Διάβασε τα χαρτιά που είχε μπροστά του. Ξανά. Τα είχε διαβάσει αμέτρητες φορές τις τελευταίες ώρες. Οι λέξεις πηγαινοέρχονταν, χόρευαν, δεν είχε συγκρατήσει ούτε μία. Μόνο αυτόν τον τίτλο. Το μόνο που του είχε μείνει ήταν ο τίτλος.
«Αίτηση διαζυγίου.»
Σαν δεκάδες σφυριά να τον χτύπησαν κατακέφαλα την στιγμή που το διάβασε για πρώτη φορά. Λίγες ώρες μετά, αυτές οι δύο λέξεις αντηχούσαν μέσα στο μυαλό του ξανά και ξανά.

Σηκώθηκε από την καρέκλα μουδιασμένος αφήνοντας τα χαρτιά πάνω στο γραφείο. Πλησίασε το παράθυρο με αργά βήματα. Κοίταξε έξω, μακριά. Τα φώτα της πόλης δεν ήταν αρκετά για να διώξουν το σκοτάδι που είχε απλωθεί μέσα του. Έσμιξε τα φρύδια, έσφιξε τα δόντια και προσπάθησε να θυμηθεί… Προσπάθησε να καταλάβει… Προσπάθησε να εξηγήσει…

Θυμήθηκε τα λόγια της: «Δεν νοιάζεσαι! Δεν ακούς!» του έλεγε συνέχεια.
Κατάλαβε. Τότε κατάλαβε τι εννοούσε… Τον είχε καταπιεί η δουλειά και η καθημερινότητα. Το μυαλό του ήταν αφοσιωμένο στα προβλήματά του. Δεν την πρόσεχε πια, δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Η ρουτίνα της καθημερινότητας με τα χρόνια τον είχε αποκοιμίσει. Ούτε θυμόταν πόσο καιρό είχε να της πει ότι την αγαπάει.
Την αγαπούσε. Ω ναι, αλήθεια την αγαπούσε πολύ! Όμως είχε αφήσει την αγάπη του εκεί, σ’ ένα συρτάρι κλειδωμένη, δεν την έβλεπε ούτε ο ίδιος, πώς να την δει εκείνη.
Την κοίταζε αλλά δεν έβλεπε. Δεν έβλεπε την λαχτάρα της να την προσέξει όταν ντυνόταν και βαφόταν για εκείνον, δεν έβλεπε την ανάγκη της για μια καλή του κουβέντα, για ένα αυθόρμητο χάδι, για μια αγκαλιά. Παλιότερα τον πίεζε, του τα ζητούσε κι εκείνος μηχανικά την αγκάλιαζε, πάντα βιαζόταν, πάντα το μυαλό του ήταν αλλού. Κι αυτό την πλήγωνε. Ήθελε εκείνα τα δευτερόλεπτα να είναι δικός της, να αφοσιωθεί σ’ εκείνη. Του μιλούσε για τις ανάγκες της, πάντα εκδήλωνε τα συναισθήματά της, ήταν ευθύς μαζί του. Εκείνος δεν καταλάβαινε.

Κάποια στιγμή κι εκείνη κουράστηκε. Έπαψε να ζητάει, έπαψε να μιλάει, έπαψε να μοιράζεται τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Κλείδωσε. Δεν ήθελε άλλο κλεμμένες αγκαλιές και ψεύτικα χάδια. Απλά περίμενε. Περίμενε ότι θα καταλάβει. Ήθελε να νιώσει κι εκείνος την ανάγκη. Ήθελε να δει το ενδιαφέρον του, την αγάπη του, όχι να τα μαντεύει. Όμως εκείνος δεν κατάλαβε. Δεν είδε την απογοήτευση της. Δεν ένιωσε την στεναχώρια της. Και οι μέρες περνούσαν κι εκείνη πληγωνόταν όλο και πιο πολύ… Είχε παραδοθεί.

Οι ανθρώπινες σχέσεις απαιτούν δουλειά και προσπάθεια και από τους δύο. Όταν προσπαθεί μόνο ο ένας, αργά ή γρήγορα κι εκείνος θα εγκαταλείψει. Και την σχέση όταν την αφήσεις σε αφήνει. Έτσι έγινε.

Τότε μόνο κατάλαβε. Είδε τα λάθη του. Της είχε δώσει λάθος εικόνα. Πόσο ανόητος ήταν! Θεωρούσε δεδομένη την αγάπη τους, την σχέση τους και πίστευε ότι δεν χρειαζόταν να κάνει κάτι. «Αφού σ’ αγαπώ και το ξέρεις!» ήταν η μόνιμη απάντηση του. Τότε κατάλαβε ότι δεν αρκούσε μόνο να το ξέρει. Έπρεπε και να το βλέπει, να το ακούει, να το νιώθει! Και του το έλεγε, του χτυπούσε τα καμπανάκια. Απλά εκείνος δεν άκουγε. Δεν έδινε σημασία. Τώρα τα είχε καταφέρει. Τον ταρακούνησε για τα καλά και ξύπνησε απότομα. Την αγαπούσε πολύ. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη. Όχι. Λάθος. Μπορούσε. Δεν ήθελε να ζήσει χωρίς εκείνη! Την ποθούσε ακόμα, παρά τα χρόνια που είχαν περάσει. Ήταν όμορφη γυναίκα. Απλά εκείνος το είχε συνηθίσει και δεν το πρόσεχε πια. Ήταν η καλύτερη σύντροφος που θα μπορούσε να έχει. Δυναμική, έξυπνη, περιποιητική, ευχάριστη, ειλικρινής, πιστή, αφοσιωμένη, δοτική. Είχε και πολλά ελαττώματα αλλά τώρα του φαίνονταν ασήμαντα. Δεν ήταν ώρα γι’ αυτά τώρα! Έπρεπε να τρέξει, να προλάβει, να διορθώσει! Έσκισε τα χαρτιά και τα πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. Άρπαξε το σακάκι του κι έτρεξε στο αυτοκίνητο.

Στην διαδρομή σκεφτόταν μόνο το πρόσωπό της. Σταμάτησε στο ανθοπωλείο. Κόκκινα τριαντάφυλλα. Τα αγαπημένα της. Είκοσι τρία, όσα και τα χρόνια που μετρούσε η κοινή τους ζωή. Φτάνοντας κοντά στο σπίτι, την είδε να βγαίνει από την πολυκατοικία. Μα τι είναι αυτό που κρατάει στο χέρι της; Βαλίτσα; Εκείνη κοίταξε προς το μέρος του και μόλις αναγνώρισε το αυτοκίνητο που ερχόταν επιτάχυνε το βήμα της. Κοντοστάθηκε για ένα μόνο δευτερόλεπτο, για να θυμηθεί που είχε παρκάρει, κι όταν είδε το αυτοκίνητό της στην απέναντι πλευρά του δρόμου έτρεξε. Την στιγμή που εκείνος άνοιγε την πόρτα βιαστικός για να την προλάβει, με την άκρη του ματιού του είδε το αυτοκίνητο που έστριβε από την γωνία. Φώναξε το όνομα της δυνατά, εκείνη έτρεξε πιο γρήγορα. Δεν έλεγξε τον δρόμο. Δεν είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν κατά πάνω της!

Πάγος. Το μόνο που αισθανόταν σε όλο του το κορμί ήταν πάγος. Να τον παγώνει, να τον καίει, να τον πονάει, να τον παραλύει. Την αγκάλιασε όπως ποτέ ξανά. Τώρα. Τώρα που εκείνη δεν το ένιωθε. Τώρα που δεν μπορούσε να το χαρεί. Την φιλούσε, την χάιδευε, της έλεγε ότι την αγαπά. Κι ύστερα ούρλιαξε δυνατά σαν πληγωμένο θηρίο. Τα μάτια του είχαν γίνει δυο γραμμές, κόκκινες, ματωμένες. Μίσησε τον εαυτό του. Ο χρόνος. Γιατί δεν γυρίζει πίσω ο χρόνος; Λίγα λεπτά. Ή λίγα χρόνια. Να της πει όσα δεν είπε. Να της δώσει όσα της στέρησε. Να προλάβει. Ο χρόνος. Γιατί ποτέ του δεν τον εκτίμησε και τον άφηνε να φεύγει; Θαρρείς και δεν θα τέλειωνε ποτέ. Πόσο ανόητος!
Πάγος. Όλο του το είναι, μέσα του πάγος.

Είκοσι τρεις μέρες και νύχτες πέρασε δίπλα στο ακίνητο κορμί της.
Είκοσι τρεις μέρες και νύχτες γεμάτες αγωνία, πόνο, ενοχές, τρόμο και προσευχές.
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα μαράθηκαν επάνω στο κάθισμα του συνοδηγού. Κι ύστερα ξεράθηκαν…

Είκοσι τρία μαύρα τριαντάφυλλα μετά από είκοσι τρεις μέρες, έδωσαν την θέση τους σε είκοσι τρία κατακόκκινα, τρυφερά, φρέσκα τριαντάφυλλα!
Τώρα μπορούσε να τα δει, να τα μυρίσει, να χαϊδέψει με τα ακροδάχτυλά της τα βελούδινα πέταλα.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Είχε μεγάλο αγώνα να δώσει για να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη της. Δεν τον ένοιαζε. Τώρα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Τώρα είχε ξυπνήσει για τα καλά. Τώρα είχε μάθει πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Κι ευτυχώς προλάβαινε να παλέψει, να διορθώσει, να σώσει… Θα γύριζε πίσω τον χρόνο. Ναι. Αυτό θα έκανε. Τώρα προλάβαινε!