(Το κείμενο που ακολουθεί αφορά κυρίως γυναίκες με πρόβλημα τριχοφυΐας, επαγγελματίες του χώρου της αποτρίχωσης, μοντέλα, αθλητές, καλλιτέχνες, λυκάνθρωπους, τρέντηδες και φυσικά οποιονδήποτε ασχολείται με τρίχες. Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας.)

Όλα ξεκινάνε κάπου στο Δημοτικό. Τότε που τα κοριτσάκια αρχίζουν σιγά σιγά να γυναικίζουν και να ενδιαφέρονται για την εμφάνισή τους. Κάπου λοιπόν εκεί, έχω στο μυαλό την πρώτη αποτυπωμένη εικόνα, που έσπειρε τη διχόνοια ανάμεσα σε μένα και τις παραπανίσιες τρίχες μου. Σε σπίτι φίλης μου, μαζεμένες όλες οι κοκόνες για παιχνίδι. «Κορίτσια, ελάτε να κάνουμε μικρές πλεξουδίτσες στα χέρια της Ράνιας!». Μπράβο βρε Μαιρούλα, να χαίρεσαι την ιδέα σου. Και όμως ήταν εφικτό. Γύρισα σπίτι με ράστα από τον καρπό έως τον αγκώνα. Ευτυχώς ήταν ίσιες και δε χρειάστηκε πιστολάκι με βούρτσα.

Τόσες πολλές και μακριές ήταν λοιπόν οι άτιμες. Και το πράγμα χειροτέρεψε στο Γυμνάσιο. Στα πόδια μαύρες και άραχνες. Το χειμώνα με κάλτσα η γάμπα μου όμοια με του Αναστόπουλου (κορίτσια, μη το ψάχνετε, παλαίμαχος υπερτριχωτός ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού.) Μαύρο χνουδομούστακο άνω χείλους. Ενωμένο μαύρο φρύδι σιδηρόδρομος α λα Φρίντα Κάλο (εεεεεέλαα τώρα, θυμήσου, την έπαιξε η Σάλμα Χάγιεκ). Τρίχα στην κοιλιά, στη μέση, μόνο οι πατούσες ξέφυγαν. Να μη ξεχάσω να αναφέρω βεβαίως βεβαίως τα σιδεράκια. Μια ομορφιά. Κάτι ανάμεσα στον Σαγόνια και τον Τσουμπάκα (πλάκα μου κάνεις έτσι, Τζέιμς Μποντ και Πόλεμος των Άστρων, εντάξει τώρα;).

Σε αυτό το σημείο να τονίσω, ότι είμαι κόρη αισθητικού. Όπου τότε ήτο της μοδός, το φρύδι απειροελάχιστη γραμμή, ξανθό μαλλί, ούτε ίχνος τρίχας, η Νέλλη Γκίνη συναντά τη Φάρα Φόσετ. Σαν τώρα το θυμάμαι, να κοιτάζεται στον μεγεθυντικό, να ανακαλύπτει τρίχα και κατευθείαν να βγάζει το μαγικό σακουλάκι με τα ροζ κουφετάκια, να τα λιώνει μέσα σε ένα κουτάλι της σούπας με έναν αναπτήρα και να απλώνει με ένα ξυλάκι από παγωτό πάνω στο σημείο πατώντας το μέχρι να κρυώσει, τραβούσε και Ω Μέγα Κέριε, άστα λα βίστα. Πόσες φορές τις μιλούσαν στα Αγγλικά, δεν περνούσε για Ελληνίδα. Και ενώ ήμουν σίγουρη ότι το τριχοδάσος το είχα κληρονομήσει από τον πατέρα μου, οι φωτογραφίες της μητέρας μου, προ σχολή αισθητικών, μου αποκάλυψαν ότι τελικά δεν είχα την παραμικρή ελπίδα. Από αυτά τα πριν και μετά που λες ότι σε δουλεύουν, δεν μπορεί. Μπορειιιιιί, μπορειιιιιιιιί!

Έτσι λοιπόν, αρχή Γυμνασίου, αφού της είχα φάει τα συκώτια, έγινε το πρώτο βήμα. Αποτριχωτική κρέμα στις γάμπες. ΣΟΚ! ΚΛΑΜΑ ΚΑΙ ΟΔΥΡΜΟΣ! «Τις τριιιιίχεεεεςςς μουυυυ, θέλω πίσω τις τριιιιιιιίχεεεες μουυυυυυ!!!! Είμαι σαν τον κώλο της μαϊμουυυυυύςςς!!!» 5 λεπτά αργότερα… «Ουάουυυυυυ!!!!! Βλέπω το δέρμα μου, τα σημάδια μου!!! Δατς γκουντ, άι λάικ ιτ!!». Αλίμονο, μη χρησιμοποιήσουμε ξυραφάκι, του σατανά. Ναι καλάχαχαχαχα!! Κάπου εκεί ξεκίνησαν και οι εφιάλτες στον δρόμο με τις τρίχες με το ακατανόμαστο, δαιμονικό, το from hell, το silk epil. Το φορτίζω κάθε βράδυ και το κουβαλάω μαζί μου στην τσάντα μου για αυτοάμυνα έκτοτε.

Ακολούθησε το φρύδι. Ω Θεοί. Φυσικά επειδή η μανούλα είχε μαδήσει το δικό της από το βγάλε βγάλε και το ‘βλεπε το Γκατσιούδικό μου και το ‘φτυνε, οι εντολές της ήταν ρητές και κατηγορηματικές. Θα μου το χώριζε σε δύο φρύδια και άιντε μια δυο τριχούλες από το τέλος για να του δώσει σχήμα. Και τότε γνωριστήκαμε. Έμελλε ο δεσμός μας να περάσει από χίλια κύματα. «Γειά σου, με λένε Ράνια. Εσένα;». «Εμένα με λένε τσιμπιδάκι. Θέλεις να γίνουμε φίλοι;». Αυτό ήταν. Αχώριστοι. Εμμονική σχέση. Στην αρχή τα είχαμε κρυφά, η μαμά δεν ήξερε τίποτα. Μέχρι που μία μέρα με πέτυχε στην είσοδο της πολυκατοικίας που γύριζα από το σχολείο και δεν μου μίλησε. Δεν με γνώρισε. Χαααμοοοός. Μου το εξαφάνισε. Βρήκα στην κουζίνα μια τσιμπίδα, να με το συμπάθιο, σαν αυτές που ξεπουπουλιάζανε κότες (γιατί είχαμε τέτοιο πράγμα στην κουζίνα, οέο;). Άβολο πράγμα. Μία ώρα να βγάλεις μία τρίχα. Απέκτησα καινούριο παρατσούκλι. Η Σημαδεμένη. Πάει και η κοτοτσιμπίδα. Η παράνοια όμως δεν είχε τέλος. Με δύο φρύδια πια και το «σαν του Καραμανλή» να ξεχνιέται, δεν τολμούσα πια να διανοηθώ, ότι θα γύριζα πίσω. Και κάπως έτσι (και με κανά δυο ακόμα τρελές αποτριχωτικές απόπειρες, οι οποίες δεν αναφέρονται μπας και σωθείς εσύ νιάτο που με διαβάζεις τώρα), η σχέση μου με το τσιμπιδάκι εδραιώθηκε και μονιμοποιήθηκε. Στα 37 μου έχω 10 τρίχες στο κάθε ένα φρύδι, αλλά θεωρούμαι πλέον eyebrow artist. Όπου πάω, το μολυβάκι μου παραμάσχαλα. Εντάξει μερικές φορές ξεβάφει πάνω στο μαξιλάρι και ξυπνάω με ένα, ή το κορίτσι του κομμωτηρίου που με λούζει κάνει το λάθος να μου σκουπίσει τις σταγόνες του νερού που πετάχτηκαν στο πρόσωπό μου με πετσέτα και την κοιτάζω ανάποδα να την πιάνει πανικός, αλλά πφφφφ…. Κλάιν μάιν!
Και να ‘ταν μόνο αυτά. Αποχρωστικές κρέμες, χαλάουα, κεριά. Κάθε φορά που αποτρίχωνα μόνη μου τα χέρια μου, όταν τελείωνα μετά από 2 βδομάδες, με καλούσαν από την υπηρεσία δίωξης ενδοοικογενειακής βίας, τίγκα η δικιά σου στις μελανιές και στα αιματώματα.

Το κερασάκι ήρθε όμως σε μεγάλη ηλικία. Το τσιμπιδάκι μου, ακάθεκτο, το παιδί για όλες τις δουλειές. Φρύδι (ποιό, αχαχα καλό), τσεκ. Μουστάκι, τσεκ. Αφαλόγυρος, τσεκ. Γυροβίζιον, τσεκ. Πηγούνι, τσεκ. Καλά, στο περίπου. Ο Θεός της Τρίχας μου την φύλαγε και μου πρόσφερε ένα μουσάκι μούρλια! Την Κοντσίτα, της ξες; Ε, αυτή. Χωρίς το μουστάκι. Τρίχες μαύρες, σκληρές τσιγκελωτές, σαν του Αντωνάκη από το Ντόλτσε Βίτα αξούριστο. Μοντιέ! Και ήρθε η σειρά του λέιζερ. Και έμαθα κάτι φοβερό παιδιά. Αν το ρημάδι το λέιζερ σου χτυπήσει χνουδάκι, ταρααααάνννν μπόνους επιστροφή η φαβορίτα του Σταμάτη απ’ άκρη σ’ άκρη. Φάκιν γιέα! Συνεδρίες, λεφτά, εγκεφαλικά, μπαμπά η μαμά έχει πιο ωραίο μούσι από το δικό σου. Και να τρελαίνομαι, ποιος με τρολάρει ρε; Να σκέφτομαι να μαζέψω τις τρίχες που βγαίνουν πλέον με κλωστή από το μούσι για να τις κάνω μεταμόσχευση στο φρύδι.

Και κάθομαι πλέον με τη σειρά μου και γλυκοκοιτάζω την υπέροχη φρυδούμπα της κόρης μου και ακούω για 574859η φορά το γνωστό ΣΤΑΛΕΓΑΕΓΩΑΛΛΑΕΣΥΔΕΜΕΑΚΟΥΓΕΣΚΑΝΕΙΣΔΕΝΜΕΑΚΟΥΕΙΕΜΕΝΑΑΑΑΑΧΑΜΑΠΕΘΑΝΩΤΙΘΑΓΙΝΕΤΕΟΛΟΙΣΑΣ της μάνας μου και σκέφτομαι ότι θέλω ξύρισμα. Πάλι τον ακούμπησα χτες το βράδυ με το πόδι μου στον ύπνο μας και τρέχαμε για ράμματα.