Φτάνεις στην στάση για να πάρεις το πολυπόθητο λεωφορείο και να επιστρέψεις στο όμορφο, καθαρό και αγαπημένο σπιτάκι σου, να πάρεις αγκαλιά το αιρκοντίνσιον και να του κάνεις πολλά, πολλά παιδιά.
Ο κόσμος πολύς, η κούραση τεράστια. Η στάση ξεχειλίζει από ταλαιπωρημένους εργαζόμενους, αναψοκοκκινισμένους έφηβους και μουντρούχες γιαγιάδες. Κοιτάς την ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ που έχουν βάλει για να δείχνει τα δρομολόγια και παρατηρείς το εξής:
«Επόμενο δρομολόγιο: Σε 15 λεπτά… Σε 13 λεπτά… Σε 11 λεπτά… μηδέν… Σε 17 λεπτά.»
Ρίχνεις δυο-τρεις γαμωσταυρίδια γιατί γνωρίζεις ότι το ταξίδι στον χρόνο δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα και καταλαβαίνεις ότι κάποιος παίζει ακορντεόν με τα νεύρα σου.
Μετά τρία τσιγάρα, πέντε βρισίδια και δύο λιποθυμίες από τις γριές, το λεωφορείο έρχεται. Είναι τόσο γεμάτο από κόσμο, που ο οδηγός έχει βάλει από δύο τύπισσες στα γόνατα του πάνω για να χωρέσουν. Σαρδελοποίηση του θανατά, με φάτσες κολλημένες. σαν τις πλαστικές μούτζες, στα παράθυρα, που σου θυμίζουν το τελευταίο επεισόδιο του Walking Dead.
Οι πόρτες ανοίγουν, κανείς δεν κατεβαίνει (ΚΛΑΣΙΚΑ) και πρέπει να χωρέσετε 7 νοματαίοι σε μία ελεύθερη θέση που χωράει το 1/4 ενός τρίχρονου. Κάνεις το πρώτο βήμα κι ακούγεται η μαγική φράση που όλοι αγαπάμε…
«Μισό βηματάκι πιο μέσα για να χωρέσουμε όλοι σας παρακαλώ!»
Βάζεις την τσάντα στο στόμα, το δεξί χέρι στην χειρολαβή και το αριστερό στον κώλο σου, και στριμώχνεσαι μαζί με τις υπόλοιπες σαρδέλες. Η πόρτα πάει να κλείσει, πιάνει το πόδι μίας γιαγιάς, σκούζει αυτή σαν καυλωμένη γάτα τον Αύγουστο, ξανα ανοίγει η πόρτα, μαζευόμαστε, το αριστερό σου χέρι μπαίνει πιο βαθιά, ξανακλείνει η πόρτα, ένας παππούς έχει μείνει ο μισός έξω, θα μας κάνει μήνυση, ανοίγει πάλι η πόρτα, στριμωχνόμαστε, δε θες να ξέρεις που έχει φτάσει το αριστερό σου χέρι, κλείνει η πόρτα, ο παππούς πετάγεται έξω, φεύγουμε.
Η διαδρομή θυμίζει το πρώτο σου μεθύσι. Σταμάτα – ξεκίνα κάθε δέκα μέτρα καθώς το στομάχι σου ανακατεύεται. Το στόμα σου γεμίζει τρίχες από τα μαλλιά της μπροστινής. Μία αναψοκοκκινισμένη νεαρά προσπαθεί να ανοίξει το παράθυρο να δροσιστούμε κι αποτυγχάνει παταγωδώς καθώς στάνταρ, το έχουν κολλήσει με οξυγονοκόλληση. Κάπου εκεί σκάει και το γνωστό σκηνικό με το «μου χτυπάτε λίγο το εισιτήριο;».
Αφού ξεπεράσεις την αιώνια βλακεία που σου έρχεται πάντα να πιάσεις το εισιτήριο και να της το χτυπάς στο κεφάλι σαν καθυστερημένος, παίρνεις το εισιτήριο, το δίνεις στον επόμενο, αυτός στον επόμενο, κι εκείνος στον επόμενο. Όταν το εισιτήριο φτάσει στο μηχάνημα έχει γίνει συλλεκτικό κι όταν επιστρέψει στον κάτοχο έχει μεταμορφωθεί σε κάρτα απεριορίστων.
Στην μέση της διαδρομής, χτυπάει κινητό με έναν ήχο κλήσης ξεχασμένο από τον καιρό που είχαμε Nokia 3210. Η διπλανή σου κοιτάει το υπερπέραν, ξέρεις ότι είναι το δικό της αλλά αυτή κάνει την πάπια, την σκουντάς να πάρει μπρος, λέει με ένα βλέμμα αθώας αγελάδας «α το δικό μου είναι;;» και ψάχνει μανιωδώς την τσάντα της. Σκουντάει, χουφτώνει, ξανασκουντάει, ψάχνει το κινητό το οποίο στάνταρ το έχει χώσει κάτω από τον βράχο του Εξκάλιμπερ, το βρίσκει, το σηκώνει, μιλάει.
Μάλλον δεν μιλάει. ΦΩΝΑΖΕΙ!
«ΝΑΙ ΚΟΥΛΑ, ΝΑΙ ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΕΙΜΑΙ, ΝΑΙ ΒΑΛΕ ΑΛΕΥΡΙ ΣΤΟ ΣΝΙΤΣΕΛ, ΔΕ ΘΑ ΑΡΓΗΣΩ, ΝΑΙ, ΜΕ ΑΚΟΥΣ;;; ΝΑΙ ΝΑΙ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ, ΞΕΣΚΑΤΙΣΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΚΙ ΕΦΤΑΣΑ!»
Τι ωραία αυτάκια που είχες κάποτε…
Η κορύφωση όμως του ταξιδιού γίνεται όταν αδειάσει η πρώτη πολύτιμη θέση. Οι ματιές αρχίζουν και βγάζουν σπίθες, τα μανίκια σηκώνονται, ένας αόρατος προπονητής κάνει μασάζ στους ώμους του επίδοξου μποξέρ κι όλοι ρίχνονται στην μάχη.
Κατά ένα περίεργο λόγο, όλοι οι άνω των 60 εκείνη την στιγμή, αποκτούν μία φαντασμαγορική υπερδύναμη και μπορούν και ξαπλώνουν κάτω ακόμα και τον Μοχάμεντ Άλι. Πριν προλάβεις να πάρεις ανάσα, την θέση την έχει καβαντζώσει γαλονάτη γριά, εξουδετερώνοντας το μισό λεωφορείο η οποία, συνήθως, δεν πάει πουθενά απλά δεν έχει τι να κάνει και τριγυρνάει όλη μέρα στην Αθήνα.
Φτάνοντας επιτέλους στον προορισμό σου, κατεβαίνεις από το λεωφορείο της αγάπης, παίρνεις τις πρώτες πολύτιμες ανάσες καθαρού αέρα και νιώθεις ολόκληρος να έχεις ποτιστεί από αυτήν την ανυπέρβλητη εκδήλωση πόθου των συνεπιβατών σου.
Βλέπεις δίπλα σου την κυρία με το κινητό.
Την πλησιάζεις… Σκύβεις το κεφάλι σου στο αυτί της.
«ΤΟΝ ΞΕΣΚΑΤΙΣΑΤΕ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ Η ΑΚΟΜΑ;;;»
Την βλέπεις να αλλάζει πενήντα αποχρώσεις του γκρι από την τρομάρα της, παίρνεις ένα χαμόγελο όλο ικανοποίηση και περπατάς προς το σπίτι σου, βλέποντας το λεωφορείο της αγάπης να απομακρύνεται στο ηλιοβασίλεμα…