάτια γεμάτα δάκρυα… Ο Στέφανος έσφιξε τα δόντια κι έφυγε μακριά. Κλείστηκε σ’ εκείνο το σπιτάκι στο βουνό που είχε αυτοεξοριστεί από τότε που τον πλήγωσε εκείνη. Κι έκλαψε… Έκλαψε δυνατά για την ζωή της, για την ζωή του, για την ζωή που θα μπορούσαν να έχουν ζήσει μαζί…