Όλοι μιλάνε για τις μανάδες και τις πεθερές. Υπάρχει όμως και μια κατηγορία που δεν συνδέεται γενετικά με κανέναν απολύτως, παρά μόνο με τα ιερά δεσμά του λελημένου (ίσως και λαλημένου) γάμου με τον γαμπρό. Είναι η κατηγορία «πρώην σύζυγος». Η Λέλα είναι μια πρώην σύζυγος και στην κατηγορία των πρώην είναι μια κατηγορία μόνη της. Ετών 42 με δύο παιδιά διαζευγμένη…

Όλοι είχαν να λένε τα καλύτερα για τη Λέλα. Πάντα ως σύζυγος του Μίμη, ως μητέρα του Γιαννάκη και της Σοφούλας, ως νύφη για τα πεθερικά της και κόρη για τους γονείς. Και όταν έσκασε η βόμβα -ναπάλμ και βάλε- του χωρισμού της από τον Μίμη, πάλι όλοι είχαν να το λένε για τον πολιτισμένο τρόπο που διαχειρίστηκε τα πάντα. Ο Μιμάκος ζάχαρη την έβγαλε, όπως και η πέτρα του σκανδάλου, η Πόπη. Ένα ξεχεστήριο γράμμα προς εκείνον μόνο. Ούτε φωνές, ούτε σκηνές, ούτε καβγάδες. Η Λέλα ήταν πάντα της λογικής «άμα θες να φύγεις, φύγε…», με το στανιό κανένας δίπλα της. Όσο για την Πόπη δεν την συνάντησε ποτέ, αλλά την ήξερε εξ όψεως λόγω φατσοβιβλίου. Ήταν και πάθος αγιάτρευτο και αρκούντως προβληθέν το 1.50 με τα χέρια στην ανάταση και δεν την αφήνανε την Λέλα να αγιάσει. Θαρρώ πως και η Πόπη ήξερε τη Λέλα. Φρόντιζε άλλωστε να της κάνει τη ζωή λίγο δύσκολη, αλλά η Λέλα στα απ’ αυτά του Γιαννάκη την είχε την Ποπάρα.

Πέρασαν τέσσερα χρόνια από τη μέρα που κατέθεσαν αίτηση διαζυγίου. Του Αγίου Βαλεντίνου ανήμερα! Όλοι απορούσαν με την ψυχραιμία της Λέλας. Εκείνη έλεγε, «Είναι στη μέση τα παιδιά και πρέπει να βλέπουν τον μπαμπά τους και να τον αγαπούν». Το ‘λεγε και το πίστευε αυτό. Όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ήρθαν τα χαρούμενα μαντάτα…
«Ο μπαμπάς παντρεύεται!»
Να μια κεραμίδα στο κεφάλι της! Να βλέπει τα παιδιά και να μην ξέρει αν κλαίνε από χαρά ή από λύπη. Κι αυτός ούτε κουβέντα, άλαλα τα χείλη των ασεβών. Μαζεύει όλα τα κομμάτια το Λελάκι, τα δικά της και των παιδιών και φέρνει την κατάσταση για μια ακόμα φορά ίσα βάρκα ίσα πανιά και πάει να ραφτεί. Ναι να ραφτεί στην μοδίστρα!

Και έρχεται η ώρα η καλή. Ήταν πρωί τ’ Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή. Δημαρχείο. Μαζεμένοι όλοι στην είσοδο. Ο Μίμης γαμπρός με το βαθύχρωμο κοστούμι του (multi-purpose outfit) και μια ανθοδέσμη που έπνεε τα λοίσθια από τη ζέστη. Εκ δεξιών και εξ ευωνύμων τα παιδιά του. Κάτι από παρανυφάκια, γιατί η Λέλα είχε μια άρνηση στα καρναβάλια. Τα πρώην πεθερικά να παραστέκουν τον γαμπρό. Το ίδιο χτένισμα η πεθερά σε κάθε περίσταση. Ο άνθρωπος δεν αλλάζει μυαλά σου λένε. Γιατί αλλάζει μαλλιά; Α, κι αυτή η πανέμορφη παρουσία με το ροζ φουστάνι, που μετά δυσκολίας δεν το λες ζώνη, μάλλον η κουμπάρα. Και μετά από λίγο, να και η νύφη. Τι κορναρίσματα, τι σκέρτσα και τι χάρη. Ανοίγει η πόρτα του αυτοκινήτου και – προφανώς – βγήκε η νύφη. Αντιληπτό από τα συμφραζόμενα γιατί λόγω ύψους δεν φαινόταν. Ανεβαίνει τα σκαλιά κορδωμένη σαν παγώνι. Του έβαλε τον χαλκά και του περνάει και την κουλούρα. Δεμένο το γαϊδούρι. Μπαίνουν αγκαζέ στο Δημαρχείο και το σόι ακολουθεί. Πεθερικά, φίλοι, αδέρφια, συγγενείς, η κουμπάρα, (που την πας την κουμπάρα), ολόκληρη πομπή.

Μια ψηλή λεπτή γυναίκα με κοντό μαλλί και μαύρο φόρεμα στενό, με όλη την πλάτη έξω και γόβα κόκκινη δωδεκάποντη στιλέτο, ακολουθεί το πλήθος. Πίσω – πίσω στην ουρά. Μπαίνει με τον κόσμο στο γραφείο του δημάρχου και στέκεται κοντά στην πόρτα. Σιγά που θα περνούσε απαρατήρητη. Το μάτι του δημάρχου εξόφθαλμο. Τα αρσενικά να βγάζουν χαρτομάντιλα να μαζέψουν το σαλάκι που έτρεχε. Τα θηλυκά να τρώνε τα λυσσακά τους. Εκείνη να μην κουνάει ούτε βλέφαρο. Αγέρωχη και ψύχραιμη στεκόταν με κορμί λαμπάδα στη θέση της, περιμένοντας να τελειώσει ο γάμος. Και εγένετο…

Ο γάμος τέλειωσε και ήρθε η ώρα να ευχηθεί το πλήθος στους νεόνυμφους. Και ήρθε η ώρα να γίνει η ρημάδα η ερώτηση στον γαμπρό. «Ρε Μίμη, ποιος είναι αυτός ο κόμματος;» Γυρνάει να δει ο Μίμης πού δείχνει ο Λεωνίδας και μένει παγωτό! Γυρνάει και η Πόπη να δει που κοιτάει ο Μίμης και μένει παγωτό! Πόσα παγωτά μέτρησε η Λέλα εκείνο το πρωί του Αυγούστου; Ουουουου πολλά! Τα περισσότερα στο ύψος τους και ένα λιωμένο στο πάτωμα του Δημαρχείου. Αφού συνήλθαν πέρασε μπροστά από το ευτυχές (ο Θεός να το κάνει) ζευγάρι και ευχήθηκε: «Να ζήσετε. Βίον ανθόσπαρτον». Μεταβολή με τα παιδιά της από το χέρι και έξω από την πόρτα. Με πλάτη όρθια σαν λαμπάδα, – είπαμε όλη έξω – και βήμα σταθερό. Φήμες λένε ότι ο Μίμης άργησε να πάει στη δουλειά. Κάτι είπαν για ένα χτύπημα με σκληρό αντικείμενο στο κεφάλι. Φήμες λένε ότι και η Πόπη για καμιά βδομάδα το ροζ χαπάκι το κατέβαζε.

Όσο για τη Λέλα;
Παραλία Βούλας, καλοκαίρι.
«Λέλα, πήρες το αντηλιακό για τα παιδιά;»
«Ναι, Λεωνίδα. Στην εσωτερική τσέπη της τσάντας είναι.»

And they lived happily ever after…I guess…

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα